Corfu Museum

Petsalis: Collection Of Corfu Island,Greece documents

Ιστορία

Η Κέρκυρα και οι Νορμανδοί

Η Κέρκυρα και οι Νορμανδοί

Τον 10ο αι. Νορμανδοί από τη Σκανδηναβία εγκαταστάθηκαν στη Β. Γαλλία και η περιοχή τους ονομάσθηκε Νορμανδία. Ο Ροβέρτος ο Γυισκάρδος από τον Οίκο των Ωτβίλ (Αλταβίλλα), ήταν Νορμανδός τυχοδιώκτης και κατακτητής. και  με το αδελφό του Ρογήρο κατέκτησαν την Απουλία και την Καλαβρία. Το 1059 ορίστηκε δούκας της Καλαβρίας και της Σικελίας. Κατέλαβε το Ρέτζο, τον Τάραντα και το Μπρίντιζι. Το 1061 εισέβαλε και κατέλαβε μαζί με τον Ρογήρο τη Σικελία. Το 1071 κατέλαβε το Μπάρι, το τελευταίο έδαφος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στην Ιταλική χερσόνησο. Διετέλεσε κόμης της Απουλίας και της Καλαβρίας και δούκας της Απουλίας και της Καλαβρίας μετά την μετατροπή της κομητείας σε δουκάτο. Ο Οίκος των Ωτβίλ  είναι ένας δυναστικός οίκος, που μέλη του έγιναν βασιλείς της Σικελίας, δούκες της Απουλίας-Καλαβρίας, πρίγκιπες της Αντιόχειας, κόμητες του Τάραντα, του Μπάρι, της Κάπουας, του Καπετανάτου (Φότζια Απουλίας), του Πριγκιπάτου (του Σαλέρνο) κ.α,

Ροβέρτος Γισκάρδος

Ο Ροβέρτος Γισκάρδος είχε δύο γιους. Ο μεγαλύτερος, ο Βοημούνδος, είχε ήδη αποδείξει την αξία του κατά τη διάρκεια της εκστρατείας κατά του Βυζαντίου. Όταν πέθανε ο Ροβέρτος Γυισκάρδος στις 17 Ιουλίου 1085, ο Βοημούνδος κληρονόμησε τις Αδριατικές κτήσεις του πατέρα του, που σύντομα χάθηκαν από τους Βυζαντινούς, ενώ ο νεώτερος ετεροθαλής αδελφός του, Ρογήρος Μπόρσα, κληρονόμησε την Απουλία και τις Ιταλικές κτήσεις.

To  1084 Ο Ροβέρτος ο Γυισκάρδος ήταν έτοιμος να συνέχισε την εκστρατεία του προς τα Βαλκάνια μετά από μία παύση περίπου τριών ετών, λόγω καταστολής διαφόρων εξεγέρσεων στις περιοχές που ήλεγχε. Ωστόσο, η εμφάνιση του γιου του  Βοημούνδου στο Σαλέρνο πρέπει να μετρίασε κάθε εφήμερη ευφορία και να τον απομάκρυνε από την ιδέα μιας εύκολης αποστολής, διότι χάρη σε μεγάλο βαθμό στον ελληνοβενετικό στόλο, πολλά από όσα είχαν κερδίσει πριν από την πρόωρη επιστροφή του στην Ιταλία είχαν χαθεί.

Ο Αυτοκράτορας Αλέξιος Κομνηνός (1081-1118),

Η ναυτική ικανότητα του Γυισκάρδου δεν είχε ανακάμψει  από την ήττα που είχε υποστεί από τους Ενετούς στα ανοιχτά του Pallia Point βόρεια του Δυρραχίου τον Ιούλιο του 1081. Ως αποτέλεσμα, οι δυνάμεις του είχαν χάσει την ελευθερία κινήσεων στη θάλασσα. Η Άννα Κομνηνή(1) εξήγησε: «Ο ρωμαϊκός και ο βενετσιάνικος στόλος, περιπολώντας ακούραστα τα στενά [το στενό του Οτράντο μεταξύ Απουλίας και σύγχρονης Αλβανίας], εμπόδισαν τη διέλευση ενισχύσεων από τη Λομβαρδία [Ιταλία] και την παράδοση των απαραίτητων προμηθειών σε αυτόν [Γυισκάρδο] .Αυτό σήμαινε ότι οι προσπάθειες του Βοημούνδου να συνεχίσει τη βαλκανική εκστρατεία ερήμην του πατέρα του ήταν εξαρχής καταδικασμένες. Στρατιώτης, ωστόσο, νίκησε τον Αλέξιο(2) στα Ιωάννινα και πάλι κοντά στην Αχρίδα. Στη συνέχεια ο Βοημόνδος βάδισε στη Θεσσαλία όπου κατέλαβε τα Τρίκκαλα και πολιόρκησε τη Λάρισα. Εκεί ο νεαρός Βοημούνδος, που δεν είχε προμήθειες και δεν είχε χρήματα για να πληρώσει τα εξαντλημένα στρατεύματά του, βαλτώθηκε. Ο Αλέξιος, βλέποντας επιτέλους τη ματαιότητα των μετωπικών συναντήσεων με το βαρύ ιππικό των Νορμανδών, άλλαξε τακτική. Υπέταξε πολλούς από τους ιππότες του Βοημούνδου με την αποζημίωση που ο γιος του Γυισκάρδου δεν μπορούσε πλέον να παράσχει χωρίς βοήθεια από την άλλη πλευρά της Αδριατικής. Η εκστρατεία σύντομα κατέρρευσε, αφήνοντας στον Βοημούνδο άλλη επιλογή από το να επιστρέψει στην Ιταλία για ενίσχυση και αναπλήρωση.

Εν τω μεταξύ, οι Ενετοί, παρακινούμενοι από τον Αλέξιο και υποστηριζόμενοι από τον ελληνικό στόλο υπό τον Michael Maurex(3) διώξανε τον πόλεμο στη θάλασσα χωρίς αμφισβήτηση. Ανακατέλαβαν το Δυρράχιο το καλοκαίρι του 1083 και στη συνέχεια ανέκτησαν όλη την Κέρκυρα, εξαιρουμένης της ακρόπολης της Κασσιόπης που ελέγχεται από τους Νορμανδούς στο βορειοανατολικό ακρωτήριο του νησιού.

Πέρα από τον Αυλώνα και την Κασσιόπη, σχεδόν τίποτα από την Ελλάδα δεν έμεινε στα χέρια των Νορμανδών. Και αυτές οι λίγες νορμανδικές δυνάμεις που ήταν ακόμα πιστές στον Γυισκάρδο είχαν απομονωθεί επικίνδυνα και επιρρεπείς σε θαλάσσια επίθεση. Ο Ροβέρτος Γυισκάρδος δεν πρέπει να είχε αυταπάτες: εάν οι βυζαντινές του φιλοδοξίες επρόκειτο να πραγματοποιηθούν, θα έπρεπε να αποσπάσει την κυριαρχία της κάτω Αδριατικής από τους Ενετούς. Οι προετοιμασίες για τη δεύτερη βαλκανική εκστρατεία  βασίστηκαν σε αυτή τη γνώση.

Κατά συνέπεια, ο Γυισκάρδος συγκέντρωσε στον Τάραντα το φθινόπωρο του 1084 αυτό που ο Λούπος Πρωτοσπατάριος(4) ονόμασε «μια τεράστια συγκέντρωση πλοίων και ένας αναρίθμητος στρατός ανδρών». Υπάρχει κάποια διαμάχη σχετικά με τους ακριβείς αριθμούς που εμπλέκονται. Οι σύγχρονοι μελετητές όπως ο Ferdinand Chalandon έχουν υπολογίσει ότι ο στόλος του Guiscard αποτελούνταν από περίπου 150 πλοία, αλλά η μόνη σύγχρονη πηγή που προσέφερε ακριβή αριθμό ήταν ο William of Apulia(5), ο οποίος ισχυρίστηκε ότι η αρμάδα περιελάμβανε 120 οπλισμένα πλοία («armatis centum viginti navibus») κατά μήκος με απροσδιόριστο αριθμό «πλοίων μεταφοράς γεμάτα άλογα, προμήθειες και όπλα». Ο μεγάλος Ιταλός ιστορικός της ναυτιλίας Camillo Manfroni θεωρεί ακόμη και αυτή την εκτίμηση ως υπερβολή, γιατί μόνο ο αριθμός των γαλέρων θα απαιτούσε 12.000 άνδρες μόνο για να τις πληρώσουν. Ωστόσο, δεδομένης της προηγούμενης εμπειρίας του Γυισκάρδου με τη βενετική ναυτική δύναμη, ο δούκας συγκέντρωσε πιθανώς έναν στόλο πολεμικών πλοίων πολύ μεγαλύτερο από αυτόν που είχε χρησιμοποιήσει στην αρχική βαλκανική αποστολή τρία χρόνια πριν.

Ροβέρτος Γυισκάρδος

Ήταν αργά στην ιστιοπλοϊκή περίοδο -ίσως αρχές Σεπτεμβρίου- πριν ο Γυισκάρδος ήταν έτοιμος, έτσι, αντί να περάσουν από το Οτράντο, το λιμάνι που πρόσφερε το συντομότερο πέρασμα προς την Κέρκυρα, τόσο ο Λούπος Πρωτοσπατάριος όσο και ο Γουλιέλμος της Απουλίας ανέφεραν ότι ο Γυισκάρδος επανατοποθέτησε τον στόλο στο Μπρίντιζι, γιατί παρείχε καλύτερο καταφύγιο από τις φθινοπωρινές καταιγίδες. Προφανώς δεν ήθελε να επαναλάβει τη φρικτή εμπειρία του Glossa Point(6) το 1081, όταν ο στόλος του σχεδόν κατεδαφίστηκε στο σύνολό του από μια τρομερή καταιγίδα. Ο δούκας έστειλε μια προκαταβολική μοίρα υπό τους γιους του Ρογήρο Μπόρσα και Γκάι για να εξασφαλίσει ξανά τον Αυλώνα. Ο ίδιος ο Γυισκάρδος προχώρησε με τους γιους Βοημόνδο και Ροβέρδο στο Βουθρωτό στην ηπειρωτική χώρα των Βαλκανίων, ακριβώς απέναντι από τη βορειοανατολική ακτή της Κέρκυρας, με σκοπό να ανακουφίσει τη φρουρά του στην Κασσιόπη. Ο Ρογήρος και ο Γκάι έδωσαν ραντεβού μαζί του εκεί, αλλά ο άγριος καιρός του φθινοπώρου ανάγκασε ολόκληρη την αποστολή να αποσυρθεί για σχεδόν δύο μήνες. Την άνοιξη του 1084 ο βυζαντινός στόλος ενώθηκε στα ανοιχτά της Κέρκυρας με το βενετικό  που είχε αποπλεύσει από το Δυρράχιο, υπό την ηγεσία του γιου του Δόγη. Την ίδια εποχή πιθανότατα θα πρέπει να ανακαταλήφθηκε ο Αυλώνας, το Βουθρωτό και όποιες άλλες παράκτιες περιοχές ήταν ακόμη υπό νορμανδική κατοχή.

Στο μεταξύ, ο Αλέξιος, έχοντας μάθει για τις κινήσεις του Γυισκάρδου, οδήγησε τον  στόλο για να αντιμετωπίσει την αναμενόμενη επίθεση στην Κέρκυρα. Η Άννα Κομνηνή ανέφερε ότι αυτά τα πλοία αγκυροβόλησαν στο λιμάνι του Πασσαρών, που πιστεύεται ότι βρισκόταν στις ακτές της Ηπείρου, κάπου νότια του Βουθρωτού. Έτσι ο Γυισκάρδος μάλλον γνώριζε την παρουσία τους στην περιοχή.

Κάποια στιγμή τον Νοέμβριο, όταν ο καιρός επιτέλους άνοιξε, ο Γυισκάρδος ανέλαβε την πρωτοβουλία περνώντας το στενό της Κέρκυρας προς την Κασσιόπη με ολόκληρο τον στόλο του. Η Κασσιόπη ήταν τειχισμένη πόλη με λιμάνι 19 χμ. βόρεια της πόλης της Κέρκυρας. Ο Ροβέρτος Γυισκάρδος, πληροφορούμενος την έλευση του εχθρικού στόλου, κατευθύνθηκε με όλα του τα πλοία στο κοντινό λιμάνι της Κασσιόπης,  Λίγο αργότερα οι Ενετοί κινήθηκαν για να εμπλακούν. Οι δύο στόλοι προφανώς συγκρούστηκαν στο λιμάνι της Κασσιόπης επειδή η Άννα Κομνηνή λέει ότι η μάχη «έγινε σε κοντινή απόσταση». Σε μια τέτοια μάχη περιορισμένων ελιγμών, το πλεονέκτημα πρέπει να ήταν με τα ψηλότερα βενετσιάνικα σκάφη, τα οποία μπορούσαν να ρίξουν βλήματα κατά βούληση στις γαλέρες του Γυισκάρδου με το χαμηλό ύψος εξάλων τους. Ο Γουλιέλμος της Απουλίας τις ονόμασε «τριήρεις», αλλά αυτό ήταν ξεκάθαρα μια κλασική αναφορά σε αυτά που πιθανώς ήταν διήρεις. «Αυτοί [οι Βενετοί] έριξαν βέλη από ψηλά στους εχθρούς τους και τους απείλησαν με βαριά σιδερένια βάρη», έγραψε. Το αποτέλεσμα πρέπει να ήταν καταστροφικό. «Στο πλοίο που μετέφερε τον Γυισκάρδο κατά τη διάρκεια αυτής της μάχης, δύσκολα θα μπορούσε να βρεθεί ένας άνδρας μη τραυματισμένος», πρόσθεσε ο Γουλιέλμος της Απουλίας. Οι Νορμανδοί δέχθηκαν έναν τρομερό χτύπημα, αλλά επέζησαν από τη συνάντηση και δέχθηκαν ξανά επίθεση τρεις ημέρες αργότερα με το ίδιο αποτέλεσμα. Σύμφωνα με την Άννα Κομνηνή ο βενετοβυζαντινός στόλος έσπευσε από το λιμάνι των Πασάρων στην Κασσιόπη και νίκησε το νορμανδικό σε δύο ναυμαχίες που έλαβαν χώρα μπροστά στο λιμάνι με διαφορά τριών ημερών.

Κατόπιν αποσύρθηκε στο λιμάνι των Πασάρων και είτε από υπερβολική αυτοπεποίθηση, είτε υποτιμώντας τους Νορμανδούς, δεν εκμεταλλεύτηκε τις νίκες του αλλά αντιθέτως αδράνησε και τους αγνόησε. Οι Βενετοί μάλιστα επέλεξαν τα γρηγορότερα πλοία τους και τα έστειλαν στην πόλη τους να ανακοινώσουν τη νίκη τους εναντίον των Νορμανδών. Ο Ροβέρτος Γυισκάρδος ενημερώθηκε για την κίνηση αυτή από έναν Βενετό αυτόμολο ονόματι Πέτρο Κονταρίνι και αποφάσισε να επιτεθεί αιφνιδιαστικά στον εχθρικό στόλο. Ο Νορμανδός δούκας χώρισε το στόλο του σε τέσσερις μοίρες με διοικητές τον ίδιο και τους γιούς του Ρογήρο, Βοημούνδο και Ροβέρτο. Κάθε μοίρα αποτελούνταν από πέντε μεγάλα πλοία συνοδευόμενα από μικρότερα σκάφη υποστήριξης. Η αιχμή του δόρατος των Βενετών ήταν εννέα ψηλά τρίκροτα πλοία ιδανικά για μάχη, ενώ οι Βυζαντινοί είχαν μεγάλο αριθμό μικρότερων σκαφών, «χελάνδια», σύμφωνα με τον Γουλιέλμο της Απουλίας.Οι Βενετοί κράτησαν αμυντική στάση, έδεσαν με καραβόσχοινα τα μεγάλα τους πλοία σχηματίζοντας πελαγολιμένα και μέσα του οδήγησαν τα μικρότερα βυζαντινά.Κατά τη διάρκεια της μάχης, εκτός από τα πυκνά πυρά των όπλων εκηβόλων  (βάλλουν σε μεγάλη απόσταση, όπως τα τόξα) που εξαπέλυε ο συμμαχικός στόλος, οι Βενετοί εκσφενδόνιζαν επιπλέον και σιδερένια βαρίδια από τα ψηλότερα καταστρώματά τους, εμποδίζοντας τους Νορμανδούς να τους προσεγγίσουν. Ο Ροβέρτος Γυισκάρδος διέταξε τότε το Ρογήρο να σπάσει τις αντίπαλες γραμμές και να επιτεθεί με τα πλοία του στα μικρότερα βυζαντινά σκάφη για να τα αποσπάσει από τον υπόλοιπο στόλο. Οι Βυζαντινοί αδυνατώντας να αντισταθούν υποχώρησαν και έτσι τα μεγάλα δυσκίνητα βενετικά πλοία έμειναν δίχως υποστήριξη. Αμέσως ο Γυισκάρδος και οι γιοί του επιτέθηκαν στους Βενετούς με όλες τους τις δυνάμεις. Τα βενετικά πλοία είχαν ελαφρύνει πολύ, διότι είχαν  καταναλωθεί όλες οι προμήθειες από τα αμπάρια, και έτσι έχασαν την σταθερότητά τους. Το αποτέλεσμα ήταν,  οι στρατιώτες που επέβαιναν σε αυτά συγκεντρώνονταν όλοι μαζί στη μία πλευρά του καταστρώματος για να αντιμετωπίσουν τους εχθρούς, τα σκάφη να βυθίζονταν αύτανδρα. Σύμφωνα με τον Γουλιέλμο της Απουλίας, βυθίστηκαν συνολικά επτά βενετικά τρίκροτα ενώ τα υπόλοιπα δύο και επτά μικρότερα βυζαντινά πλοία καταλήφθηκαν από τους Νορμανδούς.Οι απώλειες, κυρίως των Βενετών, σε ανθρώπινο δυναμικό ήταν τεράστιες. Η Άννα Κομνηνή υπερβάλλοντας, αναφέρει ότι 13.000 Βενετοί πολεμιστές πνίγηκαν μόνο κατά τη βύθιση των πλοίων τους. Οι αριθμοί των συνολικά 5.000 νεκρών και των 2.500 Βενετών κυρίως αιχμαλώτων, φαίνονται να βρίσκονται πιο κοντά στην αλήθεια. Σύμφωνα με την Άννα Κομνηνή ο Ροβέρτος Γυισκάρδος φέρθηκε με μεγάλη σκληρότητα στους Βενετούς αιχμαλώτους ακρωτηριάζοντας πολλούς από αυτούς, ενώ επέτρεψε την εξαγορά των υπολοίπων από τους συγγενείς τους. Συγχρόνως τους πρότεινε την έναρξη διαπραγματεύσεων για σύναψη ειρήνης, την οποία όμως αρνήθηκαν, παραμένοντας πιστοί στον αυτοκράτορα.  Μετά τη μεγάλη του νίκη ο Ροβέρτος Γυισκάρδος κατέλαβε το νησί της Κέρκυρας και απελευθέρωσε τη νορμανδική φρουρά. Κατόπιν, για να προστατέψει τα πλοία του από τις καιρικές συνθήκες του επερχόμενου χειμώνα, αποφάσισε να τα τραβήξει στη στεριά, στις εκβολές του Γλυκέως ή Αχέροντα ποταμού, στο σημερινό λιμάνι του Φαναρίου. Εκεί έμειναν οι πεζοί στρατιώτες και οι ναύτες του, ενώ ο ίδιος με το ιππικό πήγαν να διαχειμάσουν στη Βόνιτσα. Όμως το δριμύ ηπειρωτικό ψύχος που ενέσκηψε στην περιοχή, η έλλειψη τροφίμων, πιθανότατα λόγω παρεμπόδισης του νορμανδικού εφοδιασμού από βυζαντινά στρατεύματα, και μια μεταδοτική ασθένεια που εξαπλώθηκε ταχύτατα  προκάλεσαν τεράστιες απώλειες στους Νορμανδούς. Πέθαναν σχεδόν 10.000 άνδρες· ναύτες, πεζικάριοι και ιππείς, σε λιγότερο από τρεις μήνες, ανάμεσά τους και 500 από τους βαρόνους και τους άλλους ευγενείς ιππότες. Από την επιδημία προσβλήθηκε και ο ίδιος ο Βοημούνδος, ο οποίος ζήτησε και έλαβε την άδεια από τον πατέρα του να επιστρέψει στην Ιταλία για να αναρρώσει. Ο Ροβέρτος Γυισκάρδος δεν πτοήθηκε από τα ατυχή αυτά γεγονότα και την άνοιξη του 1085 διέταξε τον Ρογήρο Borsa να μεταβεί με τμήμα του στρατού και του στόλου στην Κεφαλονιά και να την κυριεύσει.Τον Ιουλίου του 1085, ο Νορμανδός δούκας μετέβη στην Κεφαλονιά λίγες ημέρες πριν το θάνατό του. Θάνατος του Ροβέρτου Γυισκάρδου στην Κεφαλονιά σήμαινε και το τερματισμό των συγκρούσεων

Τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, οι υπηρεσίες που προσέφεραν στον Αλέξιο οι Βενετοί με το στόλο τους ήταν απαραίτητες, δίχως τις οποίες δε θα μπορούσε να νικήσει τελικώς στον πόλεμο αυτό. Ο Αλέξιος είχε ήδη στείλει πλούσια δώρα στη Βενετία ευγνωμονώντας για τη βοήθεια της Οι ναυμαχίες αυτή έλαβαν χώρα στο πλαίσιο της βυζαντινο -βενετικής συνεργασίας κατά των Νορμανδών των οποίων η παρουσία στον μεσογειακό χώρο ήταν εξίσου ενοχλητική και για τους δύο.

Οι άνδρες του Ροβέρτου Γυισκάρδου πολέμησαν μανιασμένα όμως η απειρία τους στις ναυμαχίες τους πρόδωσε Οι Βενετοί είχαν υιοθετήσει το παλιό βυζαντινό τέχνασμα να ανυψώνουν μικρές βάρκες επανδρωμένες με στρατιώτες στο κατάρτι απ’ όπου εύκολα μπορούσαν να χτυπούν τους εχθρούς από ψηλά.Φαίνεται επίσης ότι είχαν μάθει από τους Έλληνες το μυστικό για το υγρό πυρ καθώς ένας Νορμανδός χρονικογράφος ο Τζόφρεϊ Μαλατέρα περιγράφει πως “έριχναν αυτή τη φωτιά που λέγεται ελληνική και δε σβήνει με νερό μέσα από υποβρύχιους σωλήνες Έτσι με πανουργία έκαψαν ένα από τα πλοία μας κάτω από τα κύματα της θάλασσας”

 

Η πρώτη φάση τελείωσε εδώ.

Κατά τα μέσα του 12ου αιώνα όταν ξεκίνησε η τρίτη νορμανδική επιχείρηση εναντίον της Κέρκυρας παράλληλα με την έναρξη της Δεύτερης Σταυροφορίας ,στον αυτοκρατορικό θρόνο βρίσκονταν ο Μανουήλ Α΄ Κομνηνός  και στον θρόνο της Σικελίας ο Ρογήρος Β΄(7).   

Ρογήρος Β

Ο Μανουήλ Α΄ Κομνηνός (1143-80), εγγονός του Αλεξίου, ένας αυτοκράτορας που ήταν γνωστός για τα φιλοδυτικά αισθήματά του, κληρονόμησε μεγάλο ναυτικό στόλο Κατά τη βασιλεία του, ο βυζαντινός στόλος ήταν εντυπωσιακός, ο μεγαλύτερος μεταξύ των δυνάμεων της εποχής, ικανός να διατρανώσει την ισχύ της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (μετέπειτα Βυζάντιο).

O Μανουήλ ήθελε να τελειώσει οριστικά με τους Νορμανδούς γι΄ αυτό  μετά την απελευθέρωση της Κέρκυρας σκόπευε να μεταφέρει τον πόλεμο στην απέναντι πλευρά του Ιονίου. Η  έναρξη των επιχειρήσεων άρχισε την άνοιξη του 1148 με τον αυτοκράτορα να ηγείται ο ίδιος προσωπικά εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα την βοήθεια των Βενετών για 6 μήνες, οι Κουμάνοι όμως καθυστέρησαν την όλη επιχείρηση εισβάλοντας στην Θράκη, ο Ρογήρος επωφελήθηκε από τις δυσκολίες του αυτοκράτορα και ετοίμασε ένα μεγάλο στόλο με καράβια που είχε συγκεντρώσει από κάθε μέρος του βασιλείου του διορίζοντας ναύαρχο τον Γεώργιο της Αντιόχειας.

 Ο ναύαρχος σάλπαρε από το Μπίντιζι και έφθασε στην Κέρκυρα χωρίς προβλήματα, η πόλη της Κέρκυρας πολιορκήθηκε και δεν πρόβαλε καμία αντίσταση χάρη στην συνεργασία των κατοίκων που λόγω της βαριάς φορολογίας προτιμούσαν για την σωτηρία τους να κάνουν συμφωνία με τον αρχηγό του εχθρού. Πράγματι μετά από διαπραγματεύσεις οι κάτοικοι δέχθηκαν μια φρουρά από 20 Νορμανδούς στρατιώτες και έτσι υποτάχθηκαν σε αυτούς, ο Γεώργιος της Αντιόχειας μετά την επιτυχία του αυτή κατηύθυνε τον στόλο του προς άλλες ελληνικές ακτές φτάνοντας έως την Εύβοια, μετά οδήγησε και πάλι τον στόλο του γεμάτο λάφυρα πίσω στην Κέρκυρα.

Στο νησί ενίσχυσε με συμπληρωματικά έργα το κάστρο της πόλης ώστε να δυσκολέψει οποιαδήποτε επίθεση.


Η Μάχη για την Κέρκυρα(8)

Αν και οι Βυζαντινοί είχαν ξεκάθαρα την υπεροχή στη θάλασσα, οι ναυτικές απειλές από τη Δύση ολόενα αυξάνονταν. Η Σταυροφορία τους έδωσε την ευκαιρία και την εμπειρία, παράλληλα με τη δικαιολογία, να πλεύσουν ανατολικά και να πολεμήσουν σε ξηρά και θάλασσα. Η πειρατεία ήταν σε άνοδο. Κατά το δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του 1140, τα δυτικά πλοία ήταν σε θέση να εξαπολύουν επιδρομές ακόμη και στην ηπειρωτική Ελλάδα. Πλέον παρεμπόδιζαν τη ζωτική σημασίας, για την αυτοκρατορία, θαλάσσια οδό από την Αδριατική στο Αιγαίο και από κει στον Βόσπορο.

Την άνοιξη του 1147, ο Ρογήρος Β΄, ηγεμόνας της νορμανδικής Σικελίας, έκανε μια τολμηρή κίνηση: επιτέθηκε και κατέλαβε την ανυπεράσπιστη Κέρκυρα, και στη συνέχεια έστειλε τον στόλο του γύρω από την Ελλάδα και λεηλάτησε την Κόρινθο, την Εύβοια και τη Θήβα, το μεγάλο κέντρο παραγωγής μεταξιού. Ενώ η κίνησή του αυτή δεν σήμαινε μια ολομέτωπη επίθεση, προκάλεσε τη βίαιη αντίδραση του Μανουήλ. Συνθηκολόγησε ακόμη και με τους Σελτζούκους Τούρκους του Ικόνιου, ενώ η Β΄ Σταυροφορία ήταν σε εξέλιξη, ερχόμενος σε αντιπαράθεση με τους δυτικούς συμμάχους του. Η ενετική βοήθεια επίσης διασφαλίστηκε μέσω της επέκτασης εμπορικών προνομίων, ήδη παραχωρημένων από τον Αλέξιο, συμπεριλαμβάνοντας τις αγορές της Κρήτης και της Κύπρου.

Ο Μανουήλ έκτισε έναν τεράστιο στόλο. Οι χρονικογράφοι, Ιωάννης Κίνναμος και Νικήτας Χωνιάτης, μιλούν για περισσότερα από χίλια πολεμικά πλοία και μεταγωγικά πλοία, που μετέφεραν δεκάδες χιλιάδες στρατιωτών, χωρί να προσμετρώνται οι Βενετοί σύμμαχοι. Οι σύγχρονοι ιστορικοί θεωρούν ότι τέτοιοι αριθμοί είναι υπερβολικοί: αλλά ακόμη και έτσι, ο πιθανός αριθμός τους είναι αρκετές εκατοντάδες. Επρόκειτο για ένα εκστρατευτικό σώμα, του οποίου το μέγεθος, κανένα άλλο ευρωπαϊκό κράτος δεν μπορούσε να κινητοποιήσει και να οργανώσει. Είχε ως σκοπό να εντυπωσιάσει τους βάρβαρους της Δύσης επιδεικνύοντας το μέγεθος και την ικανότητα της βυζαντινής πολεμικής μηχανής, αλλά την ίδια στιγμή προκάλεσε δριμεία κριτική εκ των έσω.

Αυτό το γιγαντιαίο εκστρατευτικό σώμα τέθηκε σε κίνηση την άνοιξη του 1148. Η επιχείρηση ήταν περίπλοκη, το λιγότερο που μπορεί να πει κανείς, και από την αρχή δεν πήγε σύμφωνα με το σχέδιο, συναντώντας προβλήματα που σχετίζονταν με την απειρία μέρους των Βυζαντινών ναυτικών διοικητών (αφού τα πλοία μπορούν να κατασκευαστούν σχετικά γρήγορα, όμως η δημιουργία έμπειρων διοικητών ήταν ένα άλλο ζήτημα).

Ο αυτοκράτορας Μανουήλ αποφάσισε να αντιμετωπίσει τους Νορμανδούς από στεριά και θάλασσα, την αρχηγία του στόλου την έδωσε στον Κοντοστέφανο με τον τίτλο του Μεγάλου Δούκα και την αρχηγία του στρατού δόθηκε στον Ιωάννη Αξούχο με τον τίτλο του Μεγάλου Δομέστικου. Ο αυτοκρατορικός στρατός μαζί με τον συμμαχικό φθάνει μέχρι το λιμάνι της Κέρκυρας αρχίζοντας κατευθείαν τις ενέργειες για την κυρίευση της πόλης, επιχείρηση βέβαια πολύ δύσκολη, οι δυσκολίες προέρχονταν από τα τεχνικά χαρακτηριστικά της οχύρωσης η οποία βρισκόταν πάνω  σε ψηλούς βράχους και πρόβαλλε κατακόρυφα σε ένα βαθύ κομμάτι θάλασσας ,η πόλη επίσης περιστοιχιζόταν από ισχυρά τείχη και πανύψηλους πύργους. Στην συνέχεια ο αυτοκρατορικός και ο συμμαχικός στόλος κύκλωσαν ολόκληρο το νησί και ο Κοντοστέφανος πριν δώσει εντολή για επίθεση πρότεινε την Νορμανδική φρουρά να παραδοθεί χωρίς μάχη.

Οι Νορμανδοί αντίθετα έκλεισαν τις πύλες και τοποθέτησαν στα τείχη μεγάλο αριθμό τοξοτών, σφενδονιστών και πολεμικών μηχανών κάθε τύπου, προετοιμαζόμενοι για αποφασιστική άμυνα, εκείνη την στιγμή δόθηκε εντολή στα πολιορκητικά στρατεύματα να αρχίσουν την επίθεση εκτοξεύοντας βλήματα κάθε είδους, ωστόσο οι Βυζαντινοί εκσφενδόνιζαν με πολύ κόπο πέτρες και βέλη χωρίς να προκαλέσουν ζημιά στους εχθρούς. Αντίθετα οι Νορμανδοί με ευκολία εκτόξευαν προς τα κάνω καταφέρνοντας να κάνουν μεγάλη ζημιά στους επιτιθέμενους, ο διοικητής προσπαθούσε να εμψυχώσει τους στρατιώτες του με την παρουσία του αλλά κάθε προσπάθεια ήταν μάταιη, ο χρονικογράφος Δάνδολος αναφέρει πως « οι πέτρες ήταν βρεγμένες από το αίμα των Βενετών».

Ο Μεγάλος Δούκας Κοντοστέφανος κατασκεύασε μια πολύ μεγάλη σκάλα η οποία ξεπερνούσε σε ύψος τα τείχη της πόλης ελπίζοντας με αυτόν τον τρόπο να μπει  ένα τμήμα του στρατού του μέσα, ένας μεγάλος βράχος όμως έπεσε πάνω στην σκάλα σπάζοντας την στην μέση και ένα από τα δύο κομμάτια χτύπησε τον Κοντοστέφανο προκαλώντας του θανάσιμο τραύμα, μεταφέρθηκε στο πλοίο του και με εντολή του  διέταξε να μην μαθευτεί η κατάσταση που βρισκόταν  στο στράτευμα και προκληθεί πανικός. Εν συνεχεία φώναξε τον γιό του Ανδρόνικο προτρέποντάς τον να παραμείνει αφοσιωμένος στον αυτοκράτορα και στην επιχείρηση εκπόρθησης της Κέρκυρας.

Πολύ γρήγορα μαθεύτηκε το συμβάν και επικράτησε πανικός, όταν το πληροφορήθηκε ο αυτοκράτορας δυσαρεστήθηκε και ονόμασε νέο Μεγάλο Δομέστικο τον Ιωάννη Αξούχο, τα γεγονότα αυτά παρέτειναν όπως ήταν φυσικό την πολιορκία και μέσα από την κατάσταση πανικού που βρίσκονταν το στράτευμα άρχισε η διάσπαση Βυζαντινών και Βενετών, ο Μέγας Δομέστικος έφτασε στο σημείο να στείλει εναντίον των Βενετών τους στρατιώτες της φρουράς του και ένα μέρος του στρατού. Οι Βενετοί τότε επιβιβάστηκαν στα πλοία τους και κατέφυγαν σε ένα κοντινό νησάκι την Αστερίδα που πιθανόν μπορεί να ταυτιστεί με το σημερινό Αρκούδι ανάμεσα στην Ιθάκη και την Λευκάδα. Ο Μανουήλ δεν έδωσε σημασία λόγω της πολιορκίας και έτεινε χέρι φιλίας στους Βενετούς.

Τέλος  πήρε από τους Βενετσιάνους στόλο από 40 γαλέρες και μεγάλο αριθμό άλλων πλοίων Όταν ο Ρογήρος Β΄ έμαθε πως ο αυτοκράτορας βρισκόταν στην Κέρκυρα, την  άνοιξη του 1149 έδωσε εντολή στον στόλο του να πραγματοποιήσει ελιγμούς με σκοπό να οδηγήσει τον αυτοκράτορα να λύσει την πολιορκία. Ο Μανουήλ δεν κινήθηκε καθόλου και έδωσε εντολή στον ναύαρχο Κουρούπη  να οδηγήσει ένα μέρος του στόλου εναντίον του νορμανδικού, όσων αφορά την πολιορκία αποφασίστηκε να τοποθετήσουν πάνω σε μερικά πλοία, τα οποία ήταν δεμένα μεταξύ τους, ώστε να σχηματίζουν βάση για την μεγάλη σκάλα και να επιτεθούν στην πόλη. Ο Μανουήλ απευθύνθηκε στους στρατιώτες του λέγοντας τους πως αν ξέφευγαν από τον θάνατο εκείνη την σοβαρή και δύσκολη στιγμή δεν θα τους αντιμετώπιζε σαν αυτοκράτορας αλλά σαν πατέρας, αν όμως η μοίρα ήθελε να πέσουν πολεμώντας με τιμή, υπερασπιζόμενοι την πατρίδα τους, αυτός (ο αυτοκράτορας) θα προέβλεπε  για ό,τι θα είχαν ανάγκη οι οικογένειες τους σε σημείο που θα τους ζήλευαν οι επιζώντες.

Πρώτος ανέβηκε ο Πουπάκης, αρχηγός της φρουράς του Ιωάννη Αξούχου, έπειτα τέσσερις Ιταλοί και τα αδέρφια Πετραλίφα, βλέποντας το παράδειγμα τους οι στρατιώτες που βρίσκονταν στα πλοία άρχισαν να ανεβαίνουν και αυτοί με σηκωμένες τις ασπίδες τους και τα σπαθιά στο χέρι, οι Νορμανδοί από την άλλη πλευρά αμύνονταν πετώντας πέτρες και βλήματα. Ο Πουπάκης κατάφερε να ανέβει στο κάστρο και να αρχίσει την μάχη σώμα με σώμα , όμως η σκάλα έσπασε και όλοι όσοι ήταν πάνω γκρεμίστηκαν, άλλοι έπεσαν στην θάλασσα, άλλοι συντρίφθηκαν στα βράχια και στα πλοία και κάποιοι θάφτηκαν κάτω από τις πέτρες που πετούσαν οι αμυνόμενοι, η πολιορκία παρέμεινε ανεπιτυχής.

Μερικά πλοία λειτούργησαν ως πολιορκητικές μηχανές. Κάποια άλλα ήταν εφοδιασμένα με υγρό πυρ αν και δεν πρέπει να το χρησιμοποίησαν ποτέ κατά τη διάρκεια της επιχείρησης. Σε κάθε περίπτωση, το ολιγάριθμο ναυτικό των Νορμανδών της Σικελίας, βγήκε εύκολα από τη μέση από τη συμμαχική αρμάδα Βυζαντινών και Βενετών.

Για τον Ρογήρο, η επίθεση στην Κέρκυρα αποσκοπούσε στην επίδειξη της πολεμικής ετοιμότητας του βασιλείου του και όχι στη διεξαγωγή ενός ολομέτωπου πολέμου. Έχοντας μόλις προάγει τον εαυτό του από Κόμη σε Βασιλιά της Σικελίας , προσπαθούσε ακόμη να συγκροτήσει το βασίλειό του στη Σικελία και τη νότια Ιταλία. Ο αυτοκράτορας Μανουήλ, από την πλευρά του, ήθελε να δώσει ένα μάθημα σε αυτόν τον σφετεριστή μεταχειρίζοντάς τον ως επαναστάτη ή πειρατή και δείχνοντάς του τι μπορούσε να κάνει μια πραγματική αυτοκρατορία.

Δυστυχώς για τον Ρογήρο, βρισκόμενος αντιμέτωπος με τη βυζαντινή αντεπίθεση, της οποίας το μέγεθος ξεπερνούσε κάθε προσδοκία, μπορούσε να διαθέσει μόλις 40 πλοία προς ενίσχυση των δυνάμεών του στην Κέρκυρα. Αυτό ο στόλος ήταν πολύ μικρός για να πετύχει οτιδήποτε, οπότε τον έστειλε εναντίον της Κωνσταντινούπολης ελπίζοντας στη δημιουργία αντιπερισπασμού.

Η πολιορκία συνεχίστηκε ακόμα πιο ασφυκτικά, λίγες μέρες μετά την τελευταία συμπλοκή στάλθηκαν απεσταλμένοι από την Κέρκυρα και ζήτησαν να παραδοθούν και να αποσυρθούν με τα όπλα τους και με ό,τι άλλο είχαν στην κατοχή τους,  η νορμανδική βοήθεια που τους είχαν υποσχεθεί δεν είχε έρθει ποτέ και η έλλειψη τροφίμων ήταν πλέον αισθητή.

Ο αυτοκράτορας μπήκε στην πόλη το καλοκαίρι του 1149 και εγκατέστησε ισχυρή φρουρά, έπειτα βράβευσε μερικούς τοπικούς άνδρες για την πίστη τους στην αυτοκρατορία, βελτίωσε περεταίρω την ενίσχυση των τειχών, οχύρωσε το λιμάνι, έσκαψε δεξαμενές και κατασκεύασε πολεμικές μηχανές, έπειτα σάλπαρε για τον Αυλώνα και μετά από μία μικρή στάση εκεί ξεκίνησε να σχεδιάζει την εκστρατεία του στην Σικελία(9).

-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

 

  1. 1.Άννα Κομνηνή «Αλεξιάς». Ιστορικό έργο, που ολοκληρώθηκε γύρω στο 1148
  2. 2.Ο Αλέξιος Α΄ Κομνηνός(1048/105615 Αυγούστου 1118)  Βυζαντινός Αυτοκράτορας από το 1081 ως το 1118. Εξέχουσα στρατιωτική και πολιτική μορφή, ήταν ο ουσιαστικός θεμελιωτής της δυναστείας των Κομνηνών, μίας από τις ενδοξότερες δυναστείες της βυζαντινής ιστορίας
  3. 3.Ο Maurex ή Maurikas (ελληνικά: Μαύρηξ/Μαυρίκας) ήταν βυζαντινός ναυτικός διοικητής που δραστηριοποιήθηκε στο δεύτερο μισό του 11ου αιώνα, κυρίως στους Βυζαντινο-Νορμανδικούς Πολέμους
  4. 4.Ο Lupus Protospatharius Barensis ήταν ο φημισμένος συγγραφέας του Chronicon rerum in regno Neapolitano gestarum (ονομάζεται επίσης Annales Lupi Protospatharii), μια συνοπτική ιστορία από το 805 έως το 1102.
  5. 5.Ο Γουλιέλμος Β΄ της Απουλίας και της Καλαβρίας(Guglielmo II di Puglia109528 Ιουλίου 1127) μέλος του Οίκου των Ωτβίλ και Δούκας της Απουλίας και της Καλαβρίας (1111 - 1127) ήταν γιος και διάδοχος του Ρογήρου Α' της Απουλίας
  6. 6.Αιγαίο Πέλαγος.(Muglia) Τουρκία έναντι από το νησί της Ρόδου
  7.  7.Ο Ρογήρος Β΄ δεν συμμετείχε ο ίδιος ποτέ σε εκστρατεία στην Κωνσταντινούπολη, ανέθεσε όλες τις επιχειρήσεις στον ικανότατο Γεώργιο της Αντιόχειας που απέπλευσε με 70 γαλέρες από το Οτράντοκαι επιτέθηκε στην Κέρκυρα. Ο Νικήτας Χωνιάτηςγράφει ότι το νησί συνθηκολόγησε χάρη στην δωροδοκία των Νορμανδών που τους δέχτηκε ως ελευθερωτές, στην συνέχεια άφησε ο Γεώργιος στην Κέρκυρα μία φρουρά 1000 ανδρών και επιτέθηκε στην Πελοπόννησο.  Έχασε την Κέρκυρα (1149).

8. Ο μέγας στόλος του αυτοκράτορα Μανουήλ Α΄ Κομνηνού - Α' Μέρος του Aυγουστίνου Κομπαγιάσι, ιστορικού

Η ΑΝΑΒΙΩΣΗ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΥ ΝΑΥΤΙΚΟΥ ΕΠΙ ΚΟΜΝΗΝΩΝ ΚΑΙ Η ΤΕΛΙΚΗ ΠΑΡΑΚΜΗ ΤΟΥ ΤΟΝ 12Ο ΑΙΩΝΑ..

9. Χρήστος Χατζηλίας Η απελευθέρωση της Κέρκυρας από τον Μανουήλ Α΄ ΚομνηνόΠΗΓΗ: Βιχελμίνα Ζάχου, “ H ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΔΡΙΑΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΙΟΝΙΟΥ (11ος– 12ος ΑΙΩΝΑΣ)”. Διπλωματική τεκμηρίωση. Σελ. 262-270

 

 

 

 

 

 

 

Οι φωτογραφίες του Alois Beer στην Κέρκυρα

  Οι φωτογραφίες του Alois Beer στην Κέρκυρα

Ο ALOIS BEER, (1839/1840 - 1916).Αυστριακός επαγγελματίας φωτογράφος. Ξεκίνησε την ενασχόληση του με τη φωτογραφία γύρω στο 1857 ανοίγοντας διαδοχικά φωτογραφικά ατελιέ σε διάφορες πόλεις όπως το Κλάγκενφουρτ και  τη Τεργέστη. Το 1863 ίδρυσε το πρώτο του στούντιο στο Neubaugasse της Βιέννης, την ίδια χρονιά διηύθυνε επίσης ένα καλοκαιρινό στούντιο για 6 εβδομάδες στο καφενείο της οικογένειας Beer στο Klagenfurt. O Alois Beer ασχολήθηκε με τις αστικές φωτογραφίες και τις φωτογραφίες τοπίου από τις αρχές της δεκαετίας του 1870 Ταξίδεψε φωτογραφίζοντας σχεδόν σε ολόκληρη την Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία και μετά το 1885 έλαβε τον τίτλο του αυτοκρατορικού φωτογράφου. Γύρω στο 1870 βρέθηκε για ένα διάστημα στην Κέρκυρα, όπου τράβηξε μια σειρά από τοπία και απόψεις της πόλης και του νησιού. Πολλές φωτογραφίες του  εξέδωσε σε σειρές ταχυδρομικών δελταρίων. Ορισμένες λήψεις μαρτυρούν τη συνεργασία του με  το κερκυραίο φωτογράφο Bartolomeo Borri και τον εκδότη - φωτογράφο Angelo Ferrugia. Ο Beer επισκέφτηκε και την Αθήνα όπου φωτογράφησε μνημεία και απόψεις της πόλης.

 Αlois Beer

 

O Beer δημοσιέυσε:

KΑΤΑΛΟΓΟΣ

Πρωτότυπες φωτογραφίες

Έκδοση φωτογραφικού-καλλιτεχνικού στούντιο της ALOIS BEER, 1892

Μέσα στον κατάλογο αυτόν αναφέρονται και οι φωτογραφίες της Κέρκυρας .Αλμπουμίνες από τις περισσότερες από αυτές παραθέτουμε.

3450     Corfu von der Insel Vido  

3451   Hafen von Corfu

3452   Corfu, Partie an der Strada Marina......

3453      Corfu, Castel Nordseite..........    

3453 a   Corfu, deutsches Consulat .........   

3454       Corfu, königl. Palast

       Corfu, St. Georgsstrasse

3456   Corfu, Hotel Bell Venise

3457   Corfu vom Castell............  

3458   Corfu vom Castell

3459   Corfu vom Castell............                

3460   Corfu, Castell Südseite........ 

3461   Corfu, Gedächtnisstempel an Sir Maitland

 

3462   Castrades, Blick auf Corfu.........          

3463   Castrades, Blick auf Corfu.........          

3464   Am Portale von Mon Repos

3465   Blick auf Corfu von Mon Repos.......         

3466   Blick auf Corfu von Mon Repos

3467   Mon Repos, Park-Partie

3468   Mon Repos, Park-Partie..........          

   

3469   Mon Repos, Park-Partie

3470   Mon Repos, Park-Partie..........

3471   Mausinsel von Canone...........             

3472   Gasturi

3472 b Gasturi, Terasse der kaiserl. Villa

3473   Brunnen in Gasturi...........         

       

3474   Benizze ...............     

      

3475   Aus der Umgebung von Benizze.......          

 

3476   Oliven wähl-Partie..........                 

3476 a Olivenwald-Partie..........                       

3476 b Olivenwald-Partie...........   

3476 c Olivenwald-Partie.        

3477   Pelleka

              

3478   Pelleka, Blick nach Süd

3479   Taverna an der Strasse nach Ipso

3480   An der Strasse von Ipso

3481   Aus Ipso  

3482   Küste bei Paläokastrizza

3483   Partie bei Paläokastrizza.........     

3484   Aus der Umgebung von Corfu

3485   Aus der Umgebung von Corfu......               

3486   Potamo.............                           

3487   Mandukion..........                         

3490   Strasse nach Gasturi.......                 

   3491   Porta Reale ..........                                                                     

3492 Vor Porta Reale.............         

3493 Hafen Corfu von West..........   

 3494 Aus dem Hafen von Corfu.........   

  3495 Aus dem Hafen von Corfu.........       

 3496 Ans dem Hafen von Corfu.........     

3497 Aus dem Hafen von Corfu.........       

3498 Aus dem Hafen von Corfu.........       

3499 Aus dem Hafen von Corfu.........     

3500 Aus dem Hafen von Corfu.........     

\3501 Aus dem Hafen von Corfu.........     

3510 Fischfang in Castrades ..........   

3511 Fischfans: in Castrades..........   

3512 Fischfang in Castrades ........:  . 

3513 Fischfang in Castrades ..........   

3514 Fischfang in Castrades ..........   

3515 Fischfang in Castrades ..........   

3516 Fischfang in Castrades ..........   

3517 Fischfang in Castrades..........    

 

 

 

H τελετή δημιουργίας της Επτανήσου Πολιτείας

H τελετή δημιουργίας της Επτανήσου Πολιτείας

Μετά από μακρόχρονες προτάσεις, συζητήσεις και αντιρρήσεις των Αυλών Ρωσίας και Τουρκίας υπογράφτηκε στην Κωνσταντινούπολη Συνθήκη στις 21 Μαρτίου 1800, στην οποία αποφασίστηκε η αυτονόμηση της Επτανήσου Πολιτείας, υπό την επικυριαρχία της Υψηλής Πύλης και η ανάθεση της προστασίας των Θρησκευτικών δικαιωμάτων των κατοίκων της, στον Αυτοκράτορα της Ρωσίας. Οι αντιπρόσωποι των κατοίκων των Ιονίων Νήσων, ο Κόντε Αντώνιος Μαρία Καποδίστριας (πατέρας του Ιωάννη Καποδίστρια) και ο Κόντες Νικόλαος Σιγούρος Δεσύλλας, συνέταξαν σχέδιο συντάγματος για την Επτάνησο Πολιτεία Ως σημαία της Επτανήσου Πολιτείας ορίστηκε να τεθεί πάνω σε κυανό ύφασμα το κίτρινο φτερωτό λιοντάρι της Βενετίας κρατώντας όμως το Ευαγγέλιο κλειστό με ένα σταυρό την χρονολογία 1800 και επτά λόγχες που θα συμβόλιζαν τα Επτάνησα .

Οι Αντωνομαρία κόντε Καποδίστριας και Γραδενίγο Σιγούρο κόντε Δεσύλλας επιλέχθηκαν από την Υψηλή Πύλη ως συνομιλητές της. Τα αιτήματα τους ήταν: α) η αναγνώριση των νησιών και των παραρτημάτων τους ως ανεξάρτητη Πολιτεία από την Υψηλή πύλη, β) η παραχώρηση διευκολύνσεων προς τον επτανησιακό στόλο στα λιμάνια της οθωμανικής αυτοκρατορίας, γ) η διαφύλαξη των συνόρων ανάμεσα στα Επτάνησα και στα εδάφη του Αλή Πασά και δ) η παραχώρηση εμπορικών και ναυσιπλοϊκών διευκολύνσεων. Οι πληρεξούσιοι της Επτανήσου, ενδυθέντες καταλλήλως ως Επτανήσιοι ευγενείς, αναχώρησαν εκ της εν Πέραν κατοικίας των, έφιπποι, συνοδευόμενοι υπό του διερμηνέως, του γραμματέως των και της άλλης συνοδείας των υπηρετών των. Όταν έφθασαν εις το Τοπ Χανέ εισήλθαν εις πολυτελέστατο πλοιάριο, παραχωρηθέν υπό του Σουλτάνου.

Πλείστα ακάτια Ελλήνων της Κωνσταντινουπόλεως και λέμβοι των παρορμούντων εκεί ελληνικών πλοίων συνόδευαν το πλοιάριο των πληρεξουσίων, μέχρι της πλευρίσεως του εις την αποβάθρα του Βαχρέ. Εκεί τους ανέμεναν ίπποι φέροντες χρυσούς χαλινούς και ’εφίππια επίχρυσα μετά χρυσών αναβατήρων. Ανελθόντες δε επί των ίππων κατευθύνθηκαν εις την Υψηλή Πύλη. Τότε ο Μέγας Διερμηνεύς Κωνσταντίνος Υψηλάντης τους παρέλαβε και τους οδήγησε εις τον Ρέις εφένδη, τον υπουργό των Εξωτερικών της Τουρκίας, και κατόπιν εις αυτόν τον Μέγαν Βεζύρην. Τούτον προσφώνησε καταλλήλως ο Καποδίστριας, απήντησε δε ο Οθωμανός μεγιστάνας. Ακριβώς τότε εισήρθαν εις την αίθουσα εις ιγιούζμπασης» (εκατόνταρχος), πολυτελέστατα ενδεδυμένος, φέρων εις τας χείρας του την Σημαία της νέας Πολιτείας και μέσα εις χρυσοποίκιλτο θήκη το Σύνταγμα της Επτανήσου μετά του φιρμανιού και του διπλώματος.

Ο Μέγας Βεζύρης έλαβε αυτά ανά χείρας, τα ησπάσθη και τα έθεσε επί της κεφαλής του εις ένδειξη σεβασμού. Κατόπιν τα παρέδωσε εις τον Καποδίστριαν ειπών προς αυτόν: «Εύχομαι εις την νέα Πολιτεία πολλά τα έτη και ευημερία!».

(Στη συγκρότηση της «Επτανήσου Πολιτείας» σημαντικός ήταν ο ρόλος του Αντώνιου-Μαρία Καποδίστρια (Κέρκυρα, 1741-1821), πατέρα του Ιωάννη Καποδίστρια. Επιφανής νομικός και πολιτικός, συνέβαλε στην επεξεργασία και την επικύρωση από τους συμμάχους ηγεμόνες του «Βυζαντινού» Συντάγματος της Επτανήσου. Διορίστηκε εντεταλμένος («Αυτοκρατορικός Επίτροπος») του Σουλτάνου στα Ιόνια Νησιά για την εφαρμογή του νέου πολιτεύματος. Διετέλεσε κατά την περίοδο 1803-1807 Πρόεδρος (Έφορος) της «Γενικής Τιμητείας», που ήταν το ανώτατο δικαστικό αξίωμα της εποχής του.)

Μετά την τελετή της αναγνωρίσεως της νέας Πολιτείας και της παραδόσεως εις τους πληρεξουσίους της Σημαίας και του Συντάγματος αυτής, οι απεσταλμένοι αποχαιρέτησαν τον Μέγαν Βεζύρην, όστις προσέφερνε εις αυτούς πολύτιμα δώρα, και εισήρθαν εις την μεγάλη αίθουσα του Συμβουλίου. Προπορεύονται, Κεφαλλήν πλοίαρχος, κρατών εις τας χείρας του την Σημαία του νέου Κράτους, και εις άλλος ‘Έλλην το Σύνταγμα.

Εις την αίθουσα ανέμεναν πλείστοι εξέχοντες ομογενείς της Πόλεως καθώς και Μουσουλμάνοι, σι οποίοι ξέσπασαν εις ζητωκραυγές επί τη θέα της πρώτης σημαίας ενός απελευθερωθέντος τμήματος του ελληνικού Έθνους. Ιδίως σι Έλληνες δακρύζοντες κατεφίλουν την Σημαία εκείνην, τις οίδε αναλογιζόμενοι δια το μέλλον της υποδούλου πατρίδος των. Ναι, η Σημαία εκείνη προμήνυε την μέλλουσα ανάσταση και απελευθέρωση του δυστυχισμένου και τυραννισμένου ελληνικού Γένους. Γενική τότε ξέσπασε κραυγή από τα χείλη των ομογενών: «Ζήτω η νέα ελληνική πολιτεία»! «Ζήτω η ελευθέρα Επτάνησος»!

 Προσφέρθηκαν αναψυκτικά κατά το τουρκικό έθιμο και τέλος η Επτανησιακή πρεσβεία αναχώρησε, ακολουθούμενη υπό πολλών Ελλήνων και άλλων ξένων και Μουσουλμάνων. Εξελθούσα της Υψηλής Πύλης ανήλθε επί των αναμενόντων ίππων, και προχώρησα κατευθυνόμενη προς τα Πατριαρχεία, όπως η νέα Πολιτεία, η Σημαία της και το Σύνταγμα ευλογηθούν υπό του Οικουμενικού Πατριάρχου, ως εθνάρχη του ελληνικού Γένους. Προηγείτο ο Κεφαλλήν πλοίαρχος έφιππος, φέρων επί των χειρών του τον κοντό της ξανεμιζόμενης σημαίας, ακολούθων τάγμα Γενιτσάρων και Τσαούσηδων και κατόπιν ήρχατε η πρεσβεία. Η παρέλαση ήτο μεγαλοπρεπέστατη.

Όλοι οι Έλληνες της Κωνσταντινουπόλεως είχαν εξέλθει εις τους δρόμους, από τους οποίους θα διέρχεται η πομπή, όπως παρακολουθήσουν το σημαντικότερον γεγονός της φυλής, ύστερα από δουλεία 350 χρόνων, την τελετή της απελευθερώσεως ενός μικρού τμήματος του Έθνους. Τα δάκρυα έρρεαν από τα μάτια εκ της συγκινήσεως και άνθη έραιναν την Σημαίαν και την πρεσβεία. Χιλιάδες Έλληνες ακολούθων την πομπή, συνεχώς προστιθεμένων και άλλων εις την σειράν της παρελάσεως.

 Επί τέλους έφθασαν εις την αυλή των Πατριαρχείων, η οποία πληρώθηκε ομογενών, καθώς και τα πέριξ. Εκεί σι πληρεξούσιοι αφίππευσαν. Τους απεδέχθησαν εξ επίσκοποι, με τας χρυσοποίκιλτους στολές των. Τέσσαρες ιερείς κρατούν το Ευαγγέλιο, άλλοι τον Σταυρόν, άλλοι την εικόνα της Θεομήτορος και άλλοι εκείνην του Χριστού. Η πομπή προχώρησε, έχουσα πάντοτε επί κεφαλής τον Κεφαλλήνα τον φέροντα την  σημαία, και εισήρθαν εις τον πατριαρχικό ναό, απαστράπτοντα εξ αναμμένων λαμπάδων και ευωδιάζοντος εκ του λιβανωτού.

Ο Πατριάρχης ίστατο όρθιος επί του Θρόνου και γύρω ολόκληρος η Ιερά Σύνοδος εκ Μητροπολιτών.

Οι πληρεξούσιοι προσκύνησαν τον Αρχηγό της Εκκλησίας, ο οποίος δακρύων ευλόγησε αυτούς και κατόπιν την Σημαίαν καθώς και το Σύνταγμα, τα οποία και ησπάσθη. Ακλούθησε σεμνή ιεροτελεστία, δοξολογία και δέηση υπέρ της ευημερίας της νέας πολιτείας, όπως κατά τους βυζαντινούς χρόνους.

Κατά το πέρας της η εκκλησία αντήχησε και πάλιν από την κραυγή των παρεντεθέντων εκεί:

«Ζήτω η νέα ελληνική πολιτεία» ! «Ζήτω η ελευθέρα Επτάνησος» !

«Πολλά τα έτη της πολιτείας» !

Ο Πατριάρχης κατήλθε του Θρόνου και συνοδευόμενος υπό της Ιεράς Συνόδου ηγήθει της πομπής, ήτις εξελθούσα του ναού κατευθύνθηκε εις το Συνοδικό. Έπονται η Σημαία, η πρεσβεία και πλήθη ομογενών, τα οποία ανήλθαν εις την μεγάλη πατριαρχική αίθουσα. Ο εθνάρχης ησπάσθη και πάλιν την Σημαίαν και το Σύνταγμα, καθώς και τους πληρεξουσίους. Επακολούθησε δεξίωση.

Προσφέρθηκαν καφές, ποτά και γλυκίσματα. Και πάλιν ήχησαν ευχές υπέρ της ευημερίας της νέας πολιτείας, τέλος δ’ έληξε η υποδοχή παρά τω Πατριάρχη. Προσκυνήσανε και ασπάστηκαν τας χείρας του αναχώρησαν εκ του πατριαρχικού οίκου. Αφιππεύσανε δε και πάλιν, διήλθαν δια των αυτών οδών, κατευθυνόμενοι εις την αποβάθρα του Βαχρέ. Τα συνηγμένα πλήθη των ομογενών εν συγκινήσει και δακρύων χαιρετούν την Σημαίαν και τους πληρεξουσίους καθώς και την ακολουθία των.

Όταν έφθασαν εις την αποβάθρα εισελθόντες  εις πολυτελές πλοιάριο το προσφερθέν υπό του Σουλτάνου. Επί της πρώρας ανεβιβάσθη η Ιονική (Επτανήσου Πολιτείας) Σημαία.

Ευθύς δε ως ξεκίνησε, πλήθος ελληνικών λέμβων και ακάτιων συνόδευε το πλοιάριο των πληρεξουσίων. Μόλις έφθασε προ των ναυλοχημένων πολεμικών της Ρωσίας και της Αγγλίας, αύται χαιρέτισαν δια 21 κανονιοβολισμών την πρώτη Ελληνική Σημαίαν. Πλείστα ελληνικά πλοία ελλιμενισμένα εκεί, Σπετσιώτικα και Υδραίικα, χαιρέτισαν επίσης την Ιονική (Επτανήσου Πολιτείας) Σημαίαν δια 21 κανονιοβολισμών!

Ολόκληρος ο Κεράτιος Κόλπος αντηχεί εκ ζητωκραυγών και κανονιοβολισμών. Η χαρά ήτο γενική και μάλιστα μεταξύ των ομογενών και των ξένων. Τα Πρόσωπα των Ελλήνων έλαμπαν εξ υπερηφάνειας και ελπίδων. Οι οφθαλμοί βούρκωναν εκ συγκινήσεως προ του πρωτοφανούς εκείνου δια τον Ελληνισμό θεάματος.

Όταν τέλος η λέμβος έφτασε εις το Τόπ Χανέ, τα οθωμανικά πολεμικά πλοία χαιρέτισαν την Ιονική(Επτανήσου Πολιτείας) Σημαίαν δια πυκνών κανονιοβολισμών, η δε εκεί τοποθετημένη οθωμανική πυροβολαρχία άρχισε βάλλουσα, τιμή ήτις δια πρώτη φοράν απονέμετε εις ξένη σημαία από της αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως το 1453! Αυτός ούτος ο Σουλτάνος λέγεται ότι παρακολούθησε την πομπή εκείνην.

Όσον αφορά τους αντιπροσώπους του νέου κράτους, ο Αντώνιος-Θωμάς ιππότης Λευκόκοιλος, που ήταν στην αποστολή αντιπροσωπίας στην Κωνσταντινούπολη, προτάθηκε να παραμείνει εκεί ως πρέσβης της Επτανήσου Πολιτείας, ενώ οι άλλοι δύο αντιπρόσωποι, οι κόντε Καποδίστριας και Δεσύλλας, ορίστηκαν σουλτανικοί αντιπρόσωποι και επέστρεψαν στην Κέρκυρα μαζί με το νέο Σύνταγμα και το σουλτανικό δίπλωμα αναγνώρισης του νέου κράτους. Οι αντιπρόσωποι των Επτανήσων στη Ρωσία, Άγγελος Όριος και Γεράσιμος κόντε Κλαδάς έγιναν από τον Τσάρο, στρατηγός και κόντε ο πρώτος και σύμβουλος επικρατείας και ιππότης ο δεύτερος.

 

 

Το «Σύνταγμα της Επτανήσου Πολιτείας» (1803), το μόνο από τα επτανησιακά Συντάγματα που καταρτίστηκε με σχετικά δημοκρατική διαδικασία˙ με πολλές από τις διατάξεις του προστατεύονταν οι ατομικές ελευθερίες. Παρόλο αυτό, προκάλεσε γενική δυσαρέσκεια. Το νέο κράτος θα ήταν υποτελές στον Σουλτάνο, οι ευγενείς έβλεπαν με δυσαρέσκεια την μερική έστω εκχώρηση προνομίων τους στους αστούς και ο λαός οργίστηκε με την αφαίρεση των πολιτικών του δικαιωμάτων που του είχαν παραχωρηθεί από τους Γάλλους δημοκρατικούς. Ταραχές και στάσεις ξέσπασαν στα νησιά. Εκδικήσεις και υποκινούμενοι φόνοι διατάρασσαν την ασφάλεια και την τάξη.

Στις 10 Οκτωβρίου 1801 με μυστική συμφωνία στο Παρίσι μεταξύ Γαλλίας και Ρωσίας, αποφασίστηκε η αποστρατικοποίηση της Επτανήσου. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να χειροτερέψει η εσωτερική κατάσταση και να κινδυνεύσει η Επτάνησος να περιέλθει στην κατοχή της Τουρκίας. Για να σώσει την Πολιτεία, ο Πρίγκιπας Θεοτόκης αναγκάστηκε να φέρει σε συνεννόηση τους ευγενείς με τους δημοκρατικούς και τους αστούς και να ζητήσει εκ νέου τη μεσολάβηση της Ρωσίας. Ο Τσάρος τότε έστειλε στην Κέρκυρα πληρεξούσιο, τον Ζακυνθινό κόμη Γεώργιο Μοτσενίγο, έμπειρο διπλωμάτη της Ρωσίας στην Τοσκάνη, ο πατέρας του οποίου, κόμης Δημήτριος Μοτσενίγος, είχε διακριθεί στον αγώνα κατά της Τουρκίας στην περίοδο των Ορλωφικών. Ο Μοτσενίγος έφτασε στην Κέρκυρα τον Αύγουστο του 1802 και συγκάλεσε συντακτική συνέλευση με νέους Γερουσιαστές για την κατάρτιση νέου συντάγματος, το οποίο ψηφίστηκε στις 16 Οκτωβρίου 1803. Το νέο σύνταγμα καταργούσε το διαδοχικό δικαίωμα ευγενείας και έδιδε το δικαίωμα σε κάθε άτομο που διακρινόταν για την αρετή του, την μόρφωση και που παρουσίαζε τα εχέγγυα ικανού πολίτη, να μπορεί να εκλέγεται σε ηγετικές θέσεις και να μετέχει στην Γερουσία. Έθεσε τις βάσεις για την ανάπτυξη και πρόοδο της Παιδείας, των Τεχνών του Εμπορίου και της Βιομηχανίας. Προέβλεπε την ακεραιότητα της ιδιοκτησίας τον σεβασμό του οικογενειακού ασύλου την ισονομία και θεμελίωνε τις τρεις μεγάλες εξουσίες του κράτους νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική. Ήταν το πρώτο Νεοελληνικό Σύνταγμα, με εξαιρετικά φιλελεύθερες, για την εποχή του, διατάξεις. Δυστυχώς η ισχύς του δεν έμελλε να διαρκέσει για πολύ.(1)

Η δημιουργία της Επτανήσου Πολιτείας έδωσε μια επί πλέον ελπίδα και  μια περαιτέρω αισιοδοξία για την απελευθέρωση της Πατρίδας. Ένα εδαφικό κομμάτι της Ελλάδας έφτιαξε ένα ανεξάρτητο σύνταγμα νεοσύστατου Ελληνόμορφου κράτους, στηριζόμενο στην γεωπολιτική συγκυρία, στη στήριξη της ομόθρησκου Ρωσίας, στους Επτανήσιους που έζησαν κάτω από την Βενετία. Υπόδουλοι , αλλά οι επιδράσεις ενός πολιτισμένου κατακτητή, είναι τελείως διαφορετικές από τις λαϊκές συνήθειες ενός βάρβαρου και απολίτιστου κυρίαρχου. Επί πλέον αυτών οι επτανήσιοι ταξίδευσαν σε πολιτισμένες χώρες, εκπαιδεύτηκαν  και δίδαξαν σε σχολές και Πανεπιστήμια του εξωτερικού, δημιούργησαν οικονομικές οντότητες π.χ. οι καραβοκύρηδες που συμμετείχαν ενεργά στο εμπόριο της Ανατολικής Μεσογείου , ασπάσθηκαν τις νέες ιδέες όπως της Γαλλικής Επανάστασης και του διαφωτισμού. Όλα αυτά οδήγησαν στη δημιουργία ενός Συντάγματος   με σχετικά δημοκρατική διαδικασία. Ήταν ένα θεμέλιο στην μετέπειτα ανεξαρτησία της Ελλάδας.

----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

 

1.https://www.wikiwand.com/el/%CE%95%CF%80%CF%84%CE%AC%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%BF%CF%82_%CE%A0%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B5%CE%AF%CE%B1

 

Η Κέρκυρα βομβαρδίστηκε 195 φορές κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Μπήκαμε στον Σεπτέμβρη!!!

Η Κέρκυρα βομβαρδίστηκε 195 φορές κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Μπήκαμε στον Σεπτέμβρη

Η Κέρκυρα βομβαρδίστηκε 195 φορές κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου Newsroom Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2020 10:07

Την «κόλαση του Δάντη» έζησε η Κέρκυρα κατά τη διάρκεια του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου. Η πόλη ως έρμαιο των Ιταλών, των Γερμανών και των Αγγλοαμερικανών, βομβαρδίστηκε συνολικά 195 φορές.

Ξημερώματα από τις 13 με 14 Σεπτέμβρη του 1943 οι Ναζί βομβάρδισαν ανελέητα, με γερμανικά βομβαρδιστικά τύπου Junkers 87 και 88, την πόλη με εμπρηστικές βόμβες. Αθώα θύματα, πόνος και σπαραγμός στο κέντρο της άλλοτε πιο όμορφης πόλης της Ελλάδας. Μνημεία ανεκτίμητης αρχιτεκτονικής και ιστορικής αξίας, σωριάστηκαν σα φύλλο από χαρτί. Τα κουφάρια τους στέκουν ακόμη στην παλιά πόλη του νησιού να θυμίζουν τη μανία του ανελέητου εχθρού.

Η πόλη της Κέρκυρας πλήρωσε ένα βαρύ τίμημα περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη πόλη στην Ελλάδα. Λαβωμένη ήδη από τους βομβαρδισμούς των Ιταλών τον Νοέμβριο του 1940, ήταν μια πόλη ανοχύρωτη και ανυπεράσπιστη απέναντι στην τότε σύγχρονη αεροπορία με μόνο πεπαλαιωμένο αντιαεροπορικό τύπου skoda που βρισκόταν στην πάνω πλατεία. Ο ιταλικός βομβαρδισμός κόστισε τότε 200 ανθρώπινες ψυχές. Τα δεινά των βομβαρδισμών της Κέρκυρας σταμάτησαν από τον Απρίλιο του 1941 μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 43, καθώς βρισκόταν κάτω από τον ιταλικό ζυγό, με τις εξελίξεις στα πολεμικά μέτωπα να είναι ραγδαίες. Οι Αγγλοαμερικανοί θέλοντας να χτυπήσουν τους Ιταλούς βομβάρδισαν τον Αύγουστο του ’43 την Κέρκυρα και συγκεκριμένα το ιταλικό αεροδρόμιο στα Γουβιά, αχρηστεύοντας τον κεντρικό αγωγό ύδρευσης του νησιού, επιφέροντας τρομερές συνέπειες στο λαό.

 

Στις 13 Σεπτεμβρίου ένα σμήνος από γερμανικά βομβαρδιστικά αεροπλάνα πυροβόλησε πυροβολαρχίες των άλλοτε συμμάχων τους Ιταλών στα Μελίκια της Λευκίμμης ,το αεροδρόμιο και το λιμάνι του νότου. Οι επιδρομές συνεχίστηκαν με στόχο τις ιταλικές θέσεις. Το μεσημέρι της ίδιας ημέρας βομβαρδίστηκε το αεροδρόμιο στην πόλη, ενώ το απόγευμα, βομβαρδίστηκε ο Σταυρός και ο Ανεμόμυλος, σήμα κατατεθέν του νησιού στη Γαρίτσα. Οι βομβαρδισμοί έπληξαν το Παλιό Φρούριο, την Πάνω Πλατεία, το λόφο Αβράμη, το Κεφαλομάντουκο, το Βίδο, το Μαντούκι, τη Γαρίτσα, την Ανάληψη και άλλες περιοχές, μεταξύ αυτών και την εβραϊκή συνοικία που ήταν στην καρδιά της παλιάς πόλης.

Εκείνη τη νύχτα, ο κερκυραϊκός λαός πλήρωσε ακριβά την «ιταλική αντίσταση». Οι βομβαρδισμοί κόπασαν και πολλοί κάτοικοι μετά τη λήξη του συναγερμού, γύρισαν λίγο πριν τα μεσάνυχτα, στα σπίτια τους να δουν αν είχαν ζημιές. Πίστεψαν ότι και οι Γερμανοί, όπως και οι Ιταλοί δεν θα βομβαρδίσουν τις βραδινές ώρες. Όμως, λίγο μετά τις δύο τα ξημερώματα η βοή των γερμανικών αεροπλάνων σκόρπισε τον τρόμο στο νησί. Τεράστιες φλόγες, από τις εμπρηστικές βόμβες, άρχισαν να «καταπίνουν» τα ψηλά σπίτια των Κερκυραίων.

Η Κέρκυρα φλέγονταν. Οι φωτιές στην πόλη ήταν ορατές ακόμη και από την Ηγουμενίτσα.

Άνδρες, γυναίκες και παιδιά έτρεχαν να σωθούν. Τα στενά καντούνια ήταν πλημμυρισμένα από αποπνικτικό καπνό. Οι φλόγες έγλυφαν τους τοίχους των σπιτιών, από μέσα η φωτιά κατέτρωγε τα ξύλινα πατώματα και τα πατάρια, που εγκατέλειπαν κάθε μάχη να σταθούν όρθια. Οι άνθρωποι έτρεχαν σαν τα ποντίκια να κρυφτούν σε υπόγεια, που λειτουργούσαν ως καταφύγια. Άλλοι προσπαθούσαν να βγάλουν τα παιδιά τους, τις γυναίκες τους και τους ανήμπορους, μέσα από τα φλεγόμενα ερείπια.

Αρκετοί έτρεξαν στον ναό του προστάτη του νησιού του Αγίου Σπυρίδωνα για να σωθούν.

Η Κέρκυρα λαμπάδιασε. Αυτή τη φορά δεν ήταν ο Νέρωνας που έκαψε την Ρώμη, ήταν η λυσσαλέα εκδίκηση των Γερμανών απέναντι στους Ιταλούς προδότες τους, κατακτητές της πιο όμορφης ελληνικής πόλης.

Μέσα σε μία νύχτα 842 οικογένειες έμειναν χωρίς σπίτια, ενώ άλλα 345 σπίτια χρειάστηκε να κατεδαφιστούν μετά τις σοβαρές ζημιές που υπέστησαν.

Οι βομβαρδισμοί συνεχίστηκαν στην Κέρκυρα έως τις 25 Σεπτεμβρίου, ημέρα που η πόλη κατελήφθη από τα γερμανικά στρατεύματα.

Από τους βομβαρδισμούς, επλήγη το 70% των κτηρίων της ιστορικής πόλης της Κέρκυρας. Καταστράφηκαν εξ ολοκλήρου 535 κτίρια, ανάμεσά τους το δικαστικό μέγαρο, το τελωνείο, το ταχυδρομείο, το λιμεναρχείο, οι Στρατώνες του Παλαιού Φρουρίου, το Δημοτικό Θέατρο Κέρκυρας η πολιτιστική Ακρόπολη του νησιού, μία μικρογραφία της Σκάλας του Μιλάνου κι από τα καλύτερα στην Ευρώπη, μαζί με το σπάνιο μουσικό αρχείο του. Η περίφημη Ανουτσιάτα (Annunciata), ο λατινικός ναός της Παναγίας της Ευαγγελίστριας, κτίσμα του 14ου αιώνα, άρρηκτα συνδεδεμένο με την ιστορία του νησιού. Σώθηκε μόνο το καμπαναριό, όπου δεσπόζει μέχρι και σήμερα στην καρδιά της πόλης.

Σοβαρές ζημιές υπέστησαν 320 κτίρια, μεταξύ αυτών η Ιόνιος Βουλή το πρώτο ελληνικό Κοινοβούλιο, η Ιόνιος Ακαδημία, το κτήριο που στέγασε το πρώτο Ελληνικό Πανεπιστήμιο (1824) μαζί με το Αρχείο της, καθώς και η Δημόσια Βιβλιοθήκη Κερκύρας, που συστεγαζόταν στο κτήριο αυτό, με σπάνιες εκδόσεις. Καταστροφές υπέστη ο Μαρκάς

το πολυτελές ξενοδοχείο Βella Venezia, ένα από τα καλύτερα ξενοδοχεία της εποχής, η κατοικία του Λατίνου Αρχιεπισκόπου στην πλατεία Δημαρχείου,

τα περισσότερα κτήρια της Εβραϊκής Συνοικίας, καθώς και η μία από τις δύο Συναγωγές της, το Γηροκομείο, το Ψυχιατρείο, το Ορφανοτροφείο, πολλοί ορθόδοξοι ναοί, όπως η Παναγία (Οδηγήτρια), η Αγία Τριάδα, οι Ταξιάρχες, οι Αγ. Πατέρες, το σημερινό μουσείο εκκλησιαστικής τέχνης, ο Παντοκράτορας στο Καμπιέλο, ο Αγ. Ελευθέριος, η Αγ. Αικατερίνη, η Υπαπαντή και εκατοντάδες κατοικίες κερκυραίων πολιτών.

Ολοσχερώς καταστράφηκαν επίσης 12 ιεροί ναοί μέσα στην πόλη, ενώ 13 έπαθαν σοβαρότατες ζημιές.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιεύτηκαν σε περιοδικό που είχε εκδώσει ο δήμος Κέρκυρας το Σεπτέμβριο του 1999, το έπος του ’40, η Κέρκυρα δέχθηκε συνολικά 127 βομβαρδισμούς από τους Ιταλούς, 32 από τους Γερμανούς και 36 από τους Συμμάχους. Τα ανθρώπινα θύματα ξεπέρασαν τα 2200, οι τραυματίες ήταν περίπου 3.800, ενώ αυτοί που φυλακίστηκαν ή εξορίστηκαν έφταναν περίπου τους 4700.

Έκτοτε πολλά κτίρια αναστηλώθηκαν, άλλα ανοικοδομήθηκαν από την αρχή, χωρίς όμως να θυμίζουν την πρότερη μορφή τους, όπως το Θέατρο της Κέρκυρας. Ακόμη και σήμερα οι «λαβωμένοι σκελετοί της εβραϊκής συνοικίας, αλλά και της Ανουντσιάτας, θυμίζουν σε όλους τον τρόμο που έζησε η πόλη, κρατώντας ζωντανές τις αναμνήσεις της πολύπαθης ιστορίας της το έπος του ‘40.

 

 

Αναζήτηση

Corfu Museum

Corfu Museum….τι μπορεί να είναι αυτό;

Θα το έλεγα με μια λέξη…. Αγάπη! Για ένα νησί που το γνωρίζουμε ελάχιστα. Η αλήθεια είναι ότι δεν μπορούμε ν’ αγαπήσουμε ότι δεν το γνωρίζουμε. Στόχος λοιπόν είναι να το γνωρίσουμε όσο πιο βαθιά μπορούμε, μέσα από το χθες και το σήμερα, γιατί αλλιώς πως θα το αγαπήσουμε; Αγαπάω ατομικά και ομαδικά έχει επακόλουθο…. φροντίζω….. μάχομαι… και σέβομαι. Αγάπη προς την Κέρκυρα είναι το Corfu Museum και τίποτε άλλο.

Μετρητής

Εμφανίσεις Άρθρων
2555984