Corfu Museum

Petsalis: Collection Of Corfu Island,Greece documents

Ιστορία

H τελετή δημιουργίας της Επτανήσου Πολιτείας

H τελετή δημιουργίας της Επτανήσου Πολιτείας

Μετά από μακρόχρονες προτάσεις, συζητήσεις και αντιρρήσεις των Αυλών Ρωσίας και Τουρκίας υπογράφτηκε στην Κωνσταντινούπολη Συνθήκη στις 21 Μαρτίου 1800, στην οποία αποφασίστηκε η αυτονόμηση της Επτανήσου Πολιτείας, υπό την επικυριαρχία της Υψηλής Πύλης και η ανάθεση της προστασίας των Θρησκευτικών δικαιωμάτων των κατοίκων της, στον Αυτοκράτορα της Ρωσίας. Οι αντιπρόσωποι των κατοίκων των Ιονίων Νήσων, ο Κόντε Αντώνιος Μαρία Καποδίστριας (πατέρας του Ιωάννη Καποδίστρια) και ο Κόντες Νικόλαος Σιγούρος Δεσύλλας, συνέταξαν σχέδιο συντάγματος για την Επτάνησο Πολιτεία Ως σημαία της Επτανήσου Πολιτείας ορίστηκε να τεθεί πάνω σε κυανό ύφασμα το κίτρινο φτερωτό λιοντάρι της Βενετίας κρατώντας όμως το Ευαγγέλιο κλειστό με ένα σταυρό την χρονολογία 1800 και επτά λόγχες που θα συμβόλιζαν τα Επτάνησα .

Οι Αντωνομαρία κόντε Καποδίστριας και Γραδενίγο Σιγούρο κόντε Δεσύλλας επιλέχθηκαν από την Υψηλή Πύλη ως συνομιλητές της. Τα αιτήματα τους ήταν: α) η αναγνώριση των νησιών και των παραρτημάτων τους ως ανεξάρτητη Πολιτεία από την Υψηλή πύλη, β) η παραχώρηση διευκολύνσεων προς τον επτανησιακό στόλο στα λιμάνια της οθωμανικής αυτοκρατορίας, γ) η διαφύλαξη των συνόρων ανάμεσα στα Επτάνησα και στα εδάφη του Αλή Πασά και δ) η παραχώρηση εμπορικών και ναυσιπλοϊκών διευκολύνσεων. Οι πληρεξούσιοι της Επτανήσου, ενδυθέντες καταλλήλως ως Επτανήσιοι ευγενείς, αναχώρησαν εκ της εν Πέραν κατοικίας των, έφιπποι, συνοδευόμενοι υπό του διερμηνέως, του γραμματέως των και της άλλης συνοδείας των υπηρετών των. Όταν έφθασαν εις το Τοπ Χανέ εισήλθαν εις πολυτελέστατο πλοιάριο, παραχωρηθέν υπό του Σουλτάνου.

Πλείστα ακάτια Ελλήνων της Κωνσταντινουπόλεως και λέμβοι των παρορμούντων εκεί ελληνικών πλοίων συνόδευαν το πλοιάριο των πληρεξουσίων, μέχρι της πλευρίσεως του εις την αποβάθρα του Βαχρέ. Εκεί τους ανέμεναν ίπποι φέροντες χρυσούς χαλινούς και ’εφίππια επίχρυσα μετά χρυσών αναβατήρων. Ανελθόντες δε επί των ίππων κατευθύνθηκαν εις την Υψηλή Πύλη. Τότε ο Μέγας Διερμηνεύς Κωνσταντίνος Υψηλάντης τους παρέλαβε και τους οδήγησε εις τον Ρέις εφένδη, τον υπουργό των Εξωτερικών της Τουρκίας, και κατόπιν εις αυτόν τον Μέγαν Βεζύρην. Τούτον προσφώνησε καταλλήλως ο Καποδίστριας, απήντησε δε ο Οθωμανός μεγιστάνας. Ακριβώς τότε εισήρθαν εις την αίθουσα εις ιγιούζμπασης» (εκατόνταρχος), πολυτελέστατα ενδεδυμένος, φέρων εις τας χείρας του την Σημαία της νέας Πολιτείας και μέσα εις χρυσοποίκιλτο θήκη το Σύνταγμα της Επτανήσου μετά του φιρμανιού και του διπλώματος.

Ο Μέγας Βεζύρης έλαβε αυτά ανά χείρας, τα ησπάσθη και τα έθεσε επί της κεφαλής του εις ένδειξη σεβασμού. Κατόπιν τα παρέδωσε εις τον Καποδίστριαν ειπών προς αυτόν: «Εύχομαι εις την νέα Πολιτεία πολλά τα έτη και ευημερία!».

(Στη συγκρότηση της «Επτανήσου Πολιτείας» σημαντικός ήταν ο ρόλος του Αντώνιου-Μαρία Καποδίστρια (Κέρκυρα, 1741-1821), πατέρα του Ιωάννη Καποδίστρια. Επιφανής νομικός και πολιτικός, συνέβαλε στην επεξεργασία και την επικύρωση από τους συμμάχους ηγεμόνες του «Βυζαντινού» Συντάγματος της Επτανήσου. Διορίστηκε εντεταλμένος («Αυτοκρατορικός Επίτροπος») του Σουλτάνου στα Ιόνια Νησιά για την εφαρμογή του νέου πολιτεύματος. Διετέλεσε κατά την περίοδο 1803-1807 Πρόεδρος (Έφορος) της «Γενικής Τιμητείας», που ήταν το ανώτατο δικαστικό αξίωμα της εποχής του.)

Μετά την τελετή της αναγνωρίσεως της νέας Πολιτείας και της παραδόσεως εις τους πληρεξουσίους της Σημαίας και του Συντάγματος αυτής, οι απεσταλμένοι αποχαιρέτησαν τον Μέγαν Βεζύρην, όστις προσέφερνε εις αυτούς πολύτιμα δώρα, και εισήρθαν εις την μεγάλη αίθουσα του Συμβουλίου. Προπορεύονται, Κεφαλλήν πλοίαρχος, κρατών εις τας χείρας του την Σημαία του νέου Κράτους, και εις άλλος ‘Έλλην το Σύνταγμα.

Εις την αίθουσα ανέμεναν πλείστοι εξέχοντες ομογενείς της Πόλεως καθώς και Μουσουλμάνοι, σι οποίοι ξέσπασαν εις ζητωκραυγές επί τη θέα της πρώτης σημαίας ενός απελευθερωθέντος τμήματος του ελληνικού Έθνους. Ιδίως σι Έλληνες δακρύζοντες κατεφίλουν την Σημαία εκείνην, τις οίδε αναλογιζόμενοι δια το μέλλον της υποδούλου πατρίδος των. Ναι, η Σημαία εκείνη προμήνυε την μέλλουσα ανάσταση και απελευθέρωση του δυστυχισμένου και τυραννισμένου ελληνικού Γένους. Γενική τότε ξέσπασε κραυγή από τα χείλη των ομογενών: «Ζήτω η νέα ελληνική πολιτεία»! «Ζήτω η ελευθέρα Επτάνησος»!

 Προσφέρθηκαν αναψυκτικά κατά το τουρκικό έθιμο και τέλος η Επτανησιακή πρεσβεία αναχώρησε, ακολουθούμενη υπό πολλών Ελλήνων και άλλων ξένων και Μουσουλμάνων. Εξελθούσα της Υψηλής Πύλης ανήλθε επί των αναμενόντων ίππων, και προχώρησα κατευθυνόμενη προς τα Πατριαρχεία, όπως η νέα Πολιτεία, η Σημαία της και το Σύνταγμα ευλογηθούν υπό του Οικουμενικού Πατριάρχου, ως εθνάρχη του ελληνικού Γένους. Προηγείτο ο Κεφαλλήν πλοίαρχος έφιππος, φέρων επί των χειρών του τον κοντό της ξανεμιζόμενης σημαίας, ακολούθων τάγμα Γενιτσάρων και Τσαούσηδων και κατόπιν ήρχατε η πρεσβεία. Η παρέλαση ήτο μεγαλοπρεπέστατη.

Όλοι οι Έλληνες της Κωνσταντινουπόλεως είχαν εξέλθει εις τους δρόμους, από τους οποίους θα διέρχεται η πομπή, όπως παρακολουθήσουν το σημαντικότερον γεγονός της φυλής, ύστερα από δουλεία 350 χρόνων, την τελετή της απελευθερώσεως ενός μικρού τμήματος του Έθνους. Τα δάκρυα έρρεαν από τα μάτια εκ της συγκινήσεως και άνθη έραιναν την Σημαίαν και την πρεσβεία. Χιλιάδες Έλληνες ακολούθων την πομπή, συνεχώς προστιθεμένων και άλλων εις την σειράν της παρελάσεως.

 Επί τέλους έφθασαν εις την αυλή των Πατριαρχείων, η οποία πληρώθηκε ομογενών, καθώς και τα πέριξ. Εκεί σι πληρεξούσιοι αφίππευσαν. Τους απεδέχθησαν εξ επίσκοποι, με τας χρυσοποίκιλτους στολές των. Τέσσαρες ιερείς κρατούν το Ευαγγέλιο, άλλοι τον Σταυρόν, άλλοι την εικόνα της Θεομήτορος και άλλοι εκείνην του Χριστού. Η πομπή προχώρησε, έχουσα πάντοτε επί κεφαλής τον Κεφαλλήνα τον φέροντα την  σημαία, και εισήρθαν εις τον πατριαρχικό ναό, απαστράπτοντα εξ αναμμένων λαμπάδων και ευωδιάζοντος εκ του λιβανωτού.

Ο Πατριάρχης ίστατο όρθιος επί του Θρόνου και γύρω ολόκληρος η Ιερά Σύνοδος εκ Μητροπολιτών.

Οι πληρεξούσιοι προσκύνησαν τον Αρχηγό της Εκκλησίας, ο οποίος δακρύων ευλόγησε αυτούς και κατόπιν την Σημαίαν καθώς και το Σύνταγμα, τα οποία και ησπάσθη. Ακλούθησε σεμνή ιεροτελεστία, δοξολογία και δέηση υπέρ της ευημερίας της νέας πολιτείας, όπως κατά τους βυζαντινούς χρόνους.

Κατά το πέρας της η εκκλησία αντήχησε και πάλιν από την κραυγή των παρεντεθέντων εκεί:

«Ζήτω η νέα ελληνική πολιτεία» ! «Ζήτω η ελευθέρα Επτάνησος» !

«Πολλά τα έτη της πολιτείας» !

Ο Πατριάρχης κατήλθε του Θρόνου και συνοδευόμενος υπό της Ιεράς Συνόδου ηγήθει της πομπής, ήτις εξελθούσα του ναού κατευθύνθηκε εις το Συνοδικό. Έπονται η Σημαία, η πρεσβεία και πλήθη ομογενών, τα οποία ανήλθαν εις την μεγάλη πατριαρχική αίθουσα. Ο εθνάρχης ησπάσθη και πάλιν την Σημαίαν και το Σύνταγμα, καθώς και τους πληρεξουσίους. Επακολούθησε δεξίωση.

Προσφέρθηκαν καφές, ποτά και γλυκίσματα. Και πάλιν ήχησαν ευχές υπέρ της ευημερίας της νέας πολιτείας, τέλος δ’ έληξε η υποδοχή παρά τω Πατριάρχη. Προσκυνήσανε και ασπάστηκαν τας χείρας του αναχώρησαν εκ του πατριαρχικού οίκου. Αφιππεύσανε δε και πάλιν, διήλθαν δια των αυτών οδών, κατευθυνόμενοι εις την αποβάθρα του Βαχρέ. Τα συνηγμένα πλήθη των ομογενών εν συγκινήσει και δακρύων χαιρετούν την Σημαίαν και τους πληρεξουσίους καθώς και την ακολουθία των.

Όταν έφθασαν εις την αποβάθρα εισελθόντες  εις πολυτελές πλοιάριο το προσφερθέν υπό του Σουλτάνου. Επί της πρώρας ανεβιβάσθη η Ιονική (Επτανήσου Πολιτείας) Σημαία.

Ευθύς δε ως ξεκίνησε, πλήθος ελληνικών λέμβων και ακάτιων συνόδευε το πλοιάριο των πληρεξουσίων. Μόλις έφθασε προ των ναυλοχημένων πολεμικών της Ρωσίας και της Αγγλίας, αύται χαιρέτισαν δια 21 κανονιοβολισμών την πρώτη Ελληνική Σημαίαν. Πλείστα ελληνικά πλοία ελλιμενισμένα εκεί, Σπετσιώτικα και Υδραίικα, χαιρέτισαν επίσης την Ιονική (Επτανήσου Πολιτείας) Σημαίαν δια 21 κανονιοβολισμών!

Ολόκληρος ο Κεράτιος Κόλπος αντηχεί εκ ζητωκραυγών και κανονιοβολισμών. Η χαρά ήτο γενική και μάλιστα μεταξύ των ομογενών και των ξένων. Τα Πρόσωπα των Ελλήνων έλαμπαν εξ υπερηφάνειας και ελπίδων. Οι οφθαλμοί βούρκωναν εκ συγκινήσεως προ του πρωτοφανούς εκείνου δια τον Ελληνισμό θεάματος.

Όταν τέλος η λέμβος έφτασε εις το Τόπ Χανέ, τα οθωμανικά πολεμικά πλοία χαιρέτισαν την Ιονική(Επτανήσου Πολιτείας) Σημαίαν δια πυκνών κανονιοβολισμών, η δε εκεί τοποθετημένη οθωμανική πυροβολαρχία άρχισε βάλλουσα, τιμή ήτις δια πρώτη φοράν απονέμετε εις ξένη σημαία από της αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως το 1453! Αυτός ούτος ο Σουλτάνος λέγεται ότι παρακολούθησε την πομπή εκείνην.

Όσον αφορά τους αντιπροσώπους του νέου κράτους, ο Αντώνιος-Θωμάς ιππότης Λευκόκοιλος, που ήταν στην αποστολή αντιπροσωπίας στην Κωνσταντινούπολη, προτάθηκε να παραμείνει εκεί ως πρέσβης της Επτανήσου Πολιτείας, ενώ οι άλλοι δύο αντιπρόσωποι, οι κόντε Καποδίστριας και Δεσύλλας, ορίστηκαν σουλτανικοί αντιπρόσωποι και επέστρεψαν στην Κέρκυρα μαζί με το νέο Σύνταγμα και το σουλτανικό δίπλωμα αναγνώρισης του νέου κράτους. Οι αντιπρόσωποι των Επτανήσων στη Ρωσία, Άγγελος Όριος και Γεράσιμος κόντε Κλαδάς έγιναν από τον Τσάρο, στρατηγός και κόντε ο πρώτος και σύμβουλος επικρατείας και ιππότης ο δεύτερος.

 

 

Το «Σύνταγμα της Επτανήσου Πολιτείας» (1803), το μόνο από τα επτανησιακά Συντάγματα που καταρτίστηκε με σχετικά δημοκρατική διαδικασία˙ με πολλές από τις διατάξεις του προστατεύονταν οι ατομικές ελευθερίες. Παρόλο αυτό, προκάλεσε γενική δυσαρέσκεια. Το νέο κράτος θα ήταν υποτελές στον Σουλτάνο, οι ευγενείς έβλεπαν με δυσαρέσκεια την μερική έστω εκχώρηση προνομίων τους στους αστούς και ο λαός οργίστηκε με την αφαίρεση των πολιτικών του δικαιωμάτων που του είχαν παραχωρηθεί από τους Γάλλους δημοκρατικούς. Ταραχές και στάσεις ξέσπασαν στα νησιά. Εκδικήσεις και υποκινούμενοι φόνοι διατάρασσαν την ασφάλεια και την τάξη.

Στις 10 Οκτωβρίου 1801 με μυστική συμφωνία στο Παρίσι μεταξύ Γαλλίας και Ρωσίας, αποφασίστηκε η αποστρατικοποίηση της Επτανήσου. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να χειροτερέψει η εσωτερική κατάσταση και να κινδυνεύσει η Επτάνησος να περιέλθει στην κατοχή της Τουρκίας. Για να σώσει την Πολιτεία, ο Πρίγκιπας Θεοτόκης αναγκάστηκε να φέρει σε συνεννόηση τους ευγενείς με τους δημοκρατικούς και τους αστούς και να ζητήσει εκ νέου τη μεσολάβηση της Ρωσίας. Ο Τσάρος τότε έστειλε στην Κέρκυρα πληρεξούσιο, τον Ζακυνθινό κόμη Γεώργιο Μοτσενίγο, έμπειρο διπλωμάτη της Ρωσίας στην Τοσκάνη, ο πατέρας του οποίου, κόμης Δημήτριος Μοτσενίγος, είχε διακριθεί στον αγώνα κατά της Τουρκίας στην περίοδο των Ορλωφικών. Ο Μοτσενίγος έφτασε στην Κέρκυρα τον Αύγουστο του 1802 και συγκάλεσε συντακτική συνέλευση με νέους Γερουσιαστές για την κατάρτιση νέου συντάγματος, το οποίο ψηφίστηκε στις 16 Οκτωβρίου 1803. Το νέο σύνταγμα καταργούσε το διαδοχικό δικαίωμα ευγενείας και έδιδε το δικαίωμα σε κάθε άτομο που διακρινόταν για την αρετή του, την μόρφωση και που παρουσίαζε τα εχέγγυα ικανού πολίτη, να μπορεί να εκλέγεται σε ηγετικές θέσεις και να μετέχει στην Γερουσία. Έθεσε τις βάσεις για την ανάπτυξη και πρόοδο της Παιδείας, των Τεχνών του Εμπορίου και της Βιομηχανίας. Προέβλεπε την ακεραιότητα της ιδιοκτησίας τον σεβασμό του οικογενειακού ασύλου την ισονομία και θεμελίωνε τις τρεις μεγάλες εξουσίες του κράτους νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική. Ήταν το πρώτο Νεοελληνικό Σύνταγμα, με εξαιρετικά φιλελεύθερες, για την εποχή του, διατάξεις. Δυστυχώς η ισχύς του δεν έμελλε να διαρκέσει για πολύ.(1)

Η δημιουργία της Επτανήσου Πολιτείας έδωσε μια επί πλέον ελπίδα και  μια περαιτέρω αισιοδοξία για την απελευθέρωση της Πατρίδας. Ένα εδαφικό κομμάτι της Ελλάδας έφτιαξε ένα ανεξάρτητο σύνταγμα νεοσύστατου Ελληνόμορφου κράτους, στηριζόμενο στην γεωπολιτική συγκυρία, στη στήριξη της ομόθρησκου Ρωσίας, στους Επτανήσιους που έζησαν κάτω από την Βενετία. Υπόδουλοι , αλλά οι επιδράσεις ενός πολιτισμένου κατακτητή, είναι τελείως διαφορετικές από τις λαϊκές συνήθειες ενός βάρβαρου και απολίτιστου κυρίαρχου. Επί πλέον αυτών οι επτανήσιοι ταξίδευσαν σε πολιτισμένες χώρες, εκπαιδεύτηκαν  και δίδαξαν σε σχολές και Πανεπιστήμια του εξωτερικού, δημιούργησαν οικονομικές οντότητες π.χ. οι καραβοκύρηδες που συμμετείχαν ενεργά στο εμπόριο της Ανατολικής Μεσογείου , ασπάσθηκαν τις νέες ιδέες όπως της Γαλλικής Επανάστασης και του διαφωτισμού. Όλα αυτά οδήγησαν στη δημιουργία ενός Συντάγματος   με σχετικά δημοκρατική διαδικασία. Ήταν ένα θεμέλιο στην μετέπειτα ανεξαρτησία της Ελλάδας.

----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

 

1.https://www.wikiwand.com/el/%CE%95%CF%80%CF%84%CE%AC%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%BF%CF%82_%CE%A0%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B5%CE%AF%CE%B1

 

Η Κέρκυρα βομβαρδίστηκε 195 φορές κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Μπήκαμε στον Σεπτέμβρη!!!

Η Κέρκυρα βομβαρδίστηκε 195 φορές κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Μπήκαμε στον Σεπτέμβρη

Η Κέρκυρα βομβαρδίστηκε 195 φορές κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου Newsroom Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2020 10:07

Την «κόλαση του Δάντη» έζησε η Κέρκυρα κατά τη διάρκεια του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου. Η πόλη ως έρμαιο των Ιταλών, των Γερμανών και των Αγγλοαμερικανών, βομβαρδίστηκε συνολικά 195 φορές.

Ξημερώματα από τις 13 με 14 Σεπτέμβρη του 1943 οι Ναζί βομβάρδισαν ανελέητα, με γερμανικά βομβαρδιστικά τύπου Junkers 87 και 88, την πόλη με εμπρηστικές βόμβες. Αθώα θύματα, πόνος και σπαραγμός στο κέντρο της άλλοτε πιο όμορφης πόλης της Ελλάδας. Μνημεία ανεκτίμητης αρχιτεκτονικής και ιστορικής αξίας, σωριάστηκαν σα φύλλο από χαρτί. Τα κουφάρια τους στέκουν ακόμη στην παλιά πόλη του νησιού να θυμίζουν τη μανία του ανελέητου εχθρού.

Η πόλη της Κέρκυρας πλήρωσε ένα βαρύ τίμημα περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη πόλη στην Ελλάδα. Λαβωμένη ήδη από τους βομβαρδισμούς των Ιταλών τον Νοέμβριο του 1940, ήταν μια πόλη ανοχύρωτη και ανυπεράσπιστη απέναντι στην τότε σύγχρονη αεροπορία με μόνο πεπαλαιωμένο αντιαεροπορικό τύπου skoda που βρισκόταν στην πάνω πλατεία. Ο ιταλικός βομβαρδισμός κόστισε τότε 200 ανθρώπινες ψυχές. Τα δεινά των βομβαρδισμών της Κέρκυρας σταμάτησαν από τον Απρίλιο του 1941 μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 43, καθώς βρισκόταν κάτω από τον ιταλικό ζυγό, με τις εξελίξεις στα πολεμικά μέτωπα να είναι ραγδαίες. Οι Αγγλοαμερικανοί θέλοντας να χτυπήσουν τους Ιταλούς βομβάρδισαν τον Αύγουστο του ’43 την Κέρκυρα και συγκεκριμένα το ιταλικό αεροδρόμιο στα Γουβιά, αχρηστεύοντας τον κεντρικό αγωγό ύδρευσης του νησιού, επιφέροντας τρομερές συνέπειες στο λαό.

 

Στις 13 Σεπτεμβρίου ένα σμήνος από γερμανικά βομβαρδιστικά αεροπλάνα πυροβόλησε πυροβολαρχίες των άλλοτε συμμάχων τους Ιταλών στα Μελίκια της Λευκίμμης ,το αεροδρόμιο και το λιμάνι του νότου. Οι επιδρομές συνεχίστηκαν με στόχο τις ιταλικές θέσεις. Το μεσημέρι της ίδιας ημέρας βομβαρδίστηκε το αεροδρόμιο στην πόλη, ενώ το απόγευμα, βομβαρδίστηκε ο Σταυρός και ο Ανεμόμυλος, σήμα κατατεθέν του νησιού στη Γαρίτσα. Οι βομβαρδισμοί έπληξαν το Παλιό Φρούριο, την Πάνω Πλατεία, το λόφο Αβράμη, το Κεφαλομάντουκο, το Βίδο, το Μαντούκι, τη Γαρίτσα, την Ανάληψη και άλλες περιοχές, μεταξύ αυτών και την εβραϊκή συνοικία που ήταν στην καρδιά της παλιάς πόλης.

Εκείνη τη νύχτα, ο κερκυραϊκός λαός πλήρωσε ακριβά την «ιταλική αντίσταση». Οι βομβαρδισμοί κόπασαν και πολλοί κάτοικοι μετά τη λήξη του συναγερμού, γύρισαν λίγο πριν τα μεσάνυχτα, στα σπίτια τους να δουν αν είχαν ζημιές. Πίστεψαν ότι και οι Γερμανοί, όπως και οι Ιταλοί δεν θα βομβαρδίσουν τις βραδινές ώρες. Όμως, λίγο μετά τις δύο τα ξημερώματα η βοή των γερμανικών αεροπλάνων σκόρπισε τον τρόμο στο νησί. Τεράστιες φλόγες, από τις εμπρηστικές βόμβες, άρχισαν να «καταπίνουν» τα ψηλά σπίτια των Κερκυραίων.

Η Κέρκυρα φλέγονταν. Οι φωτιές στην πόλη ήταν ορατές ακόμη και από την Ηγουμενίτσα.

Άνδρες, γυναίκες και παιδιά έτρεχαν να σωθούν. Τα στενά καντούνια ήταν πλημμυρισμένα από αποπνικτικό καπνό. Οι φλόγες έγλυφαν τους τοίχους των σπιτιών, από μέσα η φωτιά κατέτρωγε τα ξύλινα πατώματα και τα πατάρια, που εγκατέλειπαν κάθε μάχη να σταθούν όρθια. Οι άνθρωποι έτρεχαν σαν τα ποντίκια να κρυφτούν σε υπόγεια, που λειτουργούσαν ως καταφύγια. Άλλοι προσπαθούσαν να βγάλουν τα παιδιά τους, τις γυναίκες τους και τους ανήμπορους, μέσα από τα φλεγόμενα ερείπια.

Αρκετοί έτρεξαν στον ναό του προστάτη του νησιού του Αγίου Σπυρίδωνα για να σωθούν.

Η Κέρκυρα λαμπάδιασε. Αυτή τη φορά δεν ήταν ο Νέρωνας που έκαψε την Ρώμη, ήταν η λυσσαλέα εκδίκηση των Γερμανών απέναντι στους Ιταλούς προδότες τους, κατακτητές της πιο όμορφης ελληνικής πόλης.

Μέσα σε μία νύχτα 842 οικογένειες έμειναν χωρίς σπίτια, ενώ άλλα 345 σπίτια χρειάστηκε να κατεδαφιστούν μετά τις σοβαρές ζημιές που υπέστησαν.

Οι βομβαρδισμοί συνεχίστηκαν στην Κέρκυρα έως τις 25 Σεπτεμβρίου, ημέρα που η πόλη κατελήφθη από τα γερμανικά στρατεύματα.

Από τους βομβαρδισμούς, επλήγη το 70% των κτηρίων της ιστορικής πόλης της Κέρκυρας. Καταστράφηκαν εξ ολοκλήρου 535 κτίρια, ανάμεσά τους το δικαστικό μέγαρο, το τελωνείο, το ταχυδρομείο, το λιμεναρχείο, οι Στρατώνες του Παλαιού Φρουρίου, το Δημοτικό Θέατρο Κέρκυρας η πολιτιστική Ακρόπολη του νησιού, μία μικρογραφία της Σκάλας του Μιλάνου κι από τα καλύτερα στην Ευρώπη, μαζί με το σπάνιο μουσικό αρχείο του. Η περίφημη Ανουτσιάτα (Annunciata), ο λατινικός ναός της Παναγίας της Ευαγγελίστριας, κτίσμα του 14ου αιώνα, άρρηκτα συνδεδεμένο με την ιστορία του νησιού. Σώθηκε μόνο το καμπαναριό, όπου δεσπόζει μέχρι και σήμερα στην καρδιά της πόλης.

Σοβαρές ζημιές υπέστησαν 320 κτίρια, μεταξύ αυτών η Ιόνιος Βουλή το πρώτο ελληνικό Κοινοβούλιο, η Ιόνιος Ακαδημία, το κτήριο που στέγασε το πρώτο Ελληνικό Πανεπιστήμιο (1824) μαζί με το Αρχείο της, καθώς και η Δημόσια Βιβλιοθήκη Κερκύρας, που συστεγαζόταν στο κτήριο αυτό, με σπάνιες εκδόσεις. Καταστροφές υπέστη ο Μαρκάς

το πολυτελές ξενοδοχείο Βella Venezia, ένα από τα καλύτερα ξενοδοχεία της εποχής, η κατοικία του Λατίνου Αρχιεπισκόπου στην πλατεία Δημαρχείου,

τα περισσότερα κτήρια της Εβραϊκής Συνοικίας, καθώς και η μία από τις δύο Συναγωγές της, το Γηροκομείο, το Ψυχιατρείο, το Ορφανοτροφείο, πολλοί ορθόδοξοι ναοί, όπως η Παναγία (Οδηγήτρια), η Αγία Τριάδα, οι Ταξιάρχες, οι Αγ. Πατέρες, το σημερινό μουσείο εκκλησιαστικής τέχνης, ο Παντοκράτορας στο Καμπιέλο, ο Αγ. Ελευθέριος, η Αγ. Αικατερίνη, η Υπαπαντή και εκατοντάδες κατοικίες κερκυραίων πολιτών.

Ολοσχερώς καταστράφηκαν επίσης 12 ιεροί ναοί μέσα στην πόλη, ενώ 13 έπαθαν σοβαρότατες ζημιές.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιεύτηκαν σε περιοδικό που είχε εκδώσει ο δήμος Κέρκυρας το Σεπτέμβριο του 1999, το έπος του ’40, η Κέρκυρα δέχθηκε συνολικά 127 βομβαρδισμούς από τους Ιταλούς, 32 από τους Γερμανούς και 36 από τους Συμμάχους. Τα ανθρώπινα θύματα ξεπέρασαν τα 2200, οι τραυματίες ήταν περίπου 3.800, ενώ αυτοί που φυλακίστηκαν ή εξορίστηκαν έφταναν περίπου τους 4700.

Έκτοτε πολλά κτίρια αναστηλώθηκαν, άλλα ανοικοδομήθηκαν από την αρχή, χωρίς όμως να θυμίζουν την πρότερη μορφή τους, όπως το Θέατρο της Κέρκυρας. Ακόμη και σήμερα οι «λαβωμένοι σκελετοί της εβραϊκής συνοικίας, αλλά και της Ανουντσιάτας, θυμίζουν σε όλους τον τρόμο που έζησε η πόλη, κρατώντας ζωντανές τις αναμνήσεις της πολύπαθης ιστορίας της το έπος του ‘40.

 

 

Λορέντζος Μαβίλης – Κωνσταντίνος Θεοτόκης. Εθνικισμός – Κοινωνισμός

Η Κρητική επανάσταση αφορά στην εξέγερση των κατοίκων της Κρήτης απέναντι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.1895-1898

 

Η Σατυρική εφημερίδα "ΒΟΥΡΔΟΥΛΑΣ" στο φύλο της 4ης Αυγούστου 1896 δημοσιεύει το ακόλουθο άρθρο" Η Κέρκυρα υπερηφανευομένη":

Δεν πρόκειται ότι μετέβησαν δύο Κερκυραίοι εις Κρήτη όπως προσφέρουν την ζωή των, την νεότητά των, απέναντι των αδελφών μας των Κριτών,οι οποίοι καταβασανίζονται, σφάζονται, ατιμάζονται,αι εκκλησίες μας και τα ιερά μας ποδοπατούνται από των απίστων και υπό της ατιμότατης φυλής η οποία υπάρχει εις την οικουμένη. Δεν πρόκειται διότι δύο άτομα αποφάσισαν να χύσουν το αίμα τους και τα κορμιά τους να χάσουν εις την Κρήτη, επειδή και δεν είναι μόνοι τους όπου επήγαν εις την Ηρωική Κρήτη, και ούτε μόνοι τους είναι από τους Κερκυραίους όπου έχουν τοιαύτας αρχάς και τοιαύτα αισθήματα. Αλλά πρόκειται ότι δύο νέοι ευπαίδευτοι, ευγενείς, αριστοκρατικών οικογενειών, πλούσιοι, ευπατρίδες, και οποιανδήποτε άλλην ονομασία και αν τους δώσουμε τους στέκει και τους μερετάρει. Πρόκειται ότι δύο Κερκυραίοι ως ο κ.Θεοτόκης και ο κ. Μαβίλης, οι οποίοι εγκαταλείψανε και γονείς, και γυναίκας και αδελφές, και πλούτη και διασκεδάσεις και ότι άλλο είναι ευχάριστο εις τον κόσμο τόχανε, διότι επαναλέγομε είναι πλούσιοι και έχουνε τα πάντα, και μετέβησαν που;; εις τον θάνατον χάριν των αδελφών μας, χάριν της θρησκείας, χάριν αυτής της ανθρωπότητας. . Είναι πολύ ευχάριστο και άξιον παραδειγματισμού ἡ μεγίστη αύτη αυταπάρνηση των τούτων συμπολιτών μας Κερκυραίων, είναι μεγίστη υπερηφάνεια και δια τον τόπον μας και δια την οικογένεια όπου κατάγονται, μεγάλη δε δόξα δια, τους ήρωας τούτους και δι' όσους άλλους απομιμηθούνε ἢ και απομιμηθήκαν το παράδειγμά τους. Ὃ άνθρωπος εις τον κόσμο όπου βρίσκεται δὺο πράγματα πρέπει να επιδιώκει ως ότου πεθάνει, και εις αυτά πρέπει να προσέχει και να λατρεύει, Πρώτον την τιμήν τον και δεύτερον την θρησκεία και την πατρίδα του, διότι μετά θάνατον εάν εις το διάστημα της ζωής του δεν συνέβη να προσβληθεί ένα από αυτά τα δύο, ο άνθρωπος εκείνος μεταβαίνει , εις τον άλλον τον κόσμο αφήνων ως κληρονομία την τιμήν του, την θρησκεία του και την πίστη του, εάν όμως συμβεί να προσβληθούν είτε η τιμή του είτε ή θρησκεία χου είτε αυτή ή πατρίδα του, και την προσβολή εκείνην την εκδικηθεί μ ε το αίμα χου, ή τη ζωή του, τότε και αυτός αποθανατίζεται και καλόν παράδειγμα εις την· κοινωνία γίνεται. Αλλά επειδή εις την περίπτωση Τούτην την των αγαπητών συμπολιτών μας κ Θεοτόκη και Μαβίλη συνέπεσε το ζήτημα της- θρησκείας και πατρίδος, το όνομά τους δεν μένει μόνον εις τον κύκλο της κοινωνίας μας αθάνατο, αλλά και εις όλον τον άλλον κόσμο, και το όνομά τους .μίαν ήμερα θα αναφέρεται μετά σεβασμού, και ή οικογένεια από την οποίαν κατάγονται θα φέρουν ώς κληρονομιά από γενεά εις γενεά το ένδοξο όνομα τους , διότι τί ωραιότερο και τερπνότερου εις την καρδία του πατρός να λέγει ότι τον υιό τον οποίον έκαμε και έφερε εις τούτον τον κόσμο τον πήρε βόλι Τούρκικο διότι δεν απεδέχθη να βλέπει τούς χριστιανούς τούς ομόφυλους τους να σφάζονται και να κατακομματιάζονται από τούς Τούρκους.

Διά τους αδελφούς είναι τιμητικό και μεγάλη ηθική περιουσία, ως προς τις αδελφές είναι η μεγαλύτερα αδελφική προίκα, ή οποία δεν αντισταθμίζεται ουχί με όλους τους θησαυρούς του Κροίσου. Εάν δε και πάλιν συμβεί οι ήρωες εκείνοι να εγκαταλείψουν τέκνα, τα τέκνα αυτών όταν έλθουν εις την κοινωνία και μεγαλώσουν, υπερηφάνως θα παρουσιάζονται όπου και εάν ευρεθούν και θα είναι προτιμημένη σε οτιδήποτε διότι είναι τέκνα των αποθανόντων εις Κρήτη υπέρ πίστεως και πατρίδος.

 

Ό Κύριος Κωνσταντίνος Θεοτόκης του οποίου σήμερον ή εικόνα καταχωρίζεται παριστάνει τον εθελοντή Κερκυραίο, γεννηθέντα εις Κέρκυρα κατά τα; 13 Μαΐου 1872. 'Εκ πατρός Μάρκου και μητρός Αγγελικής εκ της διάσημου οικογενείας Πολυλά. Σπούδασε τα γυμνασιακά μαθήματα στη πατρίδα, μετέβη έπειτα εις Παρισιούς προς σπουδή τών μαθηματικών ενεγράφη εν τη σχολή της Σορβόννης , και έπειτα απεδόθη εις την σπουδή της φιλολογίας.

Περιηγηθεί Γαλλίαν, Αγγλίαν, Ιταλίαν, Γερμανία καί Αυστρίαν όπου ενυμφεύθει την εξ επιφανούς οίκου την Κόμισσα πεπαιδευμένη και δόκιμο καλλιτέχνιδα Βαρονίδα Μalowetz

"0τε κατά τα έτη 1684, 1691, 1692 εις τού; πολέμους περί ανακτήσεως και κατακτήσεως της Κρήτης μεταξύ Ενετών και Τούρκων, οι Νικόλαος και Στέφανος Θεοτόκη όπλισαν άνδρας Έλληνας και δοθέντος διπλώματος επιτίμου συνταγματάρχου εις τον Νικόλαον, μετέβησαν εις Κρήτη όπου μεγάλως ανδραγάθησαν. Κατά το έτος 1716, όταν οι Τούρκοι έ πολιορκούσανε την Κέρκυρα ο Γεώργιος Θεοτόκης πλοίαρχος (sopracomito) τής Κερκυραϊκής βάρκας Υποπλοίαρχο έχων τον Νικόλαον Θεοτόκην γενναίως «πολέμησαν τραυματισθέντες. Επίσης εν Βονίτζη, εν Λευκάδι, εν Ναυπάκτω, εν Κορίνθω και αλλού. Τοιαύτα παραδείγματα έχων ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης, υπό πατριωτισμού και αγνού αισθήματος ενθουσιασθείς, αναχώρησε την 22 Ιουλίου δι' Αθήνας και εκείθεν εις Κρήτη, συνοδευόμενος υπό του εύπαιδεύτου φίλου του ευπατρίδη Λ. Μαβίλη.

Ό Κύριος Λαυρέντιος Μαβίλης γεννηθείς εν Ιθάκη ετών 36 χρημάτισε ως δεκανεύς εις το 10ον πεζικό Σύνταγμα, σπούδασε τα εγκυκλοπαιδικά αυτού μαθήματα εν Κερκύρα εις το Εκπαιδευτήριου τού αξιότιμου κ. Λεωνίδα Βλάχου, και κατόπιν μεταβείς εις Γερμανία ησπάσθει την Φιλολογία. 0 πατήρ αυτού χρημάτισε ως δικαστής και ως πρόεδρος των Δικαστηρίων επί προστασίας, 22 εν συνόλω έτη, ή δε μητέρα του Ιωάννα εξ οικογενείας Καποδίστρια Σούφη, αδελφή του εν Κέρκυρα συμπολίτη μας Γερολίμου Σούφη Αυλάρχου της Αυτού Μεγαλειότητας τού Βασιλέως ημών.

 

Τρία χειρόγραφα ποιήματα του Λορέντζου Μαβίλη για την Κρήτη

Ο Θεοτόκης γνωρίστηκε και έγινε στενός φίλος με τον ποιητή Λορέντζο Μαβίλη Παρασυρόμενος από τις εθνικιστικές ιδέες του φίλου του συμμετείχε μαζί του το 1896, στην επανάσταση της Κρήτης και το 1897 στον άτυχο πόλεμο  στη Θεσσαλία, Η επίδραση του Μαβίλη στο Ντίνο Θεοτόκη ήταν σημαντική, και όπως αναφέρει ο αδελφός του Σπυρίδων Θεοτόκης, «ήταν μια γνωριμία που δεν άργησε να γίνει φιλία και αργότερα δεσμός. Ένας δεσμός, στηριγμένος σε σπάνια ψυχική επαφή.» Ο Λορέντζος Μαβίλης ήταν εθνικιστής, Η εθνικιστική ιδεολογία έχει στόχο την εθνική ανεξαρτησία που σημαίνει, ίδρυση εθνικού κράτους, προστασία και διατήρηση από τον εθνικά ξένο και άμυνα απέναντι σε εθνικούς εχθρούς, ή απελευθέρωση των αλύτρωτων ομοεθνών και ενίσχυση της εθνικής υπερηφάνειας. Η εποχή ευνοεί τον Εθνικισμό. Η Ήπειρος είναι υπό τον Τουρκικό ζυγό το ίδιο η Θεσσαλία, η Κρήτη, η Μακεδονία.  Ο εθνικισμός είναι αιτία πολέμου και τον πόλεμο εκτελεί το κράτος. H αναζήτηση εθνικιστικών θεωριών και η προβολή ιδεωδών προτύπων, για την οργάνωση του εθνικού κράτους βρέθηκαν στο κέντρο των πνευματικών και πολιτικών ανησυχιών των Ελλήνων διανοητών, την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα.  Στο σημείο αυτό πρέπει να γίνει μια διάκριση μεταξύ Έθνους και κράτους. To κράτος είναι οργανωμένη πολιτική οντότητα που κατέχει το μονοπώλιο της χρήσης νόμιμης εξουσίας σε μια καθορισμένη γεωγραφική περιοχή. Πιο απλά έχει νόμους και περικλείεται από σύνορα. Το «Έθνος» αποτελεί ανώτερη μορφή κοινωνικού σχηματισμού. Ως κοινωνικό μόρφωμα εμφανίστηκε στις αρχές του 19ου αιώνα. Πιο πριν δεν υπήρχε. Αποτελεί προϊόν της βούλησης των γηγενών κοινοτήτων για αυτοκυβέρνηση και οικονομική ευελιξία.

Ο Ντίνος Θεοτόκης γίνεται φίλος με τον ποιητή Λορέντζο Μαβίλη και υιοθετεί το πάθος εκείνου για τον εθνικισμό και την πατρίδα. Τρέχουν στην Κρήτη να πολεμήσουν για τη απελευθέρωση της.  Ο συντηρητισμός, τους κάνει να επιτεθούν και να συνταυτιστούν με την εκκλησία στο θέμα του καζίνου, με επίθεση τους προς τον Δήμο, για την ίδρυσή του.

Ο Ντίνος χάνει το πάθος του για την εκπλήρωση των εθνικών ονείρων μετά τον ατυχή πόλεμο του 1897. Με το πόλεμο αυτό προέκυψε το Κρητικό Ζήτημα, στο οποίο η Ελληνική πλειοψηφία της Οθωμανικής επαρχίας της Κρήτης επιθυμούσε την Ένωση με την Ελλάδα. Αυτό δεν έγινε με την επιβολή των ξένων δυνάμεων και αποτέλεσμα  ήταν οι επαναλαμβανόμενες οχλαγωγικές συγκεντρώσεις που επακολούθησαν στους δρόμους της Αθήνας . Ο Ντίνος απογοητεύτηκε.

Μια δεύτερη προβληματική σκέψη στο μυαλό του Ντίνου πρέπει να ήταν η ζωή στους Καρουσάδες όπου και ζούσε. Τι προσλάμβανε από την ζωή εκεί; Μια καταπίεση των αγροτών από οικονομικά γενικά αποτυχημένους αριστοκράτες, μια πατριαρχεία με δούλες τις γυναίκες , έθιμα που παρέμεναν υποχρεωτικά  για αιώνες, ήθη επιβαλλόμενα κύρια από την εκκλησία κ.λ.π. Δημιουργείται ένα νέο πάθος την ανατροπή της αστικής εξουσίας/κυριαρχίας. Αρχίζει έτσι μέσα του η κοινωνικότητα να επικρατεί της εθνικότητας. Αρχίζει να δημιουργείται ένα ιδεώδες στηριζόμενο στον κοινό άνθρωπο, μακριά από πολιτικές σκοπιμότητες και το υπηρετεί γράφοντας τα εξαιρετικά του μυθιστορήματα. 

 

THE MERCHANTS OF VENETIAN CORFU IN THE FIRST HALF OF THE SIXTEENTH CENTURY

G. Pagratis, “Merchants and Shipowners in Venetian Corfu in the first half of the Sixteenth Century”, in Maria Christina Chatziioannou-Gelina Harlaftis (επιμ.), Following the Nereids. Sea routes and maritime business,...

 

Gerassimos D. Pagratis

 

One of the desiderata of recent Greek historiography is to define the physiognomy of the merchant and the shipowner. A second is to investigate their intervention in economic and social processes, of which they appear at once as products and agents. The related lacunae in our knowledge are due mainly to the lack of sufficient prosopographical examples from which we could elicit the more general typological traits of the persons involved in maritime trade. Despite the fact that relevant archival material is rare, several works have been produced, which shed light on partial aspects of the issue but without fulfilling the necessary preconditions for a broader synthesis. Most of these works refer to the late eighteenth and primarily the nineteenth century. For the preceding periods we are at present limited to a few studies that illuminate a handful of personalities and do not permit us to proceed to a typological hermeneutic classification[1].

The present paper attempts to sketch the portrait of the merchants of Corfu in a period when the island’s role in transit trade was upgraded, after the Venetians’ loss of Methoni and Koroni (1500), a loss which transformed the harbours of Corfu and Zante into obligatory ports of call for ships sailing from Venice to the Levant and vice versa. In these circumstances Corfu could function as an observation post for mercantile activities, with a geographical radius much wider than the local-regional. In order to achieve our goal, we have synthesized of a considerable number of prosopographical notes that allow us to distinguish the norms and the deviations from these.

First of all we should make clear that the merchants examined here are those who can be characterized as professionals. They are known as pramateftes (πραγματευτές), a term that is usually translated into English as pedlar, but in the case

-------------------------------------------------------------

[1] For prosopographies of sixteenth-century merchants see Georgios Ploumidis, “A typical sixteenth-century merchant-magnate”, Dodoni 27/1 (1998), 45-55 (in Greek), which refers to Pietro Condolignoti. See also Gerassimos Pagratis, “Mateo Vergi: Merchant from Corfu and owner of ships in Venice, in the 16th century”, Proceedings of the 3rd Panhellenic Symposium of Genealogy and Heraldry (29 October – 1 November 1998), Athens 2001, 589-593 (in Greek).

of Corfu has a different meaning. Pramateftes made up a professional group that presumably based its identity on membership of a corporate body (perhaps a guild), about which, however, we have no information; they were neither ad hoc traders nor persons with another primary occupation who participated sporadically in maritime trade, nor captains or seamen who engaged in trade in the course of their voyages.

In Europe in early modern times the pramateftis was essentially the itinerant merchant, a person who wandered about incessantly, carrying on his back or his pack animal his usually paltry wares to villages and towns that remained outside the organized trading networks.

As a rule the pramateftis made his living in economically backward regions. On account of his continuous peregrinations, his limited profits and his humble appearance, the pramateftis in the West had low social status. A chapbook (livello) of 1622 described a ragged pramateftis roving around “with a leather bag slung on his shoulder, with shoes that had leather only at the edge, and his wife trailing behind him, covered by a large hat pulled down behind so that it reached to her belt”.

To these typical features are added several nuances too, depending on the more specific needs he the pramateftis was called on to serve in each region and period. This is confirmed by the number and variety of terms used to describe this rather vaguely defined social type: in Italy merciajuolo, in Spain buhonero, in England pedlar, hawker, huckster, petty chapman or packman, in Germany Hueker, Hausierer, Ausrufer, etc.

The virtually wretched pramateftis often escaped the fate of his kind. The wealthy merchants of Manchester and the manufacturers of Yorkshire, whom Daniel Defoe describes in the eighteenth century as carrying their goods on horseback, were types of pramateftes. Affluent too were many of the pramateftes who acquired a permanent workplace and clientele, and concurrently began to climb the social ladder. In late eighteenth-century Munich the most powerful trading firms in the city had been founded by successful pramateftes of Italy or Savoy[1].

As far as the typical traits of the Corfiot pramateftis are concerned, we have noted a unique, of its kind and for its period, contract of apprenticeship in the art of trading (πραγματεία), of which we cite the summary:

--------------------------------------------------------------------------------

[1] Fernand Braudel, Material Culture, Economy and Capitalism (15th-18th century), vol. I, Athens 1995, 56-86 (Greek translation).

 

Master Theocharis Rodas confessed that in the past, wishing his son Georgios to be instructed in the art of trade at a theoretical and practical level, sent him daily to the workshop of the Triantafillos brothers, Batis and Alivizis, his wife’s brothers. Because Master Theocharis wishes his son Georgios to learn more than what he already knows, for this reason he has agreed with the Triantafillos brothers to continue to train Georgios, both inside their workshop and on voyages at sea, and in journeys in the mainland opposite Corfu, and to show him from the theory and the practice of trade as much as his mind can hold. Master Theocharis promises on behalf of himself and on behalf of his son that after the end of the training none of them will claim any remuneration whatsoever from the Triantafillos brothers. The same holds also for the latter, who undertake also to cover the living expenses of Georgios[1].

 

The typical traits of the Corfiot merchant, as these emerge from the above document, refer to a type of mixed character, between the sedentary and the itinerant trader, between the petty trader and the merchant-magnate (negoziante). The limits of his activity were, however, clearly defined, since he learnt it through apprenticeship to an acknowledged pramateftis.

The kinship ties between the apprentice and his masters (Georgios was nephew of the two pramateftes – his maternal uncles) leads us to suppose that initiation into professional practices was largely within the tight family circle (father to son, uncle to nephew). If this hypothesis is correct, this must be a Corfiot peculiarity, since in Candia (mod. Herakleion) for example, a port with a much greater turn-over in the mid-sixteenth century, there were teachers of invoice and account books, who gave private lessons in arithmetic (abacus), Western foreign languages for trade, double-entry book-keeping, filling in of maritime documents and so on. There were also pramateftes and merchants whose basic tools for keeping their books were Glytzounis’s practical manual of arithmetic,[2] their daily contact with commercial praxis and commercial handbooks in foreign languages, which in any case circulated widely in this par excellence international profession. In these ways they served their practical professional needs, even without the existence of

---------------------------------------------------------------------------------------

 

[1] General State Archives, Archive of the Prefecture of Corfu (henceforth GSA), Notaries, busta P 186 (Emmanuel Parastatis ), filza 1, f. 7v (1519).

[2] Manuel Glytzounis, Handbook for everybody containing practical arithmetic or rather called accounting, Venice 1568 (in Greek).

 

commercial manuals in the Greek language, which were published from the late eighteenth century onward[1].

The merchant’s responsibilities included running a store, from where he conducted his commercial affairs and sold various goods wholesale or retail, travelling on land and sea in search of promising merchandise which he purchased wholesale, and clinching deals to sell the commodities at a higher price than he had paid for them.

The centre of his enterprise was located outside the fortress of Corfu, where he kept a bottega (workshop) or a magazeno (shop or storage place), built of timber or stone[2], in which he stored his merchandise temporarily and from which he sold various commodities to individual customers or to partnerships. The two terms bottega and magazeno are used interchangeably and indiscriminately in the sources, in contrast to the case in other regions and other periods, such as Mykonos in the eighteenth century where magazeno denoted specifically the place of storage and wholesale selling of merchandise, whereas bottega was the store for retail transactions[3].

In Corfu too, in the sixteenth century, some distinction must have existed between shops in the retail trade and those in the wholesale trade, which must necessarily have had sizeable storage spaces. For example, the bottega of Pieros Bratanecis, which was stone-built, between 3.66 and 4.50 metres deep, and as wide as the door and the projection which opened outwards to display his wares to passersby, was more suitable for retail trade, or at least for orders of goods that would have been stored, at least temporarily, elsewhere and delivered directly to the buyer[4].

Possession and utilization of a store in its dual role (wholesale and retail trade), in parallel with possible participation in a professional corporation, were the

----------------------------------------------------------------------------------------------

[1] See Triantafillos Sklavenitis, The Commercial Manuals of the Venetian Period and the Ottoman Period, and the Commercial Encyclopaedia of Nicolaos Papadopoulos, Athens 1991 (in Greek), esp. 11-53, with relevant bibliography.

[2] GSA, Notaries, b. M 245 (Georgios Moscos), f. 124r and b. S 147 (Petros Spongos), f. 76v.

[3] Vassilis Kremmydas, Chatzipanayotis Archive, vol. I: Chatzipanayotis-Politis, Athens 1973, 107-110 (in Greek).

[4] G.S.A, Notaries, b. M 180 (Antonios Metaxas), f. 325v. (1539). Essentially the word bottega denoted all places where services, commercial or other, were provided. So even the notary’s office was called bottega. GSA, Notaries, b. M 245, f. 52r and busta M 180, ff. 49v & 181r.

 

principal factors differentiating pramateftes from other tradesmen, systematic or occasional. The existence of a fixed professional abode was a great advantage, since it relieved the merchant of the costs of renting storehouses and undoubtedly influenced his business tactics.

As for the object of their trade, Corfiot merchants did not usually concentrate on one category of goods, but bought and sold whatever made a profit, and disbursed their capital, thus spreading possible losses due to unfavourable circumstantial developments in the trafficking of just one product[1]. The examples are many and confirm the above hypothesis. Georgios Antonatos had in his store beans and pulses but also cotton[2]. Zuan Vergotis on the one hand sold grain and on the other bought masts, with the intention of selling them[3]. Silvestros Suvlachis dealt in razor blades and knives, but also cotton, from his bottega in the Spilia quarter of Corfu[4]. In another bottega, belonging to Micail Pramateftis, one could find just about everything, from playing-cards, razor blades and copper frying pans, to writing paper[5]. However, as is deduced from examination of the circulation of goods in the main harbour and the smaller outports of Corfu, the island was constantly short of foodstuffs, chiefly grain, to which need its merchants will have naturally responded.

A significant deviation from the rule of the European type of pramateftis was the social status of the Corfiot pramateftis. The merchant to whom Georgios Rodas was an apprentice, Batios Triantafillos, is not unknown in the Corfiot prosopography. Alongside initiating Rodas into the secrets of “the art of trade”, he was a member of the close circle of some 150 citizens who held the local civic offices of Corfu (1519, 1520 and 1524)[6]. Furthermore, he had the advantage of owning a ship, the Kolou, of

----------------------------------------------------------------------------------------

[1] For the merchandise circulated in the port of Corfu, in detail, see Gerassimos D. Pagratis, Maritime Trade in Venetian-held Corfu, 1496-1538, (doctoral thesis, Ionian University-Corfu), Corfu 2001, 160-204 (in Greek). Idem, “Trade and Shiping in Corfu (1496-1538)””, International Journal of Maritime History, Memorial University of Newfoundland, Canada, vol. 16/2 (December 2004), 169-220.

[2] GSA, Notaries, b. G 54 (Michael Glavas), f. 310v.

[3] Op. cit., f. 158v.

[4] GSA, Notaries, b. S 146 (Petros Spongos), f. 15r.

[5] GSA, Notaries, b. T 11 (Manolis Toxotis), f. 275r.

[6] GSA, Enetocrazia, registro 5, ff. 303v, 305v & 307v. The council of 150 served for one year and from its members those who held public offices in Corfu were elected. The 150 members were voted for by members of the families included in the wide body of the cittadini of Corfu. For the social history of Corfu see Nicolas Karapidakis, Civis fidelis: L’ avénement et l’ affirmation de la citoyenneté corfiote (XVIème-XVIIème siècles), Frankfurt am Main 1992.

 

 

medium displacement[1], the crew of which his apprentice most probably joined as a cabin boy.

As far as the business activities of his brother, Alivisis Triantafillos, are concerned, we know that he participated in two partnerships in 1529, in which he had invested 57 Venetian ducats. The first of these was set up for the purpose of loading merchandise at an unspecified staging town, to be transported to the “Bay of the Venetians”. This was also the destination of the second partnership venture, which was to travel first “to the bay of Patras”[2]. It seems that Alivisis stayed for long periods in Venice or at least travelled there frequently. We come across him paying his dues to the Greek Brotherhood of the city in the years 1520, 1524 and 1526; in 1526 he had also voted in the elections for its administration[3]. In effect, his role was manager of the affairs of the family collaboration from the political and economic centre of the Ionian Islands. We assume that he spoke Italian, at least satisfactorily, and that he had useful acquaintances among the Greek merchants of Venice, who functioned as the link between the Venetian citizens and the privileged local merchants.

The Triantafillos brothers’ high profile and prestige in Corfiot society, to which their profits from trade had no doubt contributed, was no exception. We observe that over half the persons in the circle of Corfiot merchants enjoyed comparable social status. Scions of the old feudal families were also present in its ranks, such as the Avramis, Suvlachis and others. For all their land property –frequently not inconsiderable– at least some of the younger members of feudal families were systematically involved with commerce. They accordingly acquired the necessary infrastructure (workshop and ship) and voyaged for their mercantile affairs or assigned the obligatory travels to younger members of their closer or wider family circle. So, there is nothing strange in the fact that the role of pramateftis did not

 

---------------------------------------------------------------------------------

 

[1] In June 1429 it was sent to Thessaloniki, in order to load grain to transport to Venice. GSA, Notaries, b. S 147, f. 134r.

[2] GSA, Notaries, b. S 147, f. 138r & 156v.

[3] Antonis Pardos, “Alphabetical list of the first members of the Greek Brotherhood (1498-1530)”, Thesaurismata, vol. 16 (1979), 377 (in Greek).

 

permit combination with other roles that could be considered socially inferior, such as of seaman paid by a share in the profits or by a salary.

 

Surname

Forename

Year present

1

da Calabria

Renaldo

1512

2

 

Bernardin, resident of Corfu, originating from Mytilene

1512

3

Charo

Costa

1512

4

Chrissi

Zuan

1512

5

De Lura

Valerio, son of Trivisano

1512

6

Vimco

Gini

1512

7

Avramis

Ioannis, son of Emmanuel

1502

8

Agapitos

Zuanne from Lepanto

1512

9

Anzis

Georgios from Lepanto

1523

10

Asproulianos

Nicolòs

1512

11

Vardas

Zorzis

1523-1530

12

Varipratis

Olivieris

1524

13

Vatatzis

Georgios

1497-1512

14

Vergis

Alexandros

1523-1538

15

Vikendios

Andreas

1529

16

Gavrilis

Andreas

1497-1538

17

Gavrilis

Stamatios

1512-1519

18

Da Mestre

Dimitrios

1499-1512

19

De Curzula

Francescos

1523

20

Dimossianos

Ioannis

1501-1523

21

Zenembissis

 

1511

22

Cavassilas

Dimos

1514

23

Cacoussis

Zulatos

1502

24

Caravias

Tomasos

1512-1514

25

Cartanos

Antonelos

1524-1536

26

Cartanos

Philippos, son of Michael

1497-1529

27

Checris

Nicolaos

1502-1523

28

Cochinis

Antonios

1523-1537

29

Copanas

Teodoros, from Thebes

1512-1514

30

Cunufagos

Nicolòs

1512

31

Chiprianos

Zorzis

1523

32

Melacrinos

Manolis

1514

33

Memos

Alvise, son of Pelegri

1512

34

Moscovitis

Nicolaos

1497-14981491491497-1498149

35

Barberis

Alexandros

1523

36

Buas

Zuan, son of Pelegri

1529

37

Bublias

Nicolaos

1511-1524

38

Moraitis

Antonios

1523

39

Negros

Nicolaos

1511-1524

40

Da Lessio

Antonio, from Lecce

1497

41

De Mazarco

Zuanne, from Tricase (Publia)

1498

42

De Obizzi

Tomaso

1497

43

Pangalos

Dimitrios

1519

44

Perdicaris

Ioannis

1519-1523

45

Petrossinis

Dimos

1512

46

Pieros

Dracos

1512-1524

47

Politis

Ioannis

1497-1519

48

Politis

Fragos

1529

49

Pramateftis

Michael

1502-1535

50

Rodostamos

Matteos

1511-1535

51

Sampethai

 

1514

52

Suvlachis

Emmanuel

1498-1513

53

Suvlachis

Silvestros

1521-1555

54

Sofianos

Dimitris

1496-1512

55

Sofianos

Matteos

1505-1538

56

Stathopoulos

Alivisis

1523-1529

57

Stelianos

Marcos

1514-1523

58

Sifantos

Fragos

1512-1514

59

Zimeras

Nicolaos

1496

60

Tracaniotis

Emmanuel

1498

61

Triantafillos

Batios

1519-1524

62

Triantafillos

Alivisis

1519-1529

63

Trivolis

Stamos

1497-1506

64

Psaropolis

Michelis

1513-1515

65

Psaropolis

Nicolaos

1513

The Merchants (pramateftes) of Corfu (source: Gerassimos D. Pagratis, Maritime Trade in Venetian-Held Corfu, 1496-1538, doctoral thesis, Ionian University-Corfu, 2001 (in Greek).

 

Certainly not all merchants had the same economic and social background. Gradations are observed, as is the case in any profession. Nevertheless, the tone in this particular class seems to have been set by the presence in its midst of some of the socially most powerful men on the island. As a rule, the Corfiot merchant came from the local nobility. He had turned his attentions to trade in order to increase his incomes from stipendiary local offices and from leasing public revenues and feudal landholdings. In so doing he adopted the example of nobles in the West, primarily Venice, who were the model for the Corfiot citizen in many areas of his life.

 

On the other hand, the norm shows that owning a ship, totally or partially, was a major advantage for a merchant and facilitated his transactions, as the case of the Triantafillos brothers and others attests[1].

The prosopographical examples presented below aim on the one hand to confirm the sketch of the Corfiot merchant and on the other to highlight in stronger colours certain facets of his physiognomy.

Augustinos Petritis is a typical case of a feudatory with significant social prestige and influence in his domain[2], who practiced trade systematically as a pramateftis, had close mercantile collaborations with members of his wider family milieu, and at the same time owned a ship. In 1515 the Community of Corfu entrusted him and Antonelos Vardas with the honorary office of outfitting a war galley[3]. In contrast to other feudatories in the mid-sixteenth century (1545), he resided in the extra muros quarter of Corfu, in the parish of St Francis. His patrimonial land property was augmented by the dowry property of his wife, Kyra Remounda: vineyards and groves with olive, almond and pomegranate trees at Synarades[4]. In the commercial sector he collaborated stably with his relatives, brothers Zorzis and Antonelos Vardas. In 1523 he settled his accounts with them and at the same time sold to Zorzis Vardas cotton cloth for flags, which he had ordered from Venice, and various luxury textiles[5]. In 1512 he sold from his workshop cotton to Constantinos Zacanelis[6]. In 1527 he was in Venice, where he also paid his contribution to the Greek Brotherhood[7].

----------------------------------------------------------------------------------------------------------------

 

[1] The most characteristic case in that of Alexandros Vergis (brother of Matteo), an energetic merchant and owner of two sailing ships. See more specifically, Pagratis, “Matteo Vergi”, op. cit.

[2] Augustinos was elected to the Council of 150 in the years 1506-1509, 1519, 1520 and 1524. GSA, Enetocrazia, reg. 5, filza 18, ff. 287r, 288v, 300r, 302r, 303r, 305r, 307r.

[3] Archivio di Stato di Venezia, Senato Mar, reg. 18, f. 63r and reg. 29, f. 51r.

[4] GSA, Notaries, b. G 54, f. 301r.

[5] GSA, Notaries, b. S 147, f. 43r-v. Antonelos Vardas, brother of Zorzis, was the uncle of Victor Petritis, Augustinos’s son. ASV, Senato Mar, reg. 29, f. 51r-v. ASC, Notaries, b. M 180, f. 308r.

[6] GSA, Notaries, b. T 11, f. 180r.

[7] Pardos, op. cit., 366. For more data on Petritis’s family circle see Katerina Zaridi, “The Corfiot versifier Iakovos Tripolis”, Eoa kai Esperia, vol. 1 (1993), 182-183 (in Greek).

 

Αναζήτηση

Corfu Museum

Corfu Museum….τι μπορεί να είναι αυτό;

Θα το έλεγα με μια λέξη…. Αγάπη! Για ένα νησί που το γνωρίζουμε ελάχιστα. Η αλήθεια είναι ότι δεν μπορούμε ν’ αγαπήσουμε ότι δεν το γνωρίζουμε. Στόχος λοιπόν είναι να το γνωρίσουμε όσο πιο βαθιά μπορούμε, μέσα από το χθες και το σήμερα, γιατί αλλιώς πως θα το αγαπήσουμε; Αγαπάω ατομικά και ομαδικά έχει επακόλουθο…. φροντίζω….. μάχομαι… και σέβομαι. Αγάπη προς την Κέρκυρα είναι το Corfu Museum και τίποτε άλλο.

Μετρητής

Εμφανίσεις Άρθρων
2381305