Corfu Museum

Petsalis: Collection Of Corfu Island,Greece documents

Τέχνες

 

Καθ. Πάνος Καραγιώργος

Διάλεξη που έγινε στην αγγλική γλώσσα στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Φλόριδας, Η.Π.Α., στις 15 Απριλίου 1987. Δημοσιεύθηκε, με λίγες αλλαγές, στο περιοδικό Λαογραφία, Δελτίο της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας, τόμος ΛΘ΄ (39) 1998-2003, σ. 405-421.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η Κέρκυρα είναι πλούσια σε λαογραφικό υλικό και τα κερκυραϊκά δημοτικά τραγούδια τα τραγουδούν ακόμα και σήμερα στα πανηγύρια των χωριών, σε γάμους και σε ταβέρνες. O συγγραφέας Λώρενς Ντάρρελ, στο βιβλίο του για την Κέρκυρα Η σπηλιά  τού Πρόσπερου,

γράφει ότι τα καλύτερα πανηγύρια γίνονται στο Γαστούρι,στους Καστελλάνους, στην Ανάληψη, στον Παντοκράτορα και στην Κασσιόπη. Μερικά από τα δίστιχα της συλλογής αυτής τραγουδιούνται ακόμα και σήμερα στα μέρη αυτά.

Τα δημοτικά τραγούδια τα έχουν συνθέσει άγνωστοι λαϊκοί ποιητές σε διάφορες εποχές κατά τους τελευταίους αιώνες. Μερικά τραγουδιούνται ως χορευτικά και άλλα απαγγέλλονται. Τα ελληνικά δημοτικά τραγούδια, που τόσο θαυμάζονταν από τον Γκαίτε, ο οποίος μάλιστα μετέφρασε μερικά,  διακρίνονται για την ποιητική φρεσκάδα τους και την απλότητά τους. Υπάρχουν διάφορα είδη δημοτικών τραγουδιών:  ιστορικά, ηρωικά, της ξενιτιάς, της αγάπης, δίστιχα της αγάπης, νανουρίσματα, εργατικά, μοιρολόγια.

Τα δίστιχα της αγάπης αποτελούν κι αυτά ανώνυμες συνθέσεις. Μερικά από αυτά μάλιστα τα έχουν συνθέσει γυναίκες των χωριών, ενώ δούλευαν μαζεύοντας ελιές από τα λιόδεντρα το νησιού. Μία γυναίκα άρχιζε τον πρώτο στίχο και άλλη τον συνέχιζε, συμπληρώνοντάς τον. Το τραγούδι κατά τη διάρκεια της δουλειάς απάλυνε τον μόχθο και την πλήξη που συνόδευαν το σκύψιμο για το μάζεμα της ελιάς από το έδαφος, όπως γινόταν εκείνα τα χρόνια. Παρόμοια, οι Νέγροι σκλάβοι συνέθεταν τα σπιρίτσιουαλς, όταν μάζευαν μπαμπάκι στις νότιες πολιτείες της Αμερικής.

Έχω συλλέξει τα περισσότερα από τα δίστιχα της αγάπης της συλλογής αυτής από διάφορα χωριά του νησιού της Κέρκυρας. Όλα σχεδόν είναι γραμμένα σε 15σύλλααβο ιαμβικό μέτρο. 

Π. Κ.

Α
Αγγελικούλα, ζάχαρη, Αγελικούλα, μέλι,
Aγγελικούλα, κρύο νερό, που πίνουν οι αγγέλοι!
 
Αγγέλοι από τους ουρανούς, βοηθάτε με κι εμένα,
που άναψα και καίγομαι για ξένης μάνας γέννα.
 
Άγγελος εκατέβηκε με το χρυσό κoντύλι
κι έκατσε και ζωγράφισε τα κόκκινά σου χείλη.
 
Αηδόνι του περιβολιού, αηδόνι και παγόνι,
όταν γυρίσω να σε δω, το αίμα μου παγώνει.
 
Ακόμα δεν απέθανα κι ανάψαν τα κεριά μου,
πήραν και την αγάπη μου από την αγκαλιά μου.
 
Άνοιξε το χειλάκι σου το κόκκινο, πουλί μου,
και δώσε μου υπόσχεση πως θα γενείς δική μου.
 
Αν είσαι κι αν δεν είσαι του Δήμαρχου αδερφή,
εγώ θα σε φιλήσω, κι ας πάω στη φυλακή!
 
Αν θέλεις, Παναγία μου, πάντα να σε δοξάζω,
φέρε μου την αγάπη μου, να μην αναστενάζω.
 
Απόψε ρόδα μάζευα, και συ, ψυχή μου, τ’ άνθη·
απόψε σ’ ονειρεύτηκα κι ο ύπνος μου εχάθη.
 
Απ’ όλα τ’ άστρα τ’ ουρανού ένα ’ναι που σού μοιάζει:
αυτό που βγαίνει το πρωί, όταν γλυκοχαράζει.
 
Αυτός ο πόνος της καρδιάς, προς τί, τάχα, να είναι;
Όταv δεν είναι έρωτας, τί άλλο πράμα είναι;
 
Από τη γη βγαίνει νερό κι απ’ την ελιά το λάδι,
κι από τη μάνα την καλή βγαίνει το παλικάρι.
 
Αχ, ουρανέ, μή βρέξεις πια, κάνε μου αυτή τη χάρη
κι εγώ με τα ματάκια μου δροσίζω το χορτάρι.
 
Β
Βάρκα θέλω ν’ αρματώσω με σαράντα δυο κουπιά,
και μ’ εξήντα παλικάρια, να σε κλέψω μια βραδιά.
 
Βασιλικέ πλατύφυλλε, από την Ιγγλιτέρα,
που τον φορούν οι όμορφές κάθε καλήν ημέρα.
 
Βασιλικό εφύτεψα επάνω στον ασβέστη,
για να περνά η αγάπη μου να λέει ‘‘Χριστός Ανέστη!’’
 
Βασιλικό εφύτεψα στην κλίνη που κοιμάσαι,
να κόβεις, να μυρίζεσαι, κι εμένα να θυμάσαι.
 
Βασίλισσα να ήσουνα, δεν θά ’χες τόση χάρη,
νά ’σαι ανθός των κοριτσιών, της γειτονιάς καμάρι.
 
Βασίλισσα των κοριτσιών πρέπει να σ’ ονομάσω,
γιατί η ωραιότης σου με κάνει να θαυμάσω.
 
Βολές – βολές μεσάνυχτα ξυπνάω με λαχτάρα
και στην πικρή την ξενιτιά ρίχνω βαριά κατάρα.
 
Βουνά, μην πρασινίσετε, πουλιά, μην κελαηδείτε,
μ’ αρνήθηκε η αγάπη μου, κι όλα να λυπηθείτε.
 
Γ
Γαρούφαλό μου κόκκινο, γαρουφαλιάς κλωνάρι,
αν δε σε δω στα χέρια μου, ο Χάρος να με πάρει.
 
Για δες καιρό που διάλεξε ο Χάρος να με πάρει,
τώρα π’ αγάπησα κι εγώ μιας λεμονιάς κλωνάρι!
 
 
Για πες μου, τί εκέρδισες, οπού με βασανίζεις;
Παράτησε την απονιά, και πες μου τί ορίζεις.
 
Γυρίζω εδώ, γυρίζω ’κει, ίσως και σ’ απαντήσω,
τα πάθη μου να σου ειπώ, τη φλόγα μου να σβήσω.
 
Γύρισε δες τον ουρανό, γύρισε δες και μένα:
Αν αρνηθώ τον ουρανό, θα αρνηθώ και σένα.
 
Δ
Δασκάλισσα, δασκάλισσα, σχόλασε την Ελένη,
μία στιγμή να την ιδώ, γιατ’ η ψυχή μου βγαίνει.
 
Δεν θυμάσαι, ανάθεμά σε, ότι συμφωνήσαμε
να με πάρεις, να σε πάρω και μαζί να ζήσουμε;
 
Ε
Έλα να σε φιλήσω και γρήγορα να πας,
να μη σε δει κανένας και πει πως μ’ αγαπάς.
 
Έλα να σε φιλήσω και φίλα με και συ,
κι αν θα το μαρτυρήσω μαρτύρα το και συ.
 
Εμένα τό ’χει η τύχη μου, όπου κι αν αγαπήσω,
με φίδια και δεντρογαλιές πρέπει να πολεμήσω.
 
Εμίσεψες και μ’ άφησες τρία γυαλιά φαρμάκι,
σα νίβομαι κάθε πρωί, να πίνω από λιγάκι.
 
Εμίσεψες κι η γειτονιά εγίνη ρημονήσι·
έλα, πουλί μου, γύρισε, πάλι να νοστιμίσει.
 
Ένα δεντρί εφύτεψα με δάκρια τόσους χρόνους,
κι αντί καρπό, μού έδωκε βάσανα, πίκρες, πόνους.
 
Εξήντα μήνες σ’ αγαπώ, γίνονται πέντε χρόνια·
αν φύτευα μια λεμονιά, θα έκοβα λεμόνια.
 
 
Επήγα κι έριξα σεβντά σε μέρος που δεν φτάνω
και θε να βασανίζομαι όσο που να πεθάνω.
 
Εσύ μ’ αυτή τη γνώμη κι εγώ μ’ αυτόν το νου,
να δούμε ποιος θα πέσει στα πόδια τ’ αλλουνού.
 
Έτσ’ ήτανε της τύχης μου, εσένα ν’ αγαπήσω,
να πάθω τόσα βάσανα και να μη σ’ αποκτήσω.
 
Έχε, πουλί μου, υπομονή, νά ’χω κι εγώ ελπίδα·
με τον καιρό κάθε δεντρί ανθεί και βγάζει φύλλα.
 
Έχω τρεις μέρες να σε δω, κοντεύει μια βδομάδα,
και το ψωμί στο στόμα μου δεν έχει νοστιμάδα.
 
Η
Ήθελα νά ’μουν όμορφος, νά ’μουν και παλικάρι,
νά ’μουνα και τραγουδιστής, δεν ήθελ’ άλλη χάρη.
 
Η αγάπη δίχως ζήλια είναι μαύρη, σκοτεινή,
σαν κρασί ξεθυμαμένο, σαν σακούλα αδειανή.
 
Η αγάπη είναι βελόνι κι αγκυλώνει την καρδιά·
με αγκύλωσε και μένα και δεν έχω γιατρειά.
 
Η αγάπη σίδερα τρυπά και μάρμαρα τσακίζει,
καλόγερους και κοσμικούς, όλους τους δαιμονίζει.
 
Η άσπρη πέτρα του γιαλού δεν πιάνει πρασινάδα,
κι αγάπη δίχως πείσματα δεν έχει νοστιμάδα.
 
Η ορφανειά, η παντρειά, η αγάπη και τα ξένα:
τα τέσσερα τα ζύγισαν, βαρύτερα τα ξένα.
 
Θ
Θάλασσα δίχως κύματα καράβι δε σηκώνει,
κι αγάπη δίχως βάσανα ποτέ δεν τελειώνει.
 
Κ
Κλαίω κρυφά γιατί κανείς δεν θέλω να το μάθει,
ότι ξανακαινούριωσαν τα παλαιά μου πάθη.
 
Κοντοζυγώνει ο καιρός που θε ν’ ανταμωθούμε,
που θε να σμίξουμε τα δυο, να παρηγορηθούμε.
 
Κόρη που πήρες μου το νου, πάρε τώρα κι εμένα·
τί να με κάνει δίχως νου η μάνα που μ’ εγέννα;
 
Κρύο αεράκι νά ’μουνα, να μπω μες στα σεντόνια,
να χάιδευα τα στήθη σου, πού ’ναι σα δυο λεμόνια.
 
Κυρία μου, ανάλατη, σαν ξύδι και σα μέλι,
και ποιος σε καταδέχεται ταίρι του να σε θέλει;
 
Λ
Λυπητερά, λυπητερά θα πάω να σκάψω μνήμα,
να θάψω το κορμάκι μου, κι έχε το εσύ το κρίμα.
 
Λυπήσου τα, σπλαχνίσου τα, τα δάκρια που χύνω,
γιατ’ είναι περισσότερα απ’ το νερό που πίνω.
 
Λύσε τα μάγια, φως μου, και δός μου λευτεριά,
να πάω στη δουλειά μου, δεν θέλω παντρειά.
 
Μ
Μάγισσας κόρη νά ’σουνα και δράκου θυγατέρα,
πάλι θα με λυπόσουνα που πάσχω νύχτα-μέρα.
 
Μαργαριτάρι στρογγυλό είναι το πρόσωπό σου
και δυο δαχτυλιδόπετρες οι κόρες των ματιών σου.
 
Μάτια μου, τζόγια, περγολιά, σταφύλι μου αετονύχι,
να γίνομουν εγώ γαμπρός κι εσύ να γίνεις νύφη!
 
Μελαχρινή εφίλησα τ’ Αυγούστου μια Δευτέρα
και μύριζε το στόμα μου σαράντα μία μέρα.
 
 
Μελαχρινό μου πρόσωπο, σαν βάζεις κοκκινάδι,
οι πεθαμένοι κι οι νεκροί σηκώνονται απ’ τον Άδη.
 
Μέσα στα χιόνια λούστηκες και πήρες την ασπράδα,
πήρες κι από τα γιασεμιά όλη την ομορφάδα.
 
Με μια γειτονοπούλα μου θέλω να κάνω κρίση,
που πήγε και παντρεύτηκε χωρίς να με ρωτήσει.
 
Μία μόνο αγάπησα σε όλη τη ζωή μου,
σ’ αυτή ο έρμος έδωσα τον νου και την ψυχή μου.
 
Μικρή, μικρή σ’ αγάπησα, μεγάλη δεν σε πήρα,
μα έχω ελπίδα στο Θεό για να σε πάρω χήρα.
 
Ν
Νά ’μουν στο μεσοφόρι σου κουμπί μαλαματένιο,
και να φιλώ το στήθος σου, το μαργαριταρένιο!
 
Να σ’ αγαπώ βαρέθηκα, να σ’ αρνηθώ λυπούμαι,
ας τον τραβάμε τον σεβντά όσο κι αν ημπορούμε.
 
Να χαμηλώναν τα βουνά κι οι λεμονοκορφάδες,
νά ’βλεπα την αγάπη μου στη μέση τσου Δουκάδες.
 
Να ’χα σοφία Σολομών και του Δαβίδ τη γνώση,
θα σού ’λεγα παινέματα μέχρι να ξημερώσει.
 
Νύχτα και μέρα και αυγή σ’ έχω στη συλλοή μου·
γίνε γιατρός και γειάνε μου τη φοβερή πληγή μου.
 
Ξ
Ξανθά μαλλιά στην κεφαλή, πλεγμένα με την τάξη
και κάθε τρίχα γίνεται μαχαίρι να με σφάξει.
 
Ξεμάκρυνες κι αρρώστησα, έλα κοντά να γειάνω,
έλα το γρηγορότερο, πριν πέσω και πεθάνω.
 
Ξενιτεμένο μου πουλί, έλαβα τη γραφή σου,
στον κόρφο μου την έβαλα κι είπα: «Καρδιά, δροσίσου!»
 
Ξύπνα εσύ που μ’ έκανες αγάπη να γνωρίσω,
και ζωντανός την κόλαση να την κληρονομήσω.
 
Ξύπνα, κι ο έρωτας περνά κορώνα να σού βάλει,
γιατί από σε ομορφότερη δεν είναι καμιά άλλη.
 
Ο
Όλο τον κόσμο γύρισα, πουνέντη και λεβάντη,
δεν είδα τέτοιο πρόσωπο να λάμπει σαν διαμάντι!
 
Όποιος δεν είναι γλεντιστής πρέπει του να πεθάνει,
γιατί στον κόσμο όπου ζει άδικα τόπο πιάνει.
 
Όποιος πιστεύει γυναικός, στη θάλασσα πιστεύει,
πιάνει λαγούς στη θάλασσα και στο βουνό ψαρεύει.
 
Όταν σ’ εγέννα η μάνα σου, ο ήλιος εκατέβη
και σού ’δωσε την ομορφιά και πάλι ματανέβη.
 
Ο έρωτας εις την αρχή είναι γλυκός, καϊμάκι,
μα σαν ριζώσει στην καρδιά, ποτίζει την φαρμάκι.
 
Ο κόσμος με τα βάσανα είν’ ανακατωμένος,
και πώς μπορώ τότε εγώ νά ’μαι ευχαριστημένος;
 
Π
Ποιος είδε ψάρι στο βουνό και θάλασσα σπαρμένη,
ποιος είδε τούτον τον καιρό αγάπη ’μπιστεμένη;
 
Ποιος κρίνος ωραιότατος σού ’δωσε την ασπράδα,
και ποια μηλιά, χρυσομηλιά, τη ροδοκοκκινάδα;
 
Πρωί-πρωί σηκώνομαι, το σπίτι σου κοιτάζω,
το παραθύρι σου θωρώ και βαριαναστενάζω.
 
 
Ρ
Ρίξε μια ματιά, δώσ’ μου γλυκιά ελπίδα,
τέτοιαν απονιά σε άλλη δεν την είδα.
 
Ρόδα και τριαντάφυλλα κι άνθη του παραδείσου
εσύναξε ο Έρωτας κι έπλασε το κορμί σου.
 
Σ
Σα δεν με θες, κυρά μου, πες μου να παντρευτώ,
να πάρω κάποια άλλη, να παίζω, να γλεντώ.
 
Σαν τί το θέλει η μάνα σου τη νύχτα το λυχνάρι,
αφού μέσα στο σπίτι της έχει λαμπρό φεγγάρι;
 
Σού στέλνω χαιρετίσματα με μήλο δαγκωμένο
και μέσα στη δαγκωματιά φιλί είναι κρυμμένο.
 
 
Τ
Τάχα θα το αξιωθώ, θα λάβω τέτοια χάρη,
να σηκωνόμαστε τα δυο απ’ ένα μαξιλάρι;
 
Τα βάσανα, τα πάθη μου, ένας Θεός τα ξέρει,
και μια μικρή μελαχρινή, αν θέλει, τα γιατρεύει.
 
Τα λούλουδα θέλουν δροσιά, τα κυπαρίσσια αέρα·
η νιότη μας και η ζωή δεν είναι κάθε μέρα.
 
Τα μάτια μου δεν είδανε τέτοια καλή γυναίκα,
να της ζητώ ένα φιλί και να μού δίνει δέκα!
 
Τα ολόξανθά σου τα μαλλιά να τά ’χα αποχτενίδια,
να τά ’δινα στον χρυσικό να κάνει δαχτυλίδια.
 
Τα χείλη σου τα κόκκινα μοιάζουνε σαν κεράσι,
κι ο νέος που τα φίλησε ποτέ δεν θα γεράσει.
 
Τόσ’ έμαθα τα βάσανα που δεν κακοκαρδίζω·
όπως τον εύρω τον καιρό, έτσι τον αρμενίζω.
 
Το δέντρο που καμάρωνα καθημερνή και σκόλη
άπλωσε τα κλωνάρια του σε ξένο περιβόλι.
 
Υ
Ύπνος γλυκός, γλυκύτατος, σ’ επήρε και κοιμάσαι,
και την παλιά αγάπη σου καθόλου δεν θυμάσαι.
 
Υπόμενε, καρδούλα μου, τής π’ αγαπώ τα λόγια,
όπως αντέχουν τα βουνά τις μπόρες και τα χιόνια.
 
Φ
Φωτιά τρώει το σίδερο κι ο σάρακας το ξύλο,
κι εσύ μού τρως τα νιάτα μου σαν άρρωστος το μήλο.
 
Χ
Χριστός Ανέστη, μάτια μου, κι έλα να φιληθούμε,
κι αν δεν σ’ αρέσει το φιλί, στρώσε να κοιμηθούμε.
 
Χωρίς αέρα το πουλί, χωρίς νερό το ψάρι,
χωρίς αγάπη δεν βαστούν κόρη και παλικάρι.
 
Ψ
Ψηλό μου κυπαρίσσι, λυγάει η κορφάδα σου,
και ποιος θα τη γλεντήσει την ομορφάδα σου;
 
Ω
Ω φουντωμένη λεμονιά και ανθισμένη βιόλα,
εσύ ’σαι που τα μάρανες τα παλικάρια όλα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ / BΙBLIOGRAPHY

Ελληνικά / In Greek

Μαρτζούκος, Γ. Κ., Κερκυραϊκά Δημοτικά Τραγούδια, Αθήναι, 1959.
Πακτίτης, Ν.,
 Κερκυραϊκά Δημοτικά Τραγούδια, Αθήνα, 1989.
Περάνθης, Μ.,
 Μεγάλη Ελληνική Ανθολογία της Ποιήσεως, τόμ. Γ΄ [1970].

Αγγλικά / In English

Abbott, G. F., Songs of Modern Greece, Cambridge, 1900.
Pym, Hilary,
 Songs of Greece, The Sunday Times, London, 1968.

ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ / DISCOGRAPHY

Authentic Music from the Greek Isles and Mountains, Fontana TL 5323.
Folk Dances of Greece, Folkways P 454.
Greek Island and Mountain Songs, Vogue MDEVR 9329.

 

Ο Χαράλαμπος Παχής (1844-1891) ήταν Κερκυραίος Ζωγράφος , από τους πιο σημαντικούς εκπροσώπους της  Επτανησιακής Ζωγραφικής Σχολής. Ένα από τα λαογραφικά έργα του είναι και η  «Πρωτομαγιά στην Κέρκυρα»

Για να αναλύσουμε την παράσταση του πίνακα προστρέξαμε στο βιβλίο «ΚΕΡΚΥΡΑΪΚΑ ΑΝΕΚΔΟΤΑ» του Σπύρου Λάμπρου του 1882.

Η πρώτη ημέρα του Μάη  στην Κέρκυρα γιορτάζονταν με ένα διαφορετικό έθιμο που δεν συναντάται στις άλλες Ελληνικές πόλεις. Οι χωρικοί έφερναν στην πόλη κορμό κυπαρισσιού, το φύλλωμα  του οποίου είχαν στολισμένο με ξύλινα στεφάνια και πολύχρωμες κορδέλες. Κρεμούσαν   πασχαλινά  κόκκινα αυγά , κουκουνάρια, αγκινάρες και άλλα φρούτα επιχρυσωμένα,  περιστέρια και άλλα τέτοια. Το δέντρο τούτο του Μαΐου θύμιζε το Χριστουγεννιάτικο δένδρο.

 Οι χωρικοί που κρατούσαν το κυπαρίσσι τραγουδούσαν έξω από τα σπίτια.

Αυθεντικά γραμμένο  το πιο κάτω τραγούδι:

Και αν είνε με τον ορισμό, να  ‘πούμε και το Μάϊ.

Μπρέ ‘μπηκ’ ο Μάϊς,μπρέ ‘ μπήκε ο Μάϊς ο μήνας

Ο Μάϊς με τα τραντάφυλλα και ο Απρίλις με τα ΄ρόδα.

Απρίλι, Απρίλι αφόρετε Μάϊ μου κανακάρι,

‘π’ όλο τον κόσμο ‘γιόμησες απ’ άνθη και λουλούδια.

Λουλούδισε, λουλούδισε, λουλούδισέ μου κόρη

Να ‘πάη να δώση το φιλί πριν βρέξη, πριν χιονίση,

Πριν κατεβάση ο ουρανός και σύρουν τα ποτάμια.

Και ‘δω που τραγουδήσαμε πέτρα να μη ραΐση

Και αφέντη κυρ (όνομα φεουδάρχη) χρόνους πολλούς να ζήσης

Να ζήσης χρόνους εκατό και να τους απεράσης *

 

(*) Ή διαφορετικά

Και αφέντη κυρ ……’ψηλό μου κυπαρίσσι

‘που τώνομα σου ακούεται Ανατολή και Δύσι

 

Πολλά είπαμε ταφέντη μας, να ‘πούμε της κυράς μας

Κυρά χρυσή, κυρ’αργυρή, κυρά μαλαμματένια

Και άνοιξε τάξιο σου πουγγί το μαργαριτένιο

Και βάλε το χεράκι σου το καλομαθημένο.

Και αν έχεις γρόσια φέρε τα και αν έχης και παράδες

Και αν έχης και γλυκό κρασί, φέρε να μας κεράσης

Και ‘ς των παιδιών σου ταις χαραίς κουφέτα να μοιράσης

Όχι κουφέτα μοναχά, μον’ και πολλά καρύδια

Και πλήθειο το γλυκό κρασί να πιουν τα παλληκάρια.

Και δω που τραγουδήσαμε να ‘λθούμε και του χρόνου,

Και την ημέρα της Λαμπρής με το Χριστός Ανέστη(δις)

Και το μεν τραγούδι, όλο, ή μέρος του,  ή στοίχοι,  τραγουδιέται και σε άλλα μέρη της Ελλάδος, η δε περιφορά του κυπαρισσιού και τα ιδιαίτερα έθιμα που συνοδεύουν τον εορτασμό της πρωτομαγιάς ανήκουν μόνο στην Κέρκυρα. Οι ιδιαίτερες αυτές συνήθειες εξηγούνται από ιστορικής πλευράς, σαν απομεινάρι του τρόπου που οι Τσιγγάνοι την πρώτη του Μαΐου ερχόντουσαν από τους αγρούς στη πόλη , αποδεικνύοντας στον άρχοντά τους Βαρόνο την υποταγή τους σ’ αυτόν.

  Στην Κέρκυρα από τον 14ο αιώνα υπήρξε το «Φέουδο των Αθιγγάνων». Δεν   μπορούμε να ισχυριστούμε ότι οι  Αθίγγανοι είναι αυτοί που πρώτοι εισήγαγαν το έθιμο αυτό για τον εορτασμό της πρωτομαγιάς ,υποψιαζόμαστε όμως, ότι παραλαμβάνοντας το από τα πολύ παλιά χρόνια το διατηρήσανε και συνέτειναν στην διάδοσή του.

Για την ευρισκόμενη στην Κέρκυρα ‘Βαρονία των τσιγγάνων’, σημειώνουμε ότι υπάρχει αναφορά   την περίοδο της  κυριαρχίας  του νησιού από τους  Ανδηγαϋούς   (1267-1386).Στην αρχή παρουσιάστηκαν στο νησί ως περιπλανώμενοι (homines vageniti). Στην συνέχεια αποκαταστάθηκαν, αναγνωρίζοντας τους δεσπότες Φράγκους Βαρόνους οι οποίοι παραχώρησαν σ’ αυτούς κτήματα για καλλιέργεια. Αργότερα αποτέλεσαν ένα φέουδο αφού αναγνώρισαν σαν πρώτο τους φεουδάρχη τον  Aloysius de Citro. Το φέουδο αυτό είχε μεγάλη διάρκεια αφού έφθασε να υπάρχει μέχρι τον 19ο αιώνα.  

 

Αθανάσιος Τρικούπης

Βιογραφικό Σημείωμα

Ο Θανάσης Τρικούπης γεννήθηκε στην Αλεξανδρούπολη. Σπούδασε στην Αθήνα μουσική (Δίπλωμα Πιάνου με Άριστα Παμψηφεί και Α΄ Βραβείο με καθηγητή τον Δημήτρη Τουφεξή, Δίπλωμα Σύνθεσης με Άριστα Παμψηφεί και Α΄ Βραβείο με καθηγητή τον Γιάννη Ιωαννίδη, Δίπλωμα Τσέμπαλου με Άριστα Παμψηφεί και Α΄ Βραβείο με καθηγητή τον Θωμά Καραχάλιο) και μηχανολογία (απόφοιτος του τμήματος Μηχ/γων – Μηχ/κών του Ε.Μ.Π.).

Ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο Πιάνο στο Conservatoire Europeen de Musique de Paris, δίπλα στην Chantal Stigliani και τις σπουδές Σύνθεσης στο Μουσικό Πανεπιστήμιο του Graz, με τους Beat Furrer και George Friedrich Haas (Magister der Kunste με διάκριση). Ακολούθως πραγματοποίησε διδακτορικές σπουδές στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών του Α.Π.Θ. με επιβλέπουσα την Εύη Νίκα-Σαμψών και αναγορεύτηκε διδάκτορας της Μουσικολογίας-Μουσικοπαιδαγωγικής με βαθμό Άριστα.

 

Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών

Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, Μέγαρο Μουσικής Αθηνών

Συνέδριο «Επτανησιακή Όπερα και Μουσικό Θέατρο έως το 1953»

Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, 23 & 24 Απριλίου 2010

 

Ο Ζακύνθιος μουσουργός Παύλος Καρρέρ (1829-1896) υπήρξε όχι μόνο ένας

καταξιωμένος συνθέτης Όπερας για το ευρύτερο φιλόμουσο κοινό της εποχής του, αλλά επίσης ένας ιδιαίτερα προσφιλής στους ομοεθνείς του μελοποιός ελληνικών ασμάτων.Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του για την πρόοδο της ελληνικής μουσικής και μάλιστα για τη δημιουργία του ελληνικού μελοδράματος καταδεικνύεται έμπρακτα από τη σύνθεση της μονόπρακτης όπερας Δέσπω (1875), την οποία ο ίδιος χαρακτηρίζει ως το πρώτο ελληνικό τραγικό μελόδραμα –θέλοντας να τονίσει τη μελοποίηση κειμένου ελληνιστί, πέραν από την ελληνική θεματολογία που ήδη είχε χρησιμοποιήσει και σε προηγούμενα έργα του– και την οποία συνθέτει με σκοπό να προσφέρει στο νεοσύστατο Ωδείο Αθηνών για διδακτικούς σκοπούς.

Η παρούσα ανακοίνωση εξετάζει τον τρόπο κατά τον οποίον ο Καρρέρ επενδύει με ελληνικό χρώμα –μελωδικό και ενορχηστρωτικό– το ιταλικό μοντέλο όπερας της εποχής του, τις ιδιαιτερότητες της μελοποίησης (μουσική απόδοση του κειμένου,εμφατικοί τονισμοί και επαναλήψεις λέξεων, διαφοροποιήσεις συγκριτικά με το πρωτότυπο λιμπρέτο κ.α.), καθώς και τα χαρακτηριστικά εκείνα που συμβάλλουν στη διατήρηση του ενιαίου ύφους και της ενότητας του έργου.

Τέλος σχολιάζεται η αβάσιμη παραγνώριση και πολεμική που δέχτηκε η επτανησιακή μουσική από τους σχετικούς αθηναϊκούς κύκλους προς χάριν των πρωτείων της «ελληνικότητας», με αποτέλεσμα την παγκοσμίως στρεβλή εικόνα μίας ετεροχρονισμένης Ελληνικής Εθνικής Μουσικής Σχολής.

Εισαγωγή

Η μονόπρακτη όπερα Δέσπω του Ζακύνθιου συνθέτη Παύλου Καρρέρ (1829-1896) γράφεται το καλοκαίρι (16 Ιουλίου έως 3 Αυγούστου)1 του 1875. Αφορμή για τη σύνθεσή της αποτελεί η έναρξη λειτουργίας του Ωδείου Αθηνών κατά το ίδιο έτος και η συνεπακόλουθη προθυμοποίηση του μουσουργού να συνδράμει με το έργο του στην ανάπτυξη και τη διδασκαλία του ελληνικού μελοδράματος στο αρτισύστατο ίδρυμα. Ο Καρρέρ επιλέγει προς μελοποίηση τη δραματική πράξη Ο ηρωικός θάνατος τηςΔέσπως και των νυφάδων της εις τον πύργον του Δημουλά (Μανούσος 1876, 134-140) του επίσης Επτανήσιου καθηγητή υποκριτικής του Ωδείου, Κερκυραίου Αντωνίου Μανούσου (182;2-1903). Στη σχετική επιστολή (6 Αυγούστου 1875) του συνθέτη προς το Ωδείο Αθηνών αναφέρεται αυτολεξεί πως: «είναι έργον [ενν. η Δέσπω] ουχί μικρού

==================================================================

1 Οι ημερομηνίες καταγράφονται στην αρχή και στο τέλος, αντίστοιχα, της χειρόγραφης παρτιτούρας του

έργου (Αρχείο Μουσείου Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων).

2 1822 (Ξεπαπαδάκου: 155), 1823 (Χιώτης: 122) και 1828 (Εθνικό Κέντρο Βιβλίου).

 

λόγου και όγκου και προς το οποίον επέστησα σπουδαίως την προσοχήν μου, ίνα εφαρμόσω όλον εκείνον τον απαιτούμενον Ελληνικόν μουσικόν χρωματισμόν σχετικόν προς το ύφος και την ενότητα του αντικειμένου.» (Λεωτσάκος, 158). Στην ίδια επιστολήτο έργο χαρακτηρίζεται επανειλημμένως ως το πρώτο Ελληνικό τραγικό μελόδραμα,χαρακτηρισμός που διατηρήθηκε και στη δίγλωσση (ελληνική-ιταλική) έκδοση τουλιμπρέτου που έγινε το 1882 υπό τον τίτλο Δέσπω «Η ηρωίς του Σουλίου», προφανώςγια τις ανάγκες της πρώτης εκτέλεσης, που έλαβε χώρα ιταλιστί στην Πάτρα τονΔεκέμβριο του ίδιου έτους [Ξεπαπαδάκου, 477-480 και Αρχείο Μουσείου Σολωμού καιΕπιφανών Ζακυνθίων: Καρρέρη Παύλου: Μελόδραμα Δέσπω (λιμπρέτο].

Περί του ποιητικού κειμένου

Όσον αφορά τη δραματική πράξη του Αντωνίου Μανούσου, είναι βέβαιο ότι αυτός επηρεάστηκε από το ομώνυμο δημοτικό τραγούδι της Δέσπως, το οποίο άλλωστε βρίσκεται και στη συλλογή εθνικών τραγουδιών που ο ίδιος δημοσίευσε το 1850 στην Κέρκυρα (Μανούσος 1850, 129). Ο Μανούσος το εντάσσει σε μία ενότητα δημοτικών ασμάτων υπό τον γενικότερο τίτλο «Πόλεμοι του Σουλίου», για τους οποίους συστήνει στους αναγνώστες να πληροφορηθούν «τις ένδοξες πράξεις και τα θαυμαστάανδραγαθήματα των Σουλιωτών μέσα από την Ιστορία του φιλέλληνα ΙταλούΤσιαμπολίνι3, καθώς και την ιστορία του Γάλλου Πουκεβίλ4 και του σοφού Φωριέλ5 ταπρολεγόμενα», γεγονός που αποδεικνύει ότι επιδίωξε την ιστορική του κατάρτισησχετικά με τα αφηγούμενα γεγονότα στα διάφορα άσματα.

Η δραματική σκηνή εξελίσσεται στη Ρινιάσα, ένα χωριό μεταξύ Πρέβεζας και Άρτας, όπου έχει καταφύγει ένα μικρό απόσπασμα Σουλιωτών μετά την παράδοση του Σουλίουμε τη συνθήκη της 12ης Δεκεμβρίου 1803. Ύστερα από ξαφνική έφοδο Τουρκαλβανών, η Δέσπω, η σύζυγος του φονευθέντος οπλαρχηγού Γεωργίου Μπότση, κλείνεται στον πύργο του Δημουλά μαζί με δέκα θυγατέρες, νύφες και εγγονές της. Προβάλλουν σθεναρή αντίσταση και εν τέλει, προτιμώντας όλες τους το θάνατο από τη σίγουρη σκλαβιά, ανατινάζονται με όση πυρίτιδα τους είχε απομείνει, ανήμερα Χριστούγεννα,σύμφωνα με την παράδοση (Πολίτης: 11-12).

Το συγκεκριμένο τραγούδι είναι γραμμένο σε ιαμβικό 15σύλλαβο στίχο. Τον ίδιο στίχο χρησιμοποιεί στη δραματική πράξη και ο Μανούσος για τον μονόλογο της Δέσπως αλλά και τον μονόλογο του καπετάν Λάμπρου. Στο τελικό λιμπρέτο παρατηρούνται αρκετές επεμβάσεις σε σχέση με το αρχικό κείμενο της δραματικής πράξης, μέσα από μεταβολές ή και περικοπές προσώπων (4 από 7), λέξεων, στίχων, ακόμα και ολόκληρων στροφών χωρίς όμως να θίγεται η ποιητική μετρική, ενώ έχουν χρησιμοποιηθεί και κάποιοι στίχοι από τον Θούριο ύμνο «Εις τ’ άρματα» του ίδιου ποιητή (Μανούσος1876, 141-142). Μάλιστα, ένα μεγάλο μέρος του Θούριου ύμνου του Μανούσου είχεμελοποιήσει ο Καρρέρ από το 1859, ως τραγούδι με τίτλο «Ο Στρατιώτης», από τοοποίο ένα τμήμα μεταφέρεται αυτούσιο στο αντίστοιχο τμήμα της Όπερας και κάποιοάλλο σε παραλλαγή που διατηρεί το χαρακτηριστικό ρυθμικό μοτίβο (Σχ. 1). Η τακτικήτου αυτοδανεισμού ήταν προσφιλής στον Καρρέρ, αφού ο ίδιος εξομολογείται ότιχρησιμοποίησε δύο άλλα τραγούδια του επίσης σε όπερες του: το «Ο Γέρο Δήμος.Εγέρασα μωρέ παιδιά» στον Μάρκο Μπότσαρη και το «Η Μαρία. Μόλις έφεγγε τ’αστέρι» στην Κυρά-Φροσύνη (Λεωτσάκος 2003: 119, 121).

==============================================================

3 Luigi Ciampolini: Storia del Risorgimento della Grecia, Tipografia Piatti, Firenze 1846.

4 François Pouqueville (1770-1838). Γάλλος διπλωμάτης, συγγραφέας και ιστορικός.

5 Claude Charles Fauriel (1772 – 1844). Γάλλος ιστορικός.

Σχήμα 1: Δανεισμοί από το τραγούδι «Ο Στρατιώτης» του Καρρέρ (μ.11-16 και 84-87) στο μελόδραμα Δέσπω του ίδιου συνθέτη (μ.702-707 και 742-745 αντίστοιχα).

 

Ανάλυση του μελοδράματος

Όσον αφορά τη μουσικοδραματουργική διάρθρωση του μελοδράματος, ο Καρρέρ χρησιμοποιεί ένα συγκεκριμένο μελωδικό θέμα που διατρέχει όλο το έργο, το οποίο αποδίδεται από την εκάστοτε Χορωδία (ανδρική, γυναικεία και μικτή). Το θέμα αυτό παρουσιάζεται με δύο κύριες μορφές Α1 και Α2 σε όλες τις χορωδιακές του εμφανίσεις, ενώ μια παραλλαγμένη στατικότερη -όσον αφορά τις τονικές του μετακινήσεις- μορφήΑ3, αποδίδεται μία μόνο φορά από ένα ντουέτο (Σχ. 2).

Α1 (μ.1-4, 57-60, 150-151, 370-373)

Α2 (μ.49-52)

Α2΄ (μ.208-211, 250-253, 423-426, 788-791)

Α3 (μ.722-725)

Σχήμα 2: Εμφανιζόμενες μορφές του θέματος Α, καταγραμμένες στη φυσική θέση του ελάσσονα τρόπου.

 

Το θέμα Α αποτελεί τον κύριο παράγοντα δομικής συνοχής του έργου και σύμφωνα με\τα λεγόμενα του συνθέτη πρέπει να υποθέσουμε ότι κατ’ αυτόν αποτελεί και φορέα ελληνικού χρώματος. Παραλλαγή αυτού του θέματος βρίσκουμε επίσης σε ένα τραγούδι του Καρρέρ, με τίτλο ««Η καταδίκη του κλέφτη. Έχετε γεια ψηλά βουνά», που χρονολογείται από το 1859 και ο ίδιος το χαρακτηρίζει ως κλέφτικο άσμα (Σχ. 3).

Σχήμα 3: Κοινά χαρακτηριστικά (παραλλαγή μελωδικής γραμμής, όμοιο συνοδευτικό μοτίβο, ρυθμική αγωγή και αρμονική πορεία) στο τραγούδι «Η καταδίκη του κλέφτη. Έχετε γεια ψηλά βουνά» του Καρρέρ (μ.9-16) και το μελόδραμα Δέσπω του ίδιουσυνθέτη (μ.206-211).

 

Η έρευνα σε συλλογές δημοτικών τραγουδιών αποδεικνύει ότι ο μελωδικός σκελετός της εισαγωγικής φράσης α του θέματος Α2 βρίσκεται διάσπαρτος στα δημοτικά μας άσματα (Σχ. 4) (Σπυριδάκης – Περιστέρης: 55, 71, 351 και Παχτίκος: 12, 23, 36, 55,348, 358).

 

  1. Του Κατσαντώνη [κλέφτικο, Δυτ. Μακεδονία (Σιάτιστα)]

2.Των Κολοκοτρωναίων [κλέφτικο, Αρκαδία (Αλωνίσταινα)]

 

3  Ερχομός του Χάρου [μοιρολόγι, Αιτωλία (Μεσολόγγι)]

 

Όπου γεννήθεν Χριστός [(θρησκευτικό, Καππαδοκία (Μαλακοπή)]

 

5 \Παρακαλώ σε, Παναγιά [θρησκευτικό, Καππαδοκία (Μαλακοπή)]

Ηννιά μαστόρ’ το έχτιναν [ιστορικό, Καππαδοκία (Ανακού, Μαλακοπή)]

 

7  Μισεύω εξ’ αιτίας σου [χορευτικό, Πόντος (Σεβαστεία)]

 

8    Τα χιόνια και τα κρούσταλλα [-6, Φθιώτιδα (Λαμία)]

 

------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

6 Ο Παχτίκος δεν το ταξινομεί καθ’ ύλην και κατ’ είδος: στον σχετικό πίνακα που βρίσκεται στο τέλος της συλλογής του το κατατάσσει στα διάφορα, χορευτικά και μη, αν και το περιεχόμενο του είναι μάλλον ερωτικό (Παχτίκος: 406).

 

9  Μα πήραμε την πέρδικα [γαμήλιο, Κρήτη (Χανιά)]

 

Σχήμα 4: Μουσικές φράσεις δημοτικών τραγουδιών (και τα αντίστοιχα δομικά διαγράμματα των κύριων μελωδικών φθόγγων), καταγεγραμμένες από τονικό κέντρο ΛΑ, που φέρουν τον ίδιο μελωδικό σκελετό με την εναρκτήρια φράση α του κύριου θέματος Α της Όπερας Δέσπω του Καρρέρ.

Μάλιστα εντοπίστηκε και ένα τραγούδι που ο μελωδικός σκελετός της πρώτης μουσικής του πρότασης σχεδόν ταυτίζεται με αυτόν του θέματος Α του μελοδράματος (Σχ. 5) (Καβακόπουλος, Ρωμαίος και Παπαχριστοδούλου: 91-92).

 

Εμένα με το είπανε [χορευτικό, Θράκη (Σαμακόβι]

Σχήμα 5: Αρχική μουσική πρόταση δημοτικού τραγουδιού (και το αντίστοιχο δομικό διάγραμμα των κύριων μελωδικών φθόγγων), καταγεγραμμένη από τονικό κέντρο ΛΑ, με παρόμοιο μελωδικό σκελετό με το κύριο θέμα Α της όπερας Δέσπω του Καρρέρ.

 

Σχολιάζοντας το κείμενο του προαναφερόμενου δημοτικού τραγουδιού ο Κων/νος Ρωμαίος ξεχωρίζει το δεύτερο από τα τρία δίστιχά του:

 

Έναν καιρό επήγαινα στα Θεραπειά πετώντας,

τώρα μου κόψαν τα φτερά και πάω περπατώντας

 

Σύμφωνα με αυτόν «τα Θεραπειά της Πόλης τείνουν να χάσουν την τοπωνυμική τους σημασία και γίνονται σύμβολο ιδέας», που εκφράζεται παραστατικά με την εικόνα τωνχαμένων φτερών. Το δίστιχο «αποτελεί έκφραση των στοχασμών για κάποια παλιά ευτυχία που τη διαδέχθηκε η σημερινή στέρησή της».

 

Σύμφωνα με αυτόν «τα Θεραπειά της Πόλης τείνουν να χάσουν την τοπωνυμική τουςσημασία και γίνονται σύμβολο ιδέας», που εκφράζεται παραστατικά με την εικόνα τωνχαμένων φτερών. Το δίστιχο «αποτελεί έκφραση των στοχασμών για κάποια παλιά ευτυχία που τη διαδέχθηκε η σημερινή στέρησή της».

Το χαρακτηριστικό αυτό, της δυσθυμίας, της κακής ψυχικής διάθεσης, ενυπάρχει για διαφορετικούς κάθε φορά λόγους και σε διαφορετικό βαθμό σε όλα τα προηγούμενα δημοτικά τραγούδια που χρησιμοποιούν το εν λόγω μελώδημα: το κλέφτικο του Κατσαντώνη αναφέρεται στην αιχμαλωσία του από τους Τούρκους, που οδήγησε στη θανάτωσή του, το κλεφτικό των Κολοκοτρωναίων εξυμνεί τη δράση τους κατά τα δύσκολα χρόνια της επανάστασης, το μοιρολόγι αναφέρεται στον ερχομό του Χάρου,το πρώτο θρησκευτικό τραγούδι, αν και Χριστουγεννιάτικο, αναφέρεται στο κλάμα της Παναγίας και το δεύτερο στην κόλαση που περιμένει τους αμαρτωλούς. Το ιστορικό αποτελεί μία παραλλαγή του πανελλήνιου τραγουδιού του γιοφυριού της Άρτας με τη γνωστή θυσία της γυναίκας ενός μάστορα προς θεμελίωση του γεφυριού (Πολίτης:130), το χορευτικό αφηγείται τον θάνατο από ερωτική απογοήτευση, το επόμενοδιηγείται τα δάκρυα και τους αναστεναγμούς από την χαμένη αγάπη, ακόμα και το γαμήλιο αναφέρεται στην αναπόληση της προ του γάμου εποχής.

Συνολικά, λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι:

- «στο δημοτικό τραγούδι, η μελωδία περιορίζεται μάλλον σε μία συνολική απόδοση της ατμόσφαιρας του περιεχομένου του όλου ποιήματος…» (Θέμελης: 104),

- «το μελωδικό υλικό ενός (ενν. δημοτικού) τραγουδιού δεν επαναλαμβάνεται με τον ίδιο και απαράλλαχτο τρόπο σχεδόν ποτέ, γιατί οι τραγουδιστές διαφέρουν μεταξύ τους στον τρόπο που προσλαμβάνουν την ίδια μελωδία, αλλά και γιατί ο ίδιος, ο τραγουδιστής καθώς περνάει από τη μία στροφή στην άλλη παραλλάσσει τις νότες, άλλοτε συνειδητά κι άλλοτε ασυνείδητα» (Δραγούμης: 12),

- μια μελωδία μπορεί να συνδεθεί με διαφορετικά κείμενα και ένα κείμενο με διαφορετικές μελωδίες (Δραγούμης: 12) αν και «η μελωδία ενός δημοτικού τραγουδιού διατηρεί την ακεραιότητά της, ακόμα κι όταν προσαρμοσθεί σ’ ένα νέο κείμενο»7, μπορούμε να αντιληφθούμε γιατί το εν λόγω μελώδημα απαντάται σε τόσα δημοτικά τραγούδια διαφορετικού κειμένου, διαφορετικών κατηγοριών αλλά παραπλήσιας ατμόσφαιρας περιεχομένου, από τόσες διαφορετικές περιοχές του Ελληνισμού(Καππαδοκία, Θράκη, Πόντος, Μακεδονία, Αρκαδία, Φθιώτιδα, Αιτωλία και Κρήτη) και με τόσο ποικιλότροπα μορφολογικά χαρακτηριστικά (ρυθμός και ρυθμική αγωγή,ποικιλματικά σχήματα, παρουσία ή απουσία εναρκτήριου φθόγγου άρσης,επαναληπτική εκφορά του ίδιου φθόγγου, συνύπαρξη με διαφορετικά μελωδήματα κ.λ.π.)

 

Είναι πιθανό να γνώριζε ο Καρρέρ μία από τις ποικίλες μορφές του συγκεκριμένου μελωδήματος αφού ο ίδιος υπήρξε μελετητής του δημοτικού τραγουδιού(Ξεπαπαδάκου: 269). Άλλωστε όπως προαναφέρθηκε το τραγούδι υπό μορφή μοιρολογιού διαδόθηκε αποδεδειγμένα στην περιοχή του Μεσολογγίου, το οποίο επισκέφθηκε ο Καρρέρ σε νεαρή ηλικία για να προσκυνήσει τα μνημεία του Λόρδου Βύρωνος και του Μάρκου Μπότσαρη και στην ευρύτερη περιοχή του οποίου άκουσε εθνικά άσματα που του προξένησαν μεγάλη εντύπωση (Λεωτσάκος: 86-87). Πάντως,σε κάθε περίπτωση, είτε ο Καρρέρ γνώριζε το τραγούδι και συνειδητά το χρησιμοποίησε στη Δέσπω, είτε διαισθητικά επιλέγει το προαναφερόμενο μελώδημα με βάση τα γενικότερα ακούσματα δημοτικής μουσικής που είχε, σημασία έχει ότι η συγκεκριμένη επιλογή του τον δικαιώνει, αφού όπως αποδεικνύει ο προγενέστερος σχολιασμός, λειτουργεί ως φορέας ελληνικού χρώματος. Μάλιστα και στο μελόδραμα,η πρώτη εμφάνιση του μελωδήματος, που γίνεται από την ανδρική χορωδία των Σουλιωτών αρματολών, συνδέεται με την ατμόσφαιρα της δυσθυμίας που προκαλεί η προηγηθείσα μάχη και οι νεκροί της (μ.49-64):

Η μάχη χόρτασε πυρ και φθορά

τα βόλια πάγωσαν μες στα κορμιά

Χίλιοι σωριάστηκαν χάμου νεκροί

Χίλιοι σκορπήσανε εδώ κ’ εκεί

 

Επίσης όλες οι επανεμφανίσεις του μελωδήματος γίνονται αποκλειστικά από τις χορωδίες, είτε των Σουλιωτών αρματολών, είτε των Σουλιωτών γυναικών, είτε όλων μαζί, ανδρών και γυναικών, πάντα με θέμα τον πόλεμο, την μάχη και την διάθεση για

---------------------------------------------------------------------------------------------------------

7 Sydow Alexander: Das Lied. Ursprung, Wesen und Wandel, (Göttingen, 1962), σελ.155-156. (Θέμελης:95)

αυταπάρνηση και προσφορά στην πατρίδα. Μοναδική εξαίρεση αποτελεί η παραλλαγμένη εμφάνιση του θέματος, υπό μορφή Α3, που γίνεται από δύο Σουλιώτες αρματολούς, όπου και πάλι διατηρείται το πολεμικό περιεχόμενο, αφού απευθυνόμενοι στο σύνολο των Σουλιωτών, τους εμψυχώνουν και τους προτρέπουν να ετοιμαστούν για την επερχόμενη μάχη (μ.694-709). Έτσι, στο σύνολο, το συγκεκριμένο θέμα εκφράζει τον ελληνικό λαό (άνδρες και γυναίκες) και τους αγώνες του για ελευθερία και ανεξαρτησία.

 

Η εκφορά του θέματος από τη γυναικεία χορωδία γίνεται μόνο υπό τη μορφή Α2΄. Αυτή διαφοροποιείται από τις μορφές Α1 και Α2 λόγω της απουσίας παύσεων και αξιών τετάρτων, πέραν του καταληκτικού φθόγγου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο χάνει τον κοφτό χαρακτήρα που έχουν οι άλλες δύο μορφές της εκφοράς από την ανδρική χορωδία και αποκτά μία ομαλότερη ροή, όσον αφορά τη ρυθμική διάρθρωση, χωρίς ωστόσο να χάνει την ενέργεια και την ένταση που απαιτεί το μαχητικό πνεύμα του λόγου, το οποίο διατηρείται από τις παρεστιγμένες αξίες. Επιπρόσθετα, η γυναικεία χορωδία, μετά από κάθε εμφάνιση του Α2΄ τραγουδά σε άμεση διαδοχή το μελώδημα 1 (Σχ. 6). Αυτό φέρει έντονο κοφτό χορευτικό ρυθμό εξ’ αιτίας της στάσιμης τονισμένης άρσης και της χαρακτηριστικής κινητικότητας που παρατηρείται στη θέση από την παρουσία του ζεύγους των 16ων.

Μελώδημα 1 (μ.212-215, 254-257, 427-430, 792-795)

 

Σχήμα 6: Μελώδημα 1, καταγραμμένο στη φυσική θέση του ελάσσονα τρόπου

 

Το συγκεκριμένο μελώδημα μπορεί να θεωρηθεί ότι ανήκει στον διατονικό τρόπο του ΡΕ, που είναι και ο συχνότερα απαντώμενος τρόπος στο δημοτικό τραγούδι (Σπυριδάκης-Περιστέρης: κβ΄-κγ΄). Μάλιστα το χαρακτηριστικό μοτίβο του ζεύγους 16ων στη θέση που ακολουθείται από όγδοο στην άρση παρατηρείται ενίοτε σε δημοτικά τραγούδια της Δυτικής Στερεάς και της Πελοποννήσου, που βρίσκονται στον διατονικό τρόπο του ρε και αφηγούνται περιστατικά μέσα σε βαρύ κλίμα (Σχ. 7)(Σπυριδάκης – Περιστέρης: 61, 353).

 

Του Πλιάτσκα [κλέφτικο, Ακαρνανία (Στάνος Βάλτου)]

Μοιρολόγι Νέας [μοιρολόγι, Πελοπόννησος (Καμενίτσα Αρκαδίας]

Σχήμα 7: Εναρκτήριες φράσεις δημοτικών τραγουδιών που εμπεριέχουν το σχήμα

Στις δύο φορές καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου, που χρησιμοποιείται από τη γυναικεία χορωδία το τούρκικο επιφώνημα «Αμάν» (έλεος), σε επαναληπτική κάθε φορά χρήση (μ.254-273 και 419-423), τότε το μελώδημα 1 το διαδέχεται ένα νέο μελώδημα 2, που βρίσκεται επίσης στον διατονικό τρόπο του ΡΕ και κάνει τη χρήση της πρώτης χρόας του τρόπου, με βάρυνση της δεύτερης βαθμίδας. Ταυτόχρονα η μελωδική γραμμή που αναπτύσσεται στην οργανική συνοδεία (Σχ. 8), μετά τη χρήση του μελωδήματος 2, κινείται μάλλον στον χρωματικό τρόπο του ΡΕ και κάνει χρήση των βραχέων επερείσεων που παρατηρούνται πριν από ομάδες 16ων, τόσο στην οργανική, όσο και στη φωνητική απόδοση των δημοτικών τραγουδιών.

Μελώδημα 2 (μ.266-267)

Οργανική μελωδία (μ.268-273)

 

Σχήμα 8: Μελώδημα 2 σε διατονικό τρόπο του ΡΕ με χρήση πρώτης χρόας (βάρυνση δεύτερης βαθμίδας) και οργανική μελωδία σε χρωματικό τρόπο του Ρε.

 

Ο Καρρέρ εναρμονίζει τα προαναφερόμενα στον ελάσσονα τρόπο, έτσι ώστε η αρχική τονική του τρόπου της δημώδους μελωδίας να λάβει θέση δεσπόζουσας.Τοιουτοτρόπως η βάρυνση της ΙΙ και η όξυνση της ΙΙΙ βαθμίδας που παρατηρούνται

στον χρωματικό τρόπο του ΡΕ μεταφέρονται αντίστοιχα στην VI και VII βαθμίδα του ελάσσονος τρόπου, λειτουργώντας στο πλαίσιο της αρμονικής ελάσσονας κλίμακας. Όσον αφορά τις σολιστικές φωνές, ο ελληνικός χρωματισμός επιχειρείται επιλεκτικά με σκοπό την εντονότερη έκφραση και ερμηνεία ορισμένων παραστατικών λέξεων ή για την απόδοση συναισθημάτων σχετικών με τα πατριωτικά και θρησκευτικά «πιστεύω» των Ελλήνων και υλοποιείται κατά κανόνα με τη χρήση τριημιτονίου (Σχ. 9 και 10).

Σχήμα 9: Άρια του Λάμπρου (μ.187-188). Απόδοση της έκφρασης «πατρίς μου τρισαγία» με χρήση κατιόντος τριημιτονίου.

 

Σχετικά με την ενορχήστρωση παρατηρούμε ότι οι δημοτικοφανείς μελωδίες συνδυάζονται με το ηχόχρωμα του κλαρινέτου κατά πρώτο λόγο, και του φλάουτου κατά δεύτερο λόγο, κατά τέτοιο τρόπο ώστε οι μελωδίες να μην αποδίδονται αποκλειστικά από τα συγκεκριμένα ξύλινα πνευστά αλλά ως επί το πλείστον από μία ηχοχρωματική μίξη, στην οποία συμμετέχουν, είτε και τα βιολιά (μ.154-157: Vln I,Picc, Fl, Cl, μ.805-808: Vln I, Cl και μ.809-812 Vln I, Fl, Cl), είτε και το όμποε (μ.270- 273: Picc, Fl, Ob, Cl), χωρίς ωστόσο να αποκλείεται η κατ’ εξαίρεση προβολή του όμποε, πάντα σε μίξη με τα βιολιά (μ.274-277: Vln I, II, Ob).

Σχήμα 10: Προσευχή της Δέσπως για τον ηρωικά πεσόντα σύζυγό της (μ.539-541 και 543-544). Έκφραση θρησκευτικών και πατριωτικών συναισθημάτων με χρήση ανιόντος τριημιτονίου.

 Στην άρια του Λάμπρου και κατά την απόδοση των λόγων: «Εις τον ιερόν βωμόν σου,το αίμα μου και την καρδία, ω, Πατρίς μου τρισαγία να προσφέρω επιθυμώ», το κλαρινέτο αποκτά κυρίαρχο ρόλο ερμηνεύοντας κυματοειδείς σχηματισμούς, που όμως δεν χαρακτηρίζονται από εθνικό χρώμα, υπό την αρμονική συνοδεία των εγχόρδων και των υπόλοιπων ξύλινων πνευστών εκτός του όμποε (Picc, Fl, Fg) (μ.178-186). Αντίθετα, η εμφατική επανάληψη της φράσης «ω Πατρίς μου τρισαγία», που μελοποιείται με δημοτικοφανές μελώδημα, το οποίο κάνει χρήση τριημιτονίου, ηχοχρωματικά τονίζεται από τη συνύπαρξη των πρώτων βιολιών, του φλάουτου και του κλαρινέτου.

 

Στην προσευχή της Δέσπως και της Χορωδίας για την ψυχή του υπέρ της πατρίδος πεσόντος συζύγου της οπλαρχηγού, η οποία δομείται κατ’ αντιφώνηση και εξελίσσεται με stretto που οδηγεί σε κορύφωση ταυτόχρονης υμνωδίας όλων των φωνών, οι  δίμετρες φράσεις της Δέσπως αποδίδονται με σταδιακά εμπλουτιζόμενη κατ’ unisono συνοδεία από τα ξύλινα πνευστά [Cl (μ.535-536), Ob (μ.539-540), Fl, Ob (μ.543-544),Fl, Ob, Cl (μ.545-546)], ενώ η χορωδία συνοδεύεται αρμονικά από τα έγχορδα, τα φαγκότα και τα χάλκινα πνευστά (μ.537-538, 541-542).Ένα επίσης βασικό χαρακτηριστικό του ελληνικού δημοτικού τραγουδιού που χρησιμοποιεί ο Καρρέρ στις χορωδιακές του μελοποιήσεις είναι το τσάκισμα, δηλαδή η επανάληψη λέξεων μέσα στο στίχο ή και η προσθήκη επιφωνημάτων όπως το «Αμάν» (Θέμελης: 108-109) (Σχ. 11).

Σχήμα 11: Χρήση τσακισμάτων στην απόδοση του κειμένου από τη γυναικεία χορωδία(μ.258-261 και 427-430)

 

Η χρήση του θέματος Α σε όλα τα χορωδιακά του μελοδράματος και μέσω αυτών στις επτά από τις δέκα σκηνές του μονόπρακτου έργου λειτουργεί ως ένας ισχυρός συνεκτικός δομικός παράγων στο σύνολο της μορφής. Αξίζει να σημειωθεί ότι τον

Ιανουάριο του 1849, δηλαδή 26 χρόνια πριν από τη σύνθεση της όπερας του Καρρέρ, ο Verdi παρουσιάζει στη Ρώμη την όπερα του La battaglia di Legnano, η οποία έχει επίσης πατριωτικό περιεχόμενο και το θέμα του εναρκτήριου χορωδιακού επανέρχεται αρκετές φορές, πάλι ερμηνευμένο από τη Χορωδία, κατά τη διάρκεια του έργου (Kimbell:164-165).

Επίλογος

Η παρούσα εισήγηση, μέσω της αναλυτικής μελέτης της Όπερας Δέσπω του Καρρέρ, συμβάλει στην τεκμηρίωση της μακράν διατυπωμένης άποψης περί της ελληνικότητας της μουσικής των Επτανησίων συνθετών (Λεωτσάκος 1999: 10-12, Λεωτσάκος 2004: 35, Ξανθουδάκης: 22, Ξεπαπαδάκου: 270, Ιωαννίδης: 24-27, Λούντζης 2003: 12, Λούντζης 2009: 88-89), πάντα σε σχέση με τα στοιχεία εκείνα που χαρακτήρισαν τις Εθνικές Σχολές του 19ου αιώνα (Ψυχοπαίδη: 24, 30-31).

Αντί συμπερασμάτων, θα προτιμούσα να ολοκληρώσω με ορισμένα ερωτηματικά:

1) Άραγε η επιστολή-προσφορά του μελοδράματος Δέσπω από τον Παύλο Καρρέρ στο Ωδείο Αθηνών, που πρώτος φέρνει στο φως της δημοσιότητας ο Γιώργος Λεωτσάκος (Λεωτσάκος 2003: 157-159), δεν εσωκλείει ένα σαφέστατο μανιφέστο ίδρυσης τουελληνικού μελοδράματος;

2) Η για οποιαδήποτε λόγο αδυναμία ή απροθυμία του εν λόγω Ωδείου να υλοποιήσει την παρουσίαση του μελοδράματος του Καρρέρ, αλλά και η μεταγενέστερη πρώτη εκτέλεση του έργου στην Πάτρα το 1882 στην ιταλική γλώσσα, από ιταλικό μελοδραματικό θίασο, λόγω ανυπαρξίας αντίστοιχου ελληνικού, πρέπει να θεωρηθούν ως ανασταλτικοί παράγοντες της έναρξης της εθνικής μουσικής, ή αυτή ήδη υφίσταται ως συνθετική πράξη και οι προαναφερόμενοι λόγοι αναστέλλουν την συναυλιακή της διάδοσή;

 Και σε δύο πιο διευρυμένες διατυπώσεις του παραπάνω ερωτήματος:

3) Η γενικότερη αδιαφορία ή και ενίοτε αρνητική στάση των αρχών (βασιλικών και κυβερνητικών) προς τον επτανήσιο συνθέτη και την ελληνική μουσική, όπως περιγράφονται από τον ίδιο στα απομνημονεύματά του (Λεωτσάκος 2003: 117, 138), παρά την ενθουσιώδη αποδοχή αυτού και του έργου του από το ελληνικό κοινό στις μεμονωμένες περιπτώσεις που αυτός κατάφερε να παρουσιάσει τη μουσική του στην Αθηναϊκή πρωτεύουσα, αποτελούν στοιχεία που μειώνουν την υπάρχουσα εθνική μουσική του ή απλά πολεμούν την επικράτησή της;

4) Η ως επί το πλείστον χρήση της ιταλικής γλώσσας από τους επτανήσιους συνθέτες και η απουσία του έργου τους από το αθηναϊκό προσκήνιο μπορούν να λειτουργήσουν ως λόγοι υποβάθμισης της εθνικής τους σημασίας ή απλά χρησιμοποιήθηκαν ως εφαλτήρια προσωπικής ανάδειξης από εκείνους που σφετερίστηκαν τα πρωτεία της εθνικής μουσικής;

Και ολοκληρώνοντας:

5) Για ποιο λόγο πρέπει να κρίνουμε την επτανησιακή μουσική της εποχής εκείνης υπό το δογματικό και άκαμπτο πρίσμα των κριτηρίων των εθνικών σχολών για να τις αποδώσουμε την αυτονόητη ελληνικότητά της, χωρίς να λάβουμε υπ’ όψιν τις

ιδιάζουσες συνθήκες ανάπτυξης της;

 

6) Εν τέλει, τι είναι αυτό που πρέπει να ενδιαφέρει πρωτίστως τον Έλληνα μουσικολόγο; τα λεκτικά σχόλια των Ελλήνων συνθετών και οι όποιες μεταξύ τους αντιπαραθέσεις ή καθ’ αυτή η μουσική δημιουργία ως μορφή και περιεχόμενο;

Οι απαντήσεις στις ερωτήσεις αυτές, πιστεύω πως θα μας βοηθήσουν να αναγνωρίσουμε την ενιαία ιστορική συνέχεια της ελληνικής μουσικής του 19ου και 20ού αιώνα. Μόνο τότε θα είμαστε σε θέση να την επανακαταγράψουμε σωστά, να

διορθώσουμε τη στρεβλή εικόνα της δήθεν ετεροχρονισμένης ελληνικής εθνικής μουσικής Σχολής και κυρίως να τονίσουμε την ευρωπαϊκή καλλιτεχνική μας σύγκλιση που τελικά επιτεύχθηκε, παρά τις ιδιαίτερα αντίξοες συνθήκες ανάπτυξης από την παλιγγενεσία μέχρι προσφάτως.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

-Δραγούμης Μάρκος Φ.: Αιγίνης Μουσική Περιήγησις, εκδ. Φίλοι Μουσικού

Λαογραφικού Αρχείου Μέλπως Μερλιέ, Αθήνα 2008.

-Θέμελης Δημήτρης: Μελέτες για την Ελληνική Μουσική. Από την Παράδοση στην

Συχρονικότητα, εκδ. Panas Music Παπαγεωργίου-Νάκας, Ελληνικές Μουσικολογικές

Εκδόσεις 8, Αθήνα 2009.

-Ιωαννίδης Γιάννης: Γραφτά για τη μουσική ΧΙΙ. Ταυτότητες, ρίζες και αξίες. Το

νεοελληνικό φαινόμενο, εκδ. Μουσικής Εταιρείας Αθηνών, Αθήνα 1999.

-Καβακόπουλος Π., Ρωμαίος Κ. και Παπαχριστοδούλου Π.: Μουσικά Κείμενα

Δημοτικών τραγουδιών της Θράκης, τομ.Α΄, εκδ. Εταιρεία Θρακικών Μελετών, Αθήνα1956.

-Λεωτσάκος Γιώργος: «Αναγκαίο προοίμιο για ένα πικρότατο μουσικόν εμφύλιο

πόλεμο που άρχισε το 1908 και, δυστυχώς, διαιωνίζεται μετά από 90 χρόνια…», ένθετο φυλλάδιο στο cd Λύχνος υπό τον μόδιον. Έργα Ελλήνων συνθετών για πιάνο 1847-1908, εκδ. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1999.

-Λεωτσάκος Γιώργος: Παύλος Καρρέρ. Απομνημονεύματα και εργογραφία, εκδ.

Μουσείου Μπενάκη και Τ.Μ.Σ. Ιονίου Πανεπιστημίου, Αθήνα 2003.

-Λεωτσάκος Γιώργος: «Εισαγωγή στην έντεχνη ελληνική μουσική (18ος αι.-αρχές 20ου

αι.)» εισαγωγικό σημείωμα για το πρώτο cd στο συνοδευτικό έντυπο του Αντίς για

Όνειρο. Έργα Ελλήνων Συνθετών 19ος – 20ος αιώνας, εκδ. Οργανισμός Προβολής

Ελληνικού Πολιτισμού Α.Ε., Πολιτιστική Ολυμπιάδα, Αθήνα 2004.

-Λούντζης Νίκιας: «Μουσική και Εποχή» στο Λεωτσάκος Γιώργος: Παύλος Καρρέρ.

Απομνημονεύματα και εργογραφία, εκδ. Μουσείου Μπενάκη και Τ.Μ.Σ. Ιονίου

Πανεπιστημίου, Αθήνα 2003.

-Λούντζης Νίκιας: Η Ζάκυνθος μετά μουσικής…, τόμ.Β΄, Κοσμική Μουσική (Έντεχνη),

εκδ. Οι Φίλοι του Μουσείου Σολωμού και επιφανών Ζακυνθίων, Αθήνα 2009.

-Μανούσος Αντώνιος: Λυρικά Ποιήματα, εκδ. τύποις Ελληνικής Ανεξαρτησίας, Αθήνα1876

-Μανούσος Αντώνιος: Τραγούδια εθνικά, εκδ. τυπογραφείο Ερμής Χ. Νικολαϊδου

Φιλαδελφέως, Κέρκυρα 1850 σε επανέκδ. Βιβλιοπωλείου Διονυσίου Νότη Καραβία,

Αθήνα 1983.

-Ξανθουδάκης Χάρης: «Το χρονικό της Έντεχνης Νεοελληνικής Μουσικής», Εισαγωγήστο συνοδευτικό έντυπο του Αντίς για Όνειρο. Έργα Ελλήνων Συνθετών 19ος – 20ος αιώνας, εκδ. Οργανισμός Προβολής Ελληνικού Πολιτισμού Α.Ε., Πολιτιστική Ολυμπιάδα, Αθήνα 2004.

-Ξεπαπαδάκου Αύρα: Ο Παύλος Καρρέρ και το μελοδραματικό του έργο, Διδακτορική Διατριβή, Τ.Μ.Σ. Ιονίου Πανεπιστημίου, Αθήνα 2005.

-Παχτίκος Γεώργιος Δ.: 260 Δημώδη Ελληνικά Άσματα, τομ.Α΄, εκδ. τύποις Π. Δ.

Σακελλαρίου, Βιβλιοθήκη Μαρασλή, Αθήνα 1905 σε επανέκδ. Βιβλιοπωλείου

Διονυσίου Νότη Καραβία, Αθήνα 2006.

-Πολίτης Νικόλαος Γ.: Δημοτικά Τραγούδια, εκδ. Ιστορική Έρευνα, Αθήνα χ.χ.

-Σπυριδάκης Γεωργ. Κ. και Περιστέρης Σπυριδ. Δ.: Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια, τομ.Γ΄, εκδ. Ακαδημία Αθηνών, Δημοσιεύματα του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής

Λαογραφίας, αριθ. 10, Αθήνα 1968.

-Φράγκου-Ψυχοπαίδη Ολυμπία: Η Εθνική Σχολή Μουσικής. Προβλήματα Ιδεολογίας,

εκδ. Ίδρυμα Μεσογειακών Μελετών. Αθήνα 1990.

-Χιώτης Παναγιώτης: Ιστορικά απομνημονεύματα Επτανήσου, τόμ.7ος, εκδ. Ε.

Φινομένου, Ζάκυνθος 1900 σε επανεκδ. Βιβλιοπωλείου Διονυσίου Νότη Καραβία,

Αθήνα 1981.

-Kimbell David: “III. Romantic Opera: 1830-1850, (c) Italy, The Inspiration of Extramusical Ideas: Politics”, The New Oxford History of Music. Romanticism 1830-1890,επιμ. Abraham Gerald, Vol.IX, εκδ. Oxford University Press, Οξφόρδη 2006.

-Αρχείο Μουσείου Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων

1) Καρρέρη Παύλου: Μελόδραμα Δέσπω (λιμπρέτο), εκδ. Ν. Κοντόγιωργα,

Ζάκυνθος 1882.

2) Καρρέρη Παύλου: Μελόδραμα Δέσπω (χειρόγραφο σπαρτίτο)

3) Καρρέρη Παύλου: Μελόδραμα Δέσπω (χειρόγραφη παρτιτούρα)

-Αρχείο Μεγάλης Μουσικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος Λίλιαν Βουδούρη,

Ψηφιοποιημένο Αρχείο Ελληνικής Μουσικής, , http://digma.mmb.org.gr

1) Καρρέρη Παύλου: Ο Στρατιώτης δι’ άσμα και κλειδοκύμβαλον,

εκδ. Γεωργίου Φέξη, Αθήνα χ.χ.

2) Καρρέρη Παύλου: Η καταδίκη του Κλέπτου,εκδ. Ζαχαρία Βελούδιου, Αρ.1 της σειράς «Ανθοδέσμη Ελληνικών Μελωδιών δι’ άσμα και κλειδοκύμβαλον», Αθήνα χ.χ.

-Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Εθνικό Κέντρο Βιβλίου, http://www.ekebi.gr

1) Μανούσος ή Μανούσης Αντώνιος

 

 

Για την Βιογραφία του Παύλου Καρρέρ πατήστε κλικ στο άρθρο του μουσείου μας : 

Παύλος Καρρέρ :Το εθνικό στοιχείο στην επτανησιακή όπερα.

http://www.corfu-museum.gr/index.php/gr/ct-menu-item-17/ct-menu-item-25/239-2013-05-14-18-46-47

 

 

Εάν δεν ακούσουμε κατ' αρχήν το πιο κάτω Βίντεο δεν μπορούμε να γράψουμε τίποτε για τον Σπύρο Μαυρόπουλο

 

 

Εάν το άκουσμα μας μίλησε, τότε μπορούμε να γράψουμε για το σύγχρονο Κερκυραίο συνθέτη που έχει αναγνωριστεί για την μουσική του ικανότητα ώστε να εκπροσωπεί, μεταξύ άλλων, επάξια την σημερινή μουσική Κέρκυρα.

Σύγχρονος, ακάματος, παραγωγικός και ανήσυχος συνθέτης με πλήθος από συνθέσεις,διασκευές,κ.λ.π.

Μια μουσική πανδαισία

 

 

Βιογραφικό

Ο  Σπύρος Μαυρόπουλος γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1956.

Τα  πρώτα  του  μουσικά  βήματα σε ηλικία έξι ετών  τα  έκανε  στην  Φιλαρμονική  Εταιρεία  «ΜΑΝΤΖΑΡΟΣ» με δασκάλους τον Γιώργο Κούρκουλο στην τρομπέτα και τον μαέστρο Στέφανο Δολιανίτη. Παράλληλα μαθαίνει ακορντεόν με τον μουσικοδιδάσκαλο Ισίδωρο Γρεκ.

  Αργότερα  σπούδασε στο "Ελληνικό Ωδείο"   αρμονία, με   τον  Χρήστο  Μποζίκη  και  Μιλτιάδη  Κουτούγκο,  αντίστιξη, φούγκα και ενορχήστρωση  με  τον  Δημήτρη  Κατσίμπα, τρομπέτα  με  τον  Δημήτρη  Κάφυρη,  ενοργάνωση πνευστών με τον Αναστάσιο Ρεμόυνδο και σύνθεση στο "Ορφείο Ωδείο"  με  τον  Βαγγέλη  Κοκόρη.  Επίσης έχει σπουδάσει πιάνο  με  τον  Γιώργο  Γεωργιάδη  και κλασική  κιθάρα  με  τον  Γεράσιμο  Πυλαρινό. 

 

'Εχει συνθέσει και διασκευάσει πολλά έργα για διάφορα σύνολα χάλκινων και ξύλινων πνευστών, Συμφωνική Ορχήστρα, Μπάντα πνευστών, Duo, Trio, μεικτή και ανδρική Χορωδία, καθώς και φωνή με ορχήστρα εγχόρδων. 'Αρχισε να συνθέτει μουσική από το 1980. Πολλά από τα έργα του έχουν παρουσιασθεί στην Ελλάδα, Γερμανία, Ρωσία, Αμερική, Ιταλία και Αυστραλία από γνωστά μουσικά σύνολα, όπως "Melos Brass Quintet", "Oshkosh Brass Quintet", "Milenium Brass Quintet", "Pindaros Brass Quintet", "Sonus Brass Quintet", "Brassmania Quintet"  "Tal Quintet", "Κουϊντέττο Συνηχείν", "Trio Korifo", "Wind orchestra of Cathedral Church of Wirsburg", "Ορχήστρα της ΕΡΤ", "Συμφωνική Ορχήστρα της Αλβανικής Ραδιοτηλεόρασης", "Ορχήστρα Λυρικού Θεάτρου των Τιράνων", "Φ.Ε. Κερκύρας, "Φ. Ε. Μάντζαρος", "Αθηναϊκή Φιλαρμονία", "Chamber woodwind quintet", "London Wind Concert Band", "Ορχήστρα Πνευστών της Μόσχας",  "String Quartet" της Καμεράτα του Μεγάρου Μουσικής και το κουαρτέτο εγχόρδων "+Κίνηση".

 

 

"Epirus sinfonietta" by S. Mavropoulos

 Επίσης έχει λάβει μέρος σε διεθνείς διαγωνισμούς σύνθεσης και συνέδρια, όπως του "Georgia University Composition Competition for trio brass" (1994), "Louis and Virginia Sudler International Wind Band Composition Competition" (1999), "Philadelphia Youth Quintet Composition Contest" (1999), καθώς και σε  διεθνή  Φεστιβάλ,  όπως  στο Διεθνές Φεστιβάλ Κιθάρας (1997), στο "Wisconsin Sesquicentennial  Brass  Band  Festival" (1998) και στο Διεθνές συνέδριο για το όμποε  IDRS, Μπουένος 'Αϋρες (2000), που συμμετείχε με το έργο του "Susta" για όμποε, φαγκότο και πιάνο.

'Εργα του έχουν ερμηνεύσει μεγάλοι σολίστ όπως, Σωκράτης 'Ανθης (trumpet), Σπύρος Μουρίκης (clarinet), Ρόζα Πουλημένου (soprano),

 

Παντελής Κοντός (baritone), David Campbell (clarinet) και Roger Bobo (tuba).

 

Μερικά από τα έργα του έχουν ηχογραφηθεί από γνωστά συγκροτήματα,  όπως  "Eperotic Jokes" από  το "Trio Koryfo",

S.Gikonti, violin - D.Papikinos, clarinet - M.Koletti, piano

 

 

 

"Short sea journey" από  το  "Tal Wind Quintet", "Corfu Suite" από  το  "Melos Brass Quintet",  "Isolation"  από  "Ionian University wind ensemble", "Μemories of Cyprus" από το "London Wind Concert Band",

 

"Concerto for trumpet and orchestra Nr.1" από την "Συμφωνική Ορχήστρα της ΕΡΤ" με σολίστ τον Σωκράτη Ανθη και μαέστρο τον Ανδρέα Πυλαρινό, " Liturgy of St. John Chrysostom, the "communion hymn" και "Cherubic hymn" από το "Phaeacian chorus" με μαέστρο τον Stelio Scordilis. Διασκευές  του  έχουν  επίσης  ηχογραφηθεί,  όπως  "O mio babbino caro", "Come back to  Sorrento", "Strauss Stars" από το Γερμανικό συγκρότημα "Joseph Stengel wind band", "Εργα επτανησίων συνθετών για φωνή και κουϊντέτο χάλκινων πνευστών" από το "Μelos Brass"

 

Δίδαξε ως καθηγητής μουσικής στη Μέση εκπαίδευση και ως καθηγητής ανωτέρων θεωρητικών στο τμήμα μουσικών σπουδών του Ιονίου Πανεπιστημίου. Διετέλεσε καλλιτεχνικός διευθυντής στο Ωδείο "Φ. Νάκας" στην Κέρκυρα καθώς και στο "Ιόνιο Ωδείο". Είναι μέλος της Ένωσης Ελλήνων Μουσουργών. Έργα του για ορχήστρα πνευστών έχουν εκδοθεί στην Ελβετία από τις εκδόσεις "Edition Marc Reift"

 

Τα μουσικά του  ακούσματα:

"A SHORT SEA JOURNEY"

"Tal Quintet"
NIKOS NIKOLOPOULOS - FLUTE 
CHRISTINA PANDELIDOU - OBOE 
STAMATIS DELLAPORTAS - CLARINET 
KOSTAS SISKOS - HORN 
EDDIE KALOGEROPOULOS - BASSOON

 

Για την ένδοξη Πατρίδα Σπύρος Σαμάρας

 

Φ.Ε.Κ., ενορχήστρωση Σπ. Μαυρόπουλος, διευθύνει ο Σπ. Προσωπάρης

 

 

Ο Σπύρος εγγυάται πολλά στον τομέα της μουσικής.Θα είμαστε έτοιμοι να προσθέσουμε πάντοτε τις νέες του συνθέσεις.

 

 

Αναζήτηση

Corfu Museum

Corfu Museum….τι μπορεί να είναι αυτό;

Θα το έλεγα με μια λέξη…. Αγάπη! Για ένα νησί που το γνωρίζουμε ελάχιστα. Η αλήθεια είναι ότι δεν μπορούμε ν’ αγαπήσουμε ότι δεν το γνωρίζουμε. Στόχος λοιπόν είναι να το γνωρίσουμε όσο πιο βαθιά μπορούμε, μέσα από το χθες και το σήμερα, γιατί αλλιώς πως θα το αγαπήσουμε; Αγαπάω ατομικά και ομαδικά έχει επακόλουθο…. φροντίζω….. μάχομαι… και σέβομαι. Αγάπη προς την Κέρκυρα είναι το Corfu Museum και τίποτε άλλο.

Μετρητής

Εμφανίσεις Άρθρων
2396842