Corfu Museum

Petsalis: Collection Of Corfu Island,Greece documents

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΡΑΔΟΥΛΑΚΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΣΟΦΙΑΝΟΣ: ΚΕΡΚΥΡΑΙΟΣ ΛΟΓΙΟΣ ΤΟΥ 16 ου ΑΙΩΝΑ

 

 ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΡΑΔΟΥΛΑΚΗΣ    ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΣΟΦΙΑΝΟΣ: ΚΕΡΚΥΡΑΙΟΣ ΛΟΓΙΟΣ ΤΟΥ 16 ου ΑΙΩΝΑ

 

Εισαγωγή....…………………………………………………………………......……..1


Μέρος Πρώτο: Το βιογραφικό πλαίσιο του Νικολάου Σοφιανού…….……….……..2

α. Η καταγωγή του και το πρώτο ταξίδι του στη Ρώμη…………..…………...2

β. Τα πρώτα βήματα………………………………………….………...…......3

γ. Στην υπηρεσία του Marcello Cervini.………………… ……………….…..5

δ. Η δράση του Νικολάου Σοφιανού στη Βενετία………….…………………8

ε. Το έργο του Σοφιανού ………………………………………..………..….10

1. Totius Graeciae description………...……………...……..….……10

2. Περί κατασκευῆς καί χρήσεως κρικωτοῦ ἀστρολάβου……..………12

3. Πλουτάρχου φιλοσόφου Παιδαγωγός……………………..………..12

4. Γραμματική τῆς κοινῆς τῶν Ἑλλήνων γλώσσης……………………14


Μέρος Δεύτερο: Κρίσεις για τον Νικόλαο Σοφιανό και το παιδαγωγικό του πρόγραμμα……………………………………………………………………………17


Επίλογος. ……………………………………………………………………….……21


Βιβλιογραφία…………………………………………………………………………22

 

 1
Εισαγωγή

Η προσωπικότητα του λογίου Νικολάου Σοφιανού απασχόλησε δίχως αμφιβολία τη σύγχρονη έρευνα· όμως η σχετική αποσπασματικότητα του έργου του, η έλλειψη μιας πληθώρας πληροφοριών για τη ζωή του καθώς και η λήθη στην οποία βρέθηκε το όνομά του για τρεις αιώνες δεν επέτρεψε στους ερευνητές να συνθέσουν μια ολοκληρωμένη εικόνα του. Προχωρώντας σε μία γενικότερη επισκόπηση της μέχρι τώρα έρευνας, παρατηρούμε αρκετές ανακρίβειες, παραλήψεις και σφάλματα τα οποία έχει η προσπάθεια ανασύνθεσης αυτής της προσωπικότητας. Σίγουρα από τις πρώτες απόπειρες να προσεγγιστεί ο Κερκυραίος λόγιος από τον Μουστοξύδη, τον Σάθα και τον Legrand μέχρι τις πιο πρόσφατες είναι ευδιάκριτη τόσο η εμφάνιση νέων πληροφοριών που η έρευνα έφερε στο φως όσο και η λεπτομερέστερη, άρα και καθαρότερη, κριτική ματιά αυτών των πληροφοριών. Επομένως, με την πάροδο του χρόνου η προσωπικότητα του Νικολάου Σοφιανού σταδιακά φανερώνεται ολοένα και πιο ολοκληρωμένη.
Στη συγκεκριμένη εργασία ακολουθήσαμε μια κριτική προσέγγιση των μέχρι τώρα δημοσιευμένων ερευνών τόσο για τον Νικόλαο Σοφιανό όσο και για την εποχή του. Επίσης έγινε προσπάθεια να συνενωθεί το πρωτογενές υλικό που προκύπτει από το έργο του λογίου και από αποσπάσματα ή επιστολές άλλων σύγχρονών του προσωπικοτήτων, με τα συμπεράσματα στα οποία η έρευνα έχει καταλήξει και να δοθεί κριτικά η σύνδεση των δύο. Στο πρώτο μέρος της εργασίας δίνεται ένα όσο το δυνατόν ακριβές πλαίσιο της ζωής και της δράσης του Σοφιανού. Πλην των βιογραφικών δεικτών, παρουσιάζεται σε αυτό το μέρος η σχέση του Σοφιανού με σύγχρονές του προσωπικότητες στη Ρώμη και στη Βενετία, στο περιβάλλον δηλαδή όπου έζησε και έδρασε. Τέλος, παραδίδεται η εργογραφία του, την οποία προσεγγίσαμε με κριτική ματιά. Στο δεύτερο μέρος της εργασίας προχωρήσαμε σε κρίσεις πάνω στη δράση του Σοφιανού, αναλύσαμε τις σχέσεις του με τον καθολικισμό και τη Μεταρρύθμιση και προσπαθήσαμε να δώσουμε έναν ορισμό για τα αίτια και τους σκοπούς της στάσης του απέναντι στις αντιμαχόμενες δυνάμεις και ιδεολογίες. Τέλος, παρουσιάσαμε το παιδαγωγικό όραμα του Σοφιανού για την εκπαιδευτική και πνευματική αναγέννηση του υπόδουλου Ελληνισμού, το θεωρητικό του πλαίσιο και τις αδυναμίες του.
Η έρευνα ασφαλώς δεν είναι πλήρης διότι παραμένουν ακόμα πολλά στοιχεία της ζωής του Νικολάου Σοφιανού αδιευκρίνιστα. Επικεντρωθήκαμε κυρίως στο να ξεκαθαρίσουμε τα μέχρι τώρα δεδομένα, να συγκρίνουμε και να απορρίψουμε θεωρίες και συμπεράσματα που είναι εσφαλμένα, άτοπα και δίχως επιχειρηματολογία δοσμένα. Η έρευνα τόσο για τον Νικόλαο Σοφιανό όσο και για την εποχή την οποία αντιπροσωπεύει σίγουρα δεν είναι ἐν τῇ γενέσει της όμως βρίσκεται ήδη ἐν κινῆσει.

 2
Μέρος Πρώτο
Το βιογραφικό πλαίσιο του Νικολάου Σοφιανού


α. Η καταγωγή του και το πρώτο ταξίδι του στη Ρώμη

Σύμφωνα με τρία συμβόλαια που βρέθηκαν στα κατάστιχα του νοταρίου Agostino Pellestrina1 και αποτελούν τα τρία πληρεξούσια που ο Νικόλαος Σοφιανός συνέθεσε για την αντιδικία του με τον εκδότη και βιβλιοπώλη Benedetto Giunta, ο «nobilis corcyrensis» Νικόλαος Σοφιανός ήταν γιος του Παύλου Σοφιανού, «Dominus Nicolaus Sofiano quondam domini Pauli, nob(ilis) corcyren(si)s2». Ο Παύλος είναι γνωστός στους μελετητές από μια επιστολή που του απηύθυνε ο καρδινάλιος Βυσσαρίων3. Τόσο το γεγονός ότι ο Παύλος Σοφιανός διατηρούσε επαφές με ένα άτομο του βεληνεκούς του Βησσαρίωνα όσο και η πληροφορία ότι οι Σοφιανοί της Κέρκυρας «εἰς τούς εὐπατρίδας προσεγράφησαν τῷ 1440 (Ἀνάγραφον ἐν τῷ τῆς Κερκύρας χαρτοφυλακίῳ)4» κάνει την περίπτωση της ευγενικής καταγωγής του Νικολάου Σοφιανού αδιαμφισβήτητη.
Ο Emile Legrand υποστηρίζει πως ο Σοφιανός γεννήθηκε τα πρώτα χρόνια μετά το 1500 στην Κέρκυρα5. Δεν είναι γνωστό πότε ο Σοφιανός στάλθηκε για σπουδές στην Ιταλία· παρόλα αυτά έχουμε δύο στοιχεία, αντίθετα μεταξύ τους, που όμως μπορούν να φωτίσουν κάπως το θολό τοπίο. Το πρώτο αποτελεί την αφιερωτική επιστολή προς τον καρδινάλιο Alessandro Farnese από τον Πέτρο Δεβαρή το 1588 στην έκδοση του βιβλίου του θείου του, Ματθαίου Δεβαρή, Liber de Graecae lingvae particvlis6. Στην επιστολή αυτή υποστηρίζεται ότι στο Ελληνικό Γυμνάσιο, το οποίο ίδρυσε ο Πάπας Λέων Ι΄ το 1514 στον Κυρινάλιο λόφο της Ρώμης, φοίτησε ο Ματθαίος Δεβαρής μαζί με τον Κωνσταντίνο Ράλλη, τον Νικόλαο Σοφιανό και τον Χριστόφορο Κοντολέοντα. Το δεύτερο στοιχείο όμως, που για πολλούς φαίνεται να αναιρεί το πρώτο, αποτελεί τον κατάλογο των δώδεκα πρώτων μαθητών του Ελληνικού Γυμνασίου τον Φεβρουάριο του 1514, στους οποίους δε συγκαταλέγονται ούτε ο Ματθαίος Δεβαρής, ούτε ο Νικόλαος Σοφιανός, ούτε ο Χριστόφορος Κοντολέων αλλά μονάχα ο Κωνσταντίνος Ράλλης7. Παρόλα αυτά, ο κατάλογος δεν καταρρίπτει τη μαρτυρία του Πέτρου Δεβαρή· διευκρινίζει τους πρώτους μαθητές του Γυμνασίου ενώ κάλλιστα ο Σοφιανός θα μπορούσε να είχε φοιτήσει εκεί αργότερα, κάτι που είναι μάλλον πιθανόν αφού οι σπουδές του στη Ρώμη θα δικαιολογούσαν και τη φιλία και τη

1Μαυροειδή Φ. Δ., «Ειδήσεις για τα ελληνικά τυπογραφεία της Ιταλίας τον 16ο αιώνα», Δωδώνη, τόμ. 4, (1975), σ. 237.
2Αυτ., σ. 248.
3Αυτ., σ. 237 σημ. 2.
4Μουστοξύδη Ανδρέα, «Νικόλαος Σοφιανός», Ελληνομνήμων, (Απρίλιος 1843 & Μάιος 1843) σ. 236.
5Legrand Émile, Bibliographie Hellénique: description raisonnée des ouvrages publiés par des grecs aux XVe et XVIe, Garnier frères, Paris 1918-1928, σ. CLXXXVII.
6Αυτ., σ. 55.
7Μανούσακα Μ. Ι., «Η παρουσίαση από τον Ιάνο Λάσκαρη των πρώτων μαθητών του Ελληνικού Γυμνασίου της Ρώμης στον Πάπα Λέοντα Ι΄ (15 Φεβρουαρίου 1514)», Ο Ερανιστής, τομ. Α΄, τεύχ. 1, (1963), σ. 169.
3
μετέπειτα συνεργασία του με Δεβαρή, Ράλλη και Κοντολέοντα, όσο και τη γνωριμία και την ένταξή του στους κύκλους των καρδιναλίων Marcello Cervini και Niccolò Ridolfi.

 β. Τα πρώτα βήματα

Με την παρουσία του στη Ρώμη, ο Σοφιανός εντάχτηκε στον κύκλο του καρδιναλίου Niccolò Ridolfi (1501-1550), ανιψιού του Πάπα Λέοντος Ι΄8. Ο Πέτρος Δεβαρής, στην έκδοση του 1588 που ήδη αναφέραμε, δίνει την πληροφορία ότι στην οικία του Ridolfi σύχναζαν άνθρωποι του πνεύματος και των επιστημών, ανάμεσά τους και ο Νικόλαος Σοφιανός. Ιδού το απόσπασμα: «a Nicolao Rodulpho cardinali accersitus domum humanissime receptus est… apud quem per illud tempus ita multi variis disciplinarum, generibus instructissimi florebant (ex Graecis Constantinus Rallius, Nicolaus Sofiano, Christophorus Condoleus, Devarii condiscipuli et contubernales9». Ο καρδινάλιος προσέλαβε τόσο τον Σοφιανό όσο και τον Ματθαίο Δεβαρή για να ταξινομήσουν τα χειρόγραφα της πλούσιας βιβλιοθήκης του. Τα χειρόγραφα αυτά βρίσκονται σήμερα, σύμφωνα με τον Legrand, στη Bibliothèque Nationale de Paris. Σε αυτά υπάρχουν σημειώσεις του ίδιου του Σοφιανού, όπως αυτή στο Νο 1162: «Πίναξ. Τοῦ ἁγίου Μαξίμου περί ἀγάπης κεφάλαια τετρακόσια καί ἄλλα διάφορα περί ὀρθοδόξου πίστεως. Νο CXI-ριαον»10.
Όμως ενώ ο Δεβαρής παρέμεινε στη θέση του μέχρι τον θάνατο του Ridolfi, ο Σοφιανός έφυγε για τη Βενετία όπου εργάστηκε ως αντιγραφέας χειρογράφων11. Γενικότερα αυτό που ίσχυε για τους Έλληνες οι οποίοι έφταναν στην ιταλική χερσόνησο ήταν ότι όσοι ήθελαν να εκμεταλλευτούν την ελληνομάθειά τους για την εύρεση εργασίας θεωρούσαν ως κέντρο δράσης τους κυρίως τη Ρώμη και τη Βενετία, πόλεις που αποτελούσαν σημαντικά κέντρα μελέτης και διάδοσης των ελληνικών γραμμάτων στη Δύση12. Στη Βενετία έχουμε την πρώτη σίγουρη μαρτυρία για τη δράση του Σοφιανού από ένα αντίγραφο χειρογράφου (ο λεγόμενος σήμερα Παρισινός Κώδικας Νο. 1305) για λογαριασμό του Διονυσίου Zannetinus (1500-1565), του Έλληνα καθολικού επισκόπου Τζιας και Θερμιών και αργότερα Μυλοποτάμου και Χερσονήσου, το οποίο χρονολογείται στις 30 Αυγούστου 1533 και τελειώνει ως εξής: «ἐν Ἐνετίησιν, ἒτει τῷ ἀπό τῆς συγκαταβάσεως τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ᾳφλγ΄, κατά τήν λ΄ τοῦ αὐγούστου μηνός. Παρά Νικολάου Σοφιανοῦ13».

8Ζιώγα Παναγιώτη, «Μία κίνηση πνευματικής αναγεννήσεως του υπόδουλου Ελληνισμού κατά τον 16ο αιώνα (1540-1550)», Ελληνικά (1968), σ. 280 σημ. 1.
9Legrand Émile, Bibliographie Hellénique: description raisonnée des ouvrages publiés par des grecs aux XVe et XVIe, ό. π., σ. 55.
10Αυτ., σ. CLXXXVII και σημ. 4.
11Αυτ., σ. CLXXXVII.
12Κακλαμάνη Στέφανου, «Μιχαήλ Ροσέτος: Κορωναίος κωδικογράφος του 16ου αιώνα», Αφιέρωμα στον πανεπιστημιακό δάσκαλο Βας. Βλ. Σφυρόερα: από τους μαθητές του, Λύχνος, Αθήνα 1992, σ. 61.
13Σοφιανού Νικολάου, Γραμματική της κοινής των Ελλήνων γλώσσης, Κέδρος, Αθήνα 1974, σ. 129.
4
Τον επόμενο χρόνο (1534) ο Σοφιανός αντέγραψε το έργο του Σέξτου Εμπειρίκου Πυρρώνειοι ὑποτυπώσεις για λογαριασμό του επισκόπου του Lavaur και πρέσβη της Γαλλίας στη Βενετία Georges de Selve. Ο κώδικας αυτός είναι γνωστός ως Parisinus gr. 1963 και στον κολοφώνα του υπάρχει το παρακάτω επίγραμμα και η υπογραφή του Σοφιανού:
«Μή γραμμάτων τό κάλλος ἐκζητεῖν θέλε,
Κελτῶν ἄριστε πρέσβυ καί σοφῶν κλέος,
ἐμοί τε ἡδύς ἀγαθός τ’ εὐεργέτης·
βίβλος γάρ ἥδε βέβριθεν θυμηδίαις,
δίκην σχέδους κτηθεῖσα σύν πολλῷ τάχει
χερσίν ταλαίνας καί πόνοις βαρουμέναις·
πρέπει δέ μισθός τοῖς πονοῦσιν συγγράφειν.
Ἐνετίησι παρά Νικολάου Σοφιανοῦ κατά μῆνα Σεπτέμβριον τοῦ ᾳφλδ΄ ἔτους14».
Σύμφωνα με τον G. Shirό15, ο Σοφιανός αντέγραψε σε εκείνη την πρώτη περίοδο στη Βενετία ένα χειρόγραφο στην ελληνική καθομιλουμένη, το Χρονικόν τῶν Τόκκων. Γενικότερα η δραστηριότητα του Σοφιανού ως κωδικογράφος δίνεται με ακρίβεια στον πίνακα των κωδίκων του που κατάρτισε ο Χ. Γ. Πατρινέλης και ο οποίος περιλαμβάνει τους εξής κωδικες16:
Καῖμπριτζ ἔτους ca. 1540 ἐν Ἄθω: Cantabrigiensis University Gg. II. 33 (Ἀγαθημέρου Φίλωνος Βυζαντίου, Διονυσίου Βυζαντίου γεωγραφικά).
Ἀχρονολόγητοι
Ἐσκουριάλ Escurial. 79 (Σ-Ι-79), ff. 148r-230 (Πορφυρίου βίος Πλωτινου-Πλωτῖνος). Πρβλ. Τουρριανός Νικολ.
Παρίσιοι Paris Bibl. Nat. 2445 (Ὀνησάνδρου, Αἰλιανοῦ, Μαυρικίου, Αθηναίου, Βίτωνος, Λέοντος Σοφοῦ, Νικηφόρου, Φίλωνος Τακτικά).
Τέλος, κατά τη διάρκεια των πρώτων του χρόνων στη Βενετία, ο Σοφιανός συνεργάζεται σε μια κωμωδία του Agostino Ricchi με τίτλο I tre tiranni. Ο Ricchi είχε γράψει την κωμωδία το 1530 για να παιχτεί στις γιορτές της Bologna προς τιμήν του Καρόλου Ε΄. Το 1533 θέλησε να την τυπώσει και να την αφιερώσει στον ισχυρότατο πολιτικά Luigi Gritti, γιο του Δόγη της Βενετίας Andrea Gritti και μιας Ελληνίδας από την Κωνσταντινούπολη· αντικατέστησε τους επαίνους στα ισπανικά για τον Κάρολο Ε΄ με επαίνους στα ελληνικά για τον Gritti και τον φίλο του Ιμπραήμ, μεγάλο βεζίρη του Σουλτάνου, ελληνικής καταγωγής. Ο Σοφιανός έγραψε τις σκηνές της Ε΄ πράξης, όπου υπάρχει ελληνικός διάλογος, στην καθομιλουμένη της εποχής κάνοντας χρήση του δεκαπεντασύλλαβου στίχου. Τόσο ο Vitti όσο και ο Paul Canart αναγνώρισαν στο χειρόγραφο το χέρι του Σοφιανού, συγκρίνοντάς το με το χειρόγραφο Parisinus gr. 130517.

14Legrand Émile, Bibliographie Hellénique: description raisonnée des ouvrages publiés par des grecs aux XVe et XVIe, ό. π., σ. CLXXXIX.
15Layton Evro, The 16th century greek book in Italy: Printers & publishers for the greek world, Instituto ellenico di Studi Bizantini e Postbizantini di Venezia, Venice 1994, σ. 461.
16Πατρινέλη Χ. Γ., «Έλληνες κωδικογράφοι των χρόνων της Αναγεννήσεως», Επετηρίς Μεσαιωνικού Αρχείου, τόμ. 8-9, (1958-59), σ. 109.
17Layton Evro, The 16th century greek book in Italy: Printers & publishers for the greek world, ό. π., σ. 461.

5
γ. Στην υπηρεσία του Marcello Cervini

Μετά την άλωση της Ρώμης (sacco di Roma) από τα ισπανικά και τα γερμανικά στρατεύματα στις 6 Μαΐου 1527, οι τοπικοί φορείς εξουσίας προχώρησαν σταδιακά στην ανασύνταξη τόσο της κοινωνίας όσο και της πολιτισμικής κληρονομιάς της πόλης. Μετά το πέρας της πρώτης δεκαετίας από την άλωση, τα αποτελέσματα της ανασύνταξης αυτής ήταν πλέον ορατά. Πάπας της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας είχε αναγορευτεί από το 1534 ο φιλέλληνας και βιβλιόφιλος Παύλος Γ΄, ο οποίος είχε λάβει ουμανιστική παιδεία στο Πανεπιστήμιο της Πίζας και στην αυλή του Λαυρεντίου των Μεδίκων. Άνθρωπος των γραμμάτων και των τεχνών, ιδιαίτερη φροντίδα έδειξε για τη Βιβλιοθήκη του Βατικανού και τον εμπλουτισμό της με ελληνικά χειρόγραφα.
Σε ένα τόσο φιλόξενο για τα γράμματα περιβάλλον όπως ήταν η Ρώμη έκανε την εμφάνισή της η πρωτοβουλία για την εγκαθίδρυση ελληνικής τυπογραφίας στην πόλη. Πιο συγκεκριμένα ο καρδινάλιος Marcello Cervini, ο αργότερα Πάπας Marcellus II, στον κύκλο του οποίου ανήκαν εκτός των άλλων και πολλοί Έλληνες λόγιοι, οι οποίοι εργάζονταν για αυτόν, το 1539 έδειξε ενδιαφέρον για τα ελληνικά κείμενα τα οποία θέλησε να τυπώσει στη Ρώμη από τα χειρόγραφα που είχαν συγκεντρωθεί στην Palatina, όπου εργαζόταν τότε ως βιβλιοθηκάριος. Σε συνεργασία με τον εγγονό του Πάπα, καρδινάλιο Alessandro Farnese, επομένως και με την άδεια της Έδρας, προχωρεί στην ίδρυση ελληνικού τυπογραφείου στη Ρώμη με στόχο αρχικά την τύπωση της Αγίας Γραφής και των έργων των εκκλησιαστικών συγγραφέων κι έπειτα την τύπωση των έργων των Ελλήνων και Λατίνων κλασικών συγγραφέων.
Προσέλαβε ως γενικό υπεύθυνο της τύπωσης των ελληνικών κειμένων τον Ρωμαίο τυπογράφο Antonio Blado, κάτι που αποδεικνύεται και από επιστολή προς τον Cervini από τον Paolo Manuzio, τον τρίτο γιο του Aldus Manuzio, ο οποίος, εκδότης στη Βενετία, υπήρξε ο συνεχιστής του έργου του πατέρα του. Σε αυτή την επιστολή με ημερομηνία 1539 επιβεβαιώνεται η πρόσληψη του Blado18. Επιπλέον, επειδή ο Blado δε γνώριζε ελληνικά, οι καρδινάλιοι Cervini και Farnese αποφάσισαν να τον στείλουν στη Βενετία να προμηθευτεί ελληνικά στοιχεία και τον κατάλληλο εξοπλισμό και να ζητήσει τη βοήθεια του Paolo Manuzio. Εκεί ο Blado έρχεται σε επαφή με τον έμπειρο χαράκτη και τυπογράφο ελληνικών κειμένων Stefano Nicolini da Sabbio τον οποίο και προσλαμβάνει για τη χάραξη των ελληνικών στοιχείων στη Βενετία κι έπειτα για τη χρήση τους στην τύπωση των ελληνικών κειμένων που είχε στον νου του ο Cervini. Σύμφωνα με ένα έγγραφο που δημοσίευσε ο Eugenio Casanova στο άρθρο του “Le carte di Costantino Corvisieri all’ Archivio di Stato diRoma”, o Nicolini έκοψε κάποια στοιχεία στη Βενετία και μετά όντως έφυγε για τη
Ρώμη για να ενταχτεί στην ομάδα του Cervini19.
Ακόμα περισσότερο, σύμφωνα με ένα έγγραφο που δημοσίευσε ο Alberto Tinto και έχει ημερομηνία 7 Απριλίου 1551, ο Νικόλαος Σοφιανός όχι μόνο συνεργάστηκε για το σχεδιασμό των ελληνικών στοιχείων, που ονομαστήκαν Cervini no. 1, αλλά συμμετείχε και στην τύπωση του πρώτου έργου, το οποίο τυπώθηκε «parte per mano de messer Benedetto Giunti et Nicolo Soffiano et parte per detto messer Benedetto et

18Layton Evro, The 16th century greek book in Italy: Printers & publishers for the greek world, ό. π., σ. 462-463.
19Αυτ., σ. 462-463.
6
maestro Antonio Blado20». Αυτό το πρώτο έργο, την πρώτη έκδοση του μεγαλόπνοου σχεδίου του Cervini αποτελεί ο πρώτος τόμος των Παρεκβολών του Ευσταθίου στα πέντε πρώτα βιβλία της Ιλιάδας, το οποίο κυκλοφόρησε πιθανότατα τον Μάιο του 1542 σε 1.275 αντιτυπα21, έκδοση για την οποία συνεργάστηκαν ο Σοφιανός και ο Ρωμαίος τυπογράφος Benedetto Giunta. Εκείνη ακριβώς την περίοδο της προετοιμασίας του πρώτου τόμου έχουμε στα χέρια μας δύο επιστολές του Φλωρεντίνου λογίου Donato Giannotti (1492-1573), ο οποίος βρισκόταν στη Ρώμη και ανήκε στον κύκλο του καρδιναλίου Ridolfi, προς τον επίσης Φλωρεντίνο λόγιο Pietro Vettori (1499-1585). Στην πρώτη, η οποία έχει ημερομηνία 4 Δεκεμβρίου 1540, γνωστοποιείται το όραμα του Cervini για ελληνική τυπογραφία στη Ρώμη: «Il detto Cardinale [Cervini] mette ordine di fare una stamperia greca per stampare tutta la scrittura sacra, et di quella gli autori più recondite. Sequiteranno poi i philosophi, gli oratori e poeti, et finalmente stamperanno libri latini; che sarà bella cosa». Στη δεύτερη που έχει ημερομηνία 22 Ιανουαρίου 1542 ο Giannotti αναφέρει ότι «οι Έλληνες» εφηύραν ελληνικά στοιχεία κάπως μεγαλύτερα από τα αντίστοιχα του Άλδου και με αυτά ξεκίνησαν την τύπωση του Θεοφυλάκτου, την οποία όμως διέκοψαν για να ασχοληθούν με την τύπωση των Προλεγομένων του Ευσταθίου πάνω στα πέντε πρώτα βιβλία της Ιλιάδας. Σημαντική πληροφορία στην ίδια επιστολή το γεγονός ότι το χειρόγραφο από το οποίο γινόταν η τύπωση του Ευσταθίου εμπεριείχε διορθώσεις του Λάσκαρη και ανήκε στον καρδινάλιο Ridolfi22.
Μετά όμως την έκδοση του πρώτου τόμου του Ευσταθίου για οικονομικούς λόγους χρειάστηκε νέο είδος ελληνικών στοιχείων, μικρότερο και πιο φθηνό. Τα νέα αυτά στοιχεία, που ονομάστηκαν Cervini no. 2, σχεδιάστηκαν από τον scriptor graecus του Βατικανού, τον Giovanni Onorio da Maglie, αντιγραφέα και υπεύθυνο της αναστήλωσης της Βιβλιοθήκης του Βατικανού. Με τα δικά του, λοιπόν, στοιχεία συνεχίστηκε η έκδοση των υπόλοιπων τόμων του Ευσταθίου ενώ ο Σοφιανός, ο οποίος πλέον δεν είχε θέση στην ομάδα του Cervini, αναχώρησε για τη Βενετία, όπου είχε επιστρέψει σίγουρα μέχρι τον Μάιο του 1542. Αν λάβουμε υπόψη μας τα νέα συμβόλαια που υπογράφτηκαν στις 20 Φεβρουαρίου 1545 μεταξύ Cervini και Antonio Blado, Benedetto Giunta και Niccolò Maiorano, τον νέο εκδότη των υπόλοιπων τόμων του Ευσταθίου, μπορούμε να συμπεράνουμε πως ο Σοφιανός πριν αποχωρήσει από την ομάδα του καρδιναλίου συμμετείχε πλήρως στην έκδοση του πρώτου τόμου του Ευσταθίου, θέση που με την αποχώρησή του ανέλαβε ο Maiorano23.
Τα ελληνικά στοιχεία όμως που στον σχεδιασμό τους είχε συμμετάσχει ο Σοφιανός και θεωρητικά του ανήκαν τα είχαν ακόμα στην κατοχή τους ο καρδινάλιος Cervini και ο Benedetto Giunta. Έτσι ο Νικόλαος Σοφιανός από τη Βενετία ξεκινά μια σειρά από νομικές ενέργειες για να του επιστραφούν τα «stagnos impressorie lingue grece» και κάποιες μήτρες τυπογραφικών στοιχείων ενώ ο ίδιος απαιτεί να

20Layton Evro, The 16th century greek book in Italy: Printers & publishers for the greek world, ό. π., σ. 464.
21Κακλαμάνη Στέφανου, «Μιχαήλ Ροσέτος: Κορωναίος κωδικογράφος του 16ου αιώνα», ό. π., σ. 68.
22Layton Evro, The 16th century greek book in Italy: Printers & publishers for the greek world, ό. π., σ. 463.
23Layton Evro, “The history of a sixteenth century greek type revised”, The Historical Review, (2004), σ. 42.
7
δικαιωθεί εις βάρος του Benedetto Giunta και του δικηγόρου του Jacopo Apocello24.
Στα κατάστιχα του νοταρίου Agostino Pallestrina βρίσκονται τρία συμβόλαια του Σοφιανού που αφορούν την αντιδικία του αυτή με τον Giunta. Το πρώτο έχει ημερομηνία 7 Σεπτεμβρίου 1542 και σε αυτό ο Σοφιανός ορίζει ως πληρεξούσιούς του που θα διεκδικούσαν ό,τι του ανήκε τον Ματθαίο Δεβαρή («dominum Matheum de Vari, familiarem reverendissimi cardinalis Redolfi») και τον Μιχαήλ Ροσέτο από την Κορώνη («jurium doctorem dominum Michaelem Roseto Coronensem»), ο οποίος αν και βρισκόταν εκείνη την περίοδο στη Βενετία προετοίμαζε ένα ταξίδι του στη Ρώμη και τον οποίο ο Σοφιανός αποκαλεί jurium doctor, τίτλος ο οποίος διδόταν σε δικηγόρους με πανεπιστημιακή μόρφωση και καθολικούς στο δόγμα25. Όμως επειδή ο Ροσέτος ακύρωσε το ταξίδι του, ο Σοφιανός όρισε ως νέο πληρεξούσιό του τον Καντίνο Τριβώλη, γιο του ποιητή Ιάκωβου Τριβώλη, κάτι που αποδεικνύει το δεύτερο συμβόλαιο που έχει ημερομηνία 31 Ιανουαρίου 1543. Τρίτος και τελευταίος πληρεξούσιος στο συμβόλαιο με ημερομηνία 19 Σεπτεμβρίου 1543 ορίστηκε από τον Σοφιανό ο βιβλιοπώλης «ad signum Sibille» της Ρώμης Francisco Tramezzino, αδελφός του τυπογράφου της Βενετίας Μιχαήλ Tramezzino26.
Κατά τη διάρκεια αυτής της αντιδικίας έγινε απόπειρα εκτόνωσης των διαφορών. Έχουμε στη διάθεσή μας μια επιστολή γραμμένη στη Βενετία από τον Κερκυραίο λόγιο, συλλέκτη και έμπορο χειρογράφων Αντώνιο Έπαρχο με ημερομηνία 30 Αυγούστου 1545 (more veneto 1544), ως απάντηση σε μια επιστολή του Marcello Cervini. Ο Έπαρχος προτείνει στον καρδινάλιο να συνεχίσει εκείνος μαζί με τον Σοφιανό την έκδοση των υπολοίπων τόμων του Ευσταθίου και να προχωρήσουν στην έκδοση κι άλλων έργων, «quanti libri greci si potrano mai trovare»27, στο παπικό τυπογραφείο. Ο Σοφιανός την περίοδο που είναι γραμμένη η επιστολή του Επάρχου βρίσκεται στη Βενετία, έχοντας ιδρύσει το δικό του τυπογραφείο.
Όμως παρ’ όλες τις προσπάθειες του Επάρχου, ο Cervini αρνείται και αναθέτει τη συνέχιση του έργου στους Blado, Giunta και Maiorano. Θεωρητικά ήταν αδύνατη η συμμετοχή του Σοφιανού λόγω της διένεξής του με τον Giunta αλλά υπήρχε κι ένας άλλος σημαντικότερος λόγος, σύμφωνα με τον P. Paschini, ο οποίος υποστηρίζει ότι ο καρδινάλιος επιθυμούσε την εγκαθίδρυση της ελληνικής τυπογραφίας στη Ρώμη και όχι στη Βενετία, κάτω από τη δική του αιγίδα, επομένως και κάτω από τον έλεγχό του28. Η δικαστική διαδικασία διήρκησε περίπου εννέα χρόνια κι έληξε στη 1 Ιουνίου 1551 όταν το δικαστήριο της Ρώμης εξέδωσε απόφαση που δικαίωνε τον Νικόλαο Σοφιανό, ο οποίος πληρώθηκε για τη συμμετοχή του στο πρόγραμμα του Cervini με 125 χρυσά δουκάτα, του επιστράφηκαν όλες οι μήτρες και τα στοιχεία ενώ του δόθηκαν και δύο τόμοι του Ευσταθίου. Επιπλέον, ο αντίδικος του, Benedetto Giunta, αναγκάστηκε να πληρώσει 31 δουκάτα, ποσό που αντιστοιχούσε στα έξοδα της δίκης.

24Layton Evro, “The history of a sixteenth century greek type revised”, ό. π., σ. 43.
25Κακλαμάνη Στέφανου, «Μιχαήλ Ροσέτος: Κορωναίος κωδικογράφος του 16ου αιώνα», ό. π., σ. 56.
26Μαυροειδή Φ. Δ., «Ειδήσεις για τα ελληνικά τυπογραφεία της Ιταλίας τον 16ο αιώνα», ό. π., σ. 238-239 και σημ. 3.
27Ζιώγα Παναγιώτη, «Μία κίνηση πνευματικής αναγεννήσεως του υπόδουλου Ελληνισμού κατά τον 16ο αιώνα (1540-1550)», ό. π., σ. 281 και σημ. 1.
28Layton Evro, The 16th century greek book in Italy: Printers & publishers for the greek world, ό. π., σ. 464.

8
δ. Η δράση του Νικολάου Σοφιανού στη Βενετία

Μετά το τέλος της συνεργασίας του με την ομάδα του καρδιναλίου Cervini στη Ρώμη, ο Σοφιανός επέστρεψε στη Βενετία το αργότερο μέχρι τον Μάιο του 1542. Γρήγορα εντάχτηκε στην ομάδα του Ισπανού πρεσβευτή του Καρόλου Ε΄ στην πόλη, Diego Hurtado de Mendoza (1503-1575), σημαντικού ελληνιστή και ουμανιστή. Ο Mendoza είχε δημιουργήσει γύρω του έναν κύκλο από λογίους, ανάμεσά τους και Έλληνες, τους οποίους επιφόρτιζε είτε για την αντιγραφή είτε για την αγορά αρχαίων ελληνικών και λατινικών χειρογράφων, δημιουργώντας μία σημαντική βιβλιοθήκη. Μέσα στην ομάδα του Mendoza που υπήρχε από το 1541 μέχρι το 1546 έδρασαν σημαντικοί Έλληνες λόγιοι, όπως ο Μιχαήλ Ροσέτος, ο Ιωάννης Μαυρομάτης, ο Νικόλαος Μουρμούρης, ο Ανδρόνικος Νούκιος, ο Αντώνιος Έπαρχος και ο Νικόλαος Σοφιανός29. Εκτός της αντιγραφής χειρογράφων για λογαριασμό του Ισπανού πρέσβη, οι Έλληνες λόγιοι επιφορτίζονταν με ταξίδια στην τουρκοκρατούμενη Ανατολή με στόχο την εύρεση, αγορά ή αντιγραφή κωδίκων που βρίσκονταν σε χριστιανικά μοναστήρια ή σε βιβλιοθήκες. Τέτοια ταξίδια πραγματοποίησαν ο Ανδρόνικος Νούκιος, ο Δημήτριος Ζήνος και ο Αντώνιος Έπαρχος μετά από εντολή τόσο του Mendoza όσο και του Γάλλου πρέσβη στη Βενετία30.
Ο Σοφιανός επιχείρησε κι εκείνος ένα ταξίδι στην Ανατολή για λογαριασμό του Mendoza το 1543. Επισκέφτηκε μοναστήρια στη Θεσσαλία καθώς και το Άγιο Όρος. Το γεγονός ότι υπήρχε η τάση οι λόγιοι αυτοί να επιλέγουν κυρίως μοναστήρια για τις έρευνές τους δικαιολογείται αν κάποιος σκεφτεί ότι τα βυζαντινά μοναστήρια, κυρίως ο Άθως, αποτελούσαν τα τελευταία προπύργια της ορθοδοξίας, οι Οθωμανοί δεν τα είχαν λεηλατήσει, επομένως και ο αρχαίος πλούτος στις βιβλιοθήκες των μονών είχε παραμείνει κατά μεγάλο βαθμό ανέπαφος. Επίσης, οι ξένοι ελληνιστές, όπως ο Mendoza, γνώριζαν το χαμηλό βιοτικό επίπεδο στον υπόδουλο ελληνικό χώρο και την ανάγκη των μοναστηριών για οικονομική ενίσχυση, κάτι που όπως οι προηγούμενοι από αυτόν ελληνιστές εκμεταλλεύτηκαν όσο ήταν δυνατόν, φτάνοντας σε οικονομικές συμφωνίες με τους μοναχούς και αποκτώντας, πληρώνοντας αδρά πολλές φορές, τα ελληνικά χειρόγραφα των μονών.
Μαρτυρίες για την αποστολή αυτή του Σοφιανού έχουμε από δύο επιστολές του νομομαθή και νομοδιδασκάλου Johannes Metellus στον Antonio Agustin, οι οποίες έχουν ημερομηνίες Βενετία 8 Φεβρουαρίου 1543 και Πάδοβα 9 Μαρτίου 1543, όπου ο Metellus ενημερώνει τον Agustin ότι ο Mendoza έστειλε τον Νικόλαο Σοφιανό στον Άθω προς αναζήτηση κωδίκων, προσθέτει ότι ο ίδιος παρακάλεσε τον Κερκυραίο λόγιο να αναζητήσει διάφορα νομικά βιβλία και κυρίως Κώδικες και Πανδέκτες και υποστηρίζει πως ο Σοφιανός του είπε πως δε θα επέστρεφε σε λιγότερο από επτά μήνες31. Επίσης, σύμφωνα με μία επιστολή του Jean-Baptiste Amalteo στον Paolo Manuzio με ημερομηνία 27 Φεβρουαρίου 1561, ο πρώτος υποστηρίζει ότι άκουσε τον ίδιο τον Σοφιανό να λέει ότι ο Mendoza τον έστειλε στην Ανατολή δύο φορές προς αναζήτηση χειρογράφων και ότι επέστρεψε έχοντας συλλέξει γύρω στα τριακόσια βιβλία, όλα ελληνικά, και ότι ανάμεσά τους υπήρχαν

29Κακλαμάνη Στέφανου, «Μιχαήλ Ροσέτος: Κορωναίος κωδικογράφος του 16ου αιώνα», ό. π., σ. 73.
30Αυτ., σ. 76-77.
31Legrand Émile, Bibliographie Hellénique: description raisonnée des ouvrages publiés par des grecs aux XVe et XVIe, ό. π., σ. CXC-CXCI.
9
τρία που ο Ισπανός πρέσβης «non gli cambieria con una città32».
Η συγκεκριμένη επιστολή όμως τίθεται υπό αμφισβήτηση όσον αφορά την ορθότητα των λεγόμενων του Amalteo. Δεν έχει βρεθεί ακόμα καμιά απόδειξη που να επαληθεύει το γεγονός ενός δεύτερου ταξιδιού του Σοφιανού στην Ανατολή κι επίσης ο αριθμός των βιβλίων που υποστηρίζεται πως έφερε πίσω ο Κερκυραίος λόγιος φαντάζει υπερβολικός. Σύμφωνα με τον κατάλογο που συνέθεσε για τη βιβλιοθήκη του Mendoza ο Arnoldus Arlenius, κατάλογος πλέον χαμένος αλλά αντιγραμμένος από τον Johannes Metellus στη Ρώμη μεταξύ 1548 και 1550, τα βιβλία του Ισπανού πρέσβη δεν είναι καταλογραφημένα αλφαβητικά ή θεματικά αλλά σύμφωνα με τον χρόνο άφιξής τους στη βιβλιοθήκη του Mendoza από τους προμηθευτές του. Ενώ τα πρώτα εκατό που τοποθετούνται στη βιβλιοθήκη είναι αντιγραφές θεωρητικά πιο πρόσφατων χειρογράφων, στη συνέχεια υπάρχει ένα σύνολο με λιγότερο από τριάντα βιβλία μεγαλύτερης παλαιότητας με μονάχα τρία recentes κι έπειτα πάλι πιο πρόσφατα χειρόγραφα. Γίνεται, λοιπόν, η υπόθεση ότι ο πραγματικός αριθμός χειρογράφων που ο Σοφιανός κατάφερε να συλλέξει δεν αγγίζει τα τριακόσια αλλά τα τριάντα. Αυτό εξηγείται αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι οι αποστολές για ελληνικά χειρόγραφα είχαν δυσκολέψει πολύ μετά την επίσκεψη στο Άγιο Όρος του Ιανού Λάσκαρη το 1491, ο οποίος έφερε πίσω διακόσια χειρόγραφα για τον Lorenzo τον Μεγαλοπρεπή33. Παρόλα αυτά όμως, το πρώτο τουλάχιστον ταξίδι του Σοφιανού στην Ανατολή πρέπει να θεωρηθεί σίγουρο, ακόμα κι αν μόνο υποθέσεις μπορούν να γίνουν για το τι έφερε στη Βενετία. Μάλιστα, έχουμε τη μαρτυρία του Conrad Gesner (1516-1565) ο οποίος στο τέλος του 1543 ή στην αρχή του 1544 επισκέφτηκε τη Βενετία, ήρθε σε επαφή με τον Σοφιανό και συμβουλεύτηκε κάποια από τα χειρόγραφα που ο δεύτερος έφερε από το ταξίδι του34.
Μετά την επιστροφή του στη Βενετία, ο Σοφιανός προετοιμαζόταν για την ίδρυση του δικού του τυπογραφείου, το οποίο μπορεί με σιγουριά να ειπωθεί πως άρχισε να λειτουργεί μεταξύ Αυγούστου και Σεπτεμβρίου του 1544, αφού στις 5 Σεπτεμβρίου 1544 εκδίδεται το έργο του Κερκυραίου Αντωνίου Επάρχου Εἰς τήν Ἑλλάδος καταστροφήν, θρῆνος (ἔτει τῶ ἀπό τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας, ᾳφμδ΄ μηνί σεπτεβρίω ε΄). Αν και δεν αναφέρεται ο εκδότης, η έρευνα έχει αποδείξει πως υπήρξε ο Bartolomeo Zanetti, εκδότης και αντιγραφέας ελληνικών κειμένων. Εκείνη την περίοδο ο Zanetti είχε κλείσει το τυπογραφείο του κι εργαζόταν ως αντιγραφέας35. Παρόλα αυτά δε σταμάτησε να ασχολείται με την τύπωση βιβλίων για λογαριασμό άλλων36· επομένως θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι συνεργαζόταν με τον Σοφιανό και δούλευε στο νεοσύστατο τυπογραφείο του δεύτερου, με τον οποίο μάλιστα θα συνεργαστεί και στο μέλλον, όταν θα τυπώσει τον Παιδαγωγό, τη μετάφραση στην

32Legrand Émile, Bibliographie Hellénique: description raisonnée des ouvrages publiés par des grecs aux XVe et XVIe, ό. π., σ. CXC και σημ. 3.
33Hobson Anthony, Renaissance book collecting: Jean Grolier & Diego Hurtado de Mendoza, their books & bindings, Cambridge University Press, New York 1999, σ. 77.
34Layton Evro, The 16th century greek book in Italy: Printers & publishers for the greek world, ό. π., σ. 461.
35Κοντοσόπουλος Ν., «Τα εν Βενετία τυπογραφεία ελληνικών βιβλίων κατά την Τουρκοκρατίαν», Αθήνα, τόμ. 58, (1954), σ. 295.
36Layton Evro, The 16th century greek book in Italy: Printers & publishers for the greek world, ό. π., σ. 465-466.
10
καθομιλουμένη του έργου του ψευδο-Πλουτάρχου Περί παίδων ἀγωγῆς με ημερομηνία 2 Ιανουαρίου 1545 (more veneto 1544), (Πλουτάρχου φιλοσόφου παιδαγωγός: Ἐτυπώθη εἰς τήν βενετίαν ἐν οἰκία βαρθολομαίου τοῦ καλλιγράφου. ᾳφμδ΄. μηνός ἰανουαρίου β΄)37. Όπως ο Παιδαγωγός έτσι και το έργο του Επάρχου τυπώθηκε όχι με τα στοιχεία που ανήκαν στον Zanetti αλλά με τα ελληνικά στοιχεία του Σοφιανού, τα Cervini no. 138. Επίσης όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο Έπαρχος στην επιστολή του προς τον καρδινάλιο Cervini με ημερομηνία 30 Αυγούστου 1544, ζητά να επιμεληθεί την έκδοση του δεύτερου τόμου του Ευσταθίου εκείνος μαζί με τον Σοφιανό στη Βενετία· επομένως πρέπει να είχε στον νου του ότι το τυπογραφείο θα ήταν σε θέση να παράγει έργο άμεσα.
Το εκδοτικό έμβλημα του Σοφιανού ήταν ένας θυρεός χωρισμένος στη μέση με μια οριζόντια πλατιά ταινία· στο επάνω μισό είναι σχεδιασμένο ένα χέρι που προσφέρει ένα θρησκευτικό βιβλίο, όπως φανερώνει ο σταυρός στο εξώφυλλο, ενώ το κέντρο του κάτω μισού του θυρεού το καλύπτει ένας άλλος σταυρός39. Στο τυπογραφείο του πρόλαβε να εκδώσει δύο βιβλία λειτουργικού περιεχομένου. Το πρώτο, ένα Ὡρολόγιον το εξέδωσε στις 5 Μαΐου 1545, κάτι που φαίνεται και στον κολοφώνα του έργου: «ἐνετίησιν ἐν οἰκία νικολάου σοφιανοῦ καί τῶν ἑταίρων· ἔτει τῶ ἀπό τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας ᾳφμέ, μηνί μαίω ε40». Το δεύτερο, ένα Εὐχολόγιον, το εξέδωσε στις 12 Δεκεμβρίου 1545, «ἐνετίησιν ἐν οἰκία νικολάου σοφιανοῦ καί τῶν ἑταίρων μάρκου σαμαριάρου, καί νικολάου ἐπάρχου: ἔτει ᾳφμέ. μηνί δεκεμβρίω ιβ΄41». Σε αυτό το έργο παρατίθενται και τα ονόματα των ανθρώπων που τον υποστήριξαν οικονομικά, του γιου του Αντωνίου Επάρχου, Νικολάου, και του Μάρκου Σαμαριάρη, πλούσιου Έλληνα εμπόρου της Βενετίας. Στη συνέχεια οι πληροφορίες για το τυπογραφείο του Σοφιανού, οσο και για τον ίδιο τον Κερκυραίο λόγιο αραιώνουν και εντέλει χάνονται.
Η άποψη που φαίνεται να κυριαρχεί είναι ότι ο Σοφιανός αναγκάστηκε να κλείσει το τυπογραφείο του μετά τον θάνατο του βασικού χρηματοδότη του, Μάρκου Σαμαριάρη, το 154642.


ε. Το έργο του Σοφιανού

ε1. Totius Graeciae descriptio
Αν και αντίτυπο της πρώτης έκδοσης του Χάρτη της Ελλάδας του Σοφιανού δεν έχει εντοπιστεί ακόμα, ο Χάρτης επανεκδόθηκε και αντιγράφτηκε ουκ ολίγες φορές.

37Legrand Émile, Bibliographie Hellénique: description raisonnée des ouvrages publiés par des grecs aux XVe et XVIe, ό. π., σ. 246.
38Layton Evro, “The history of a sixteenth century greek type revised”, The Historical Review, (2004), σ. 44 και σημ. 16.
39Ζιώγα Παναγιώτη, «Μία κίνηση πνευματικής αναγεννήσεως του υπόδουλου Ελληνισμού κατά τον 16ο αιώνα (1540-1550)», ό. π., σ. 281.
40Legrand Émile, Bibliographie Hellénique: description raisonnée des ouvrages publiés par des grecs aux XVe et XVIe, ό. π., σ. 271.
41Αυτ., σ. 272.
42Μαυροειδή Φ. Δ., «Ειδήσεις για τα ελληνικά τυπογραφεία της Ιταλίας τον 16ο αιώνα», ό. π., σ. 246 και Layton Evro, “The history of a sixteenth century greek type revised”, The Historical Review, (2004), σ. 44 και σημ. 44.
11
Οι υποθέσεις για τη χρονολογία της πρώτης έκδοσης ποικίλουν από το 1536 (Ζαχαράκις), το 1540 (Μουστοξύδης, Σάθας, Hieronymus, Meuer) και 1543 (Karrow)43. Μία σημαντική υπόθεση είναι πως η πρώτη έκδοση του Χάρτη έγινε στη Ρώμη από τον Antonio Blado στα 1540. Η υπόθεση αυτή βασίζεται στον Johannes Oporin, ο οποίος στην αφιέρωση της τρίτης έκδοσης του χάρτη (1545) αναφέρεται στην πρώτη έκδοση της Ρώμης και παραθέτει την προσφώνηση του Σοφιανού, χρονολογημένη τον Μάιο του 1540, «Romae, in Templo Boni Eventus» όπου το «Boni Eventus» αποτελεί το σήμα του Antonio Blado44. Σίγουρα πάντως εκδόθηκε πριν τις 8 Φεβρουαρίου 1543, όταν ο χάρτης αναφέρεται από τον Johannes Metellus στην γνωστή μας ήδη επιστολή του προς τον Antonio Agustin: «Is est cujus tabellam Graeciae nuper commendabat Philaenus Lunardus noster», αλλά και από μια άλλη επιστολή του Konrad Gesner στον Joachim Vadianus με ημερομηνία 7 Απριλίου 1543: «…item Graeciae tabulam impressam cum multis nomenclatures45». Αποτελούμενος από οκτώ φύλλα, ο χάρτης περιλαμβάνει πάνω από 2.000 τοπωνύμια στη λατινική ενώ οι ονομασίες χωρών και θαλασσών δίνονται και στην ελληνική· συγκεκριμένα, στις πρώτες σωζόμενες ιταλικές εκδόσεις του χάρτη τα τυπογραφικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν είναι τα Cervini no. 0146, επομένως η υπόθεση για την πρώτη έκδοση θα μπορούσε να περιοριστεί μεταξύ 1540 και 1543. Ο Χάρτης της Ελλάδας περιλαμβάνει, όπως γράφει ο ίδιος ο Σοφιανός, την Αχαΐα, την Πελοπόννησο, την Εύβοια, την Κρήτη, την Μακεδονία, τη Θράκη, την Ήπειρο, τη Δαλματία, μέρος της Λιβουρνίας, την υψηλότερη Μυσία και το περισσότερο της χαμηλότερης, μεγάλο μέρος της Δακίας και μικρό από την Ιταλία, την Μ. Ασία, τον Πόντο και τη Βιθυνία, την Λυκία και το μεγαλύτερο μέρος της Γαλατίας και της Παμφυλίας47. Πρότυπά του ο Σοφιανός είχε αρχαίους Έλληνες συγγραφείς και γεωγράφους, όπως ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Παυσανίας, ο Στράβων και ο Πτολεμαίος48. Ο χάρτης απευθυνόταν στους Ευρωπαίους, αποτέλεσε ένα αρχαιογνωστικό πανδέκτη της Ελλάδας, χρησιμοποιήθηκε ως αρχαιογνωστικό εγχειρίδιο από τους ουμανιστές και ως παιδαγωγικό μέσο για τους σπουδαστές, κάτι που υποστηρίζει και ο ίδιος ο Σοφιανός στην γραμμένη στα λατινικά προσφώνησή του: «ut opera quoque nostra studiosis ipsis (quibus mirifice gratificari cupimus) nonnihil utilitatis afferretur49». Λίγο αργότερα από την πρώτη έκδοση του Χάρτη του,
ο Σοφιανός τύπωσε μια paginam με τίτλο Nomina antiqua et recentio urbium Graeciae Descriptionis a N. Sophiano jam aeditae, στο οποίο εμπεριέχεται ο αλφαβητικός πίνακας των τοπωνυμίων του χάρτη. Δίπλα στις αρχαίες ονομασίες παρατίθενται οι αντίστοιχες σύγχρονες ελληνικές και ιταλικές50. Τον Σεπτέμβριο του 1545 ο Nicolaus Gerbel εκδίδει στη Βασιλεία ένα συμπλήρωμα του χάρτη με τίτλο In

43Τόλιας Γιώργος, «Για μια ορατή αρχαιότητα. Μεθοδολογία, χρήσεις και λειτουργίες του χάρτη της Ελλάδας του Νικολάου Σοφιανού», Ο Ερανιστής, τόμ. 25, (2005), σ. 30.
44Αυτ., σ. 35.
45Αυτ., σ. 30 και σημ. 56.
46Αυτ., σ. 13 και σημ. 12.
47Legrand Émile, Bibliographie Hellénique: description raisonnée des ouvrages publiés par des grecs aux XVe et XVIe, ό. π., σ. 176.
48Αυτ., σ. 176.
49Αυτ., σ. 176.
50Αυτ., σ. 176.
12
descriptionem Graeciae Sophiani praefatio και ένα δεύτερο εκτενέστερο ξανά στη Βασιλεία το 1550 με τίτλο Pro declaration picturae sive descriptionis Graeciae Sophiani libri septem. To 1552 επανεκδίδεται στη Ρώμη η πρώτη Totius Graeciae description με υπογραφή του Σοφιανού, σε συνοπτικότερη όμως μορφή, στην οποία εμπεριέχεται η αφιερωτική επιστολή του Κερκυραίου λογίου προς τους σπουδαστές καθώς και τα λατινικά ελεγειακά επιγράμματα τεσσάρων Ευρωπαίων λογίων (Leon Marsus, L. Faber Phan., Faust. Sabaeus, Faustus Buturinus Veronensis), οι οποίοι εγκωμιάζουν τη χαρτογράφηση της Ελλάδας από τον Σοφιανό51. Ο Χάρτης του Σοφιανού γνώρισε αρκετές επανεκδόσεις και αντιγραφές ενώ καθιερώθηκε ως μέρος της ουμανιστικής κληρονομιάς όταν συμπεριλήφθηκε στον ιστορικό άτλαντα του Abraham Ortelius, στο Parergon το 1579.

ε2. Περί κατασκευῆς καί χρήσεως κρικωτοῦ ἀστρολάβου
Η μικρή αυτή πραγματεία του Σοφιανού παρουσιάζει τη χρήση ενός παλιού τύπου αστρονομικού οργάνου, το οποίο χρησιμοποιούσαν οι ναυτικοί για να αναγνωρίσουν τη θέση των άστρων στον ορίζοντα. Ο ίδιος ο Σοφιανός αναφέρει στην αφιέρωση του έργου του στον Πάπα Παύλο Γ΄: «Χρησιμεύει γάρ πάνυ πρός τε τάς ὡροσκοπήσεις νύκτωρ τε καί μεθ’ ἡμέραν, καί πρός τάς λήψεις τῶν τόπων κατά τε μῆκος καί πλάτος, ἐπί μέν ἡλίου καί τῶν ἀστέρων τῶν ἀπλανῶν τε καί πλανωμένων ἀκριβῶς, ἐπί δέ τῆς σελήνης τῶν φαινομένων52». Η πραγματεία αυτή συνδέεται με τις δραστηριότητες της εποχής, δηλαδή τόσο με την ανάπτυξη της ναυτιλίας όσο και με την ανάδειξη του εμπορίου σε μεγάλη δύναμη και πηγή πλούτου. Ο χρόνος συγγραφής και ο τόπος έκδοσης του έργου είναι άγνωστος και μονάχα να υπολογιστεί μπορεί με βάση την αφιέρωση του συγγραφέα. Εκτός από την ίδια την αφιέρωση, στην αρχή της οποίας δηλώνεται πως η πραγματεία αφιερώνεται στον Πάπα Παύλο Γ΄, ο Σοφιανός αναφέρει πως το έργο γράφτηκε «κατά κέλευσιν τοῦ πάντ’ ἀρίστου καί θερμοτάτου τοῖς σπουδαίοις προξένου ΜΑΡΚΕΛΛΟΥ, τοῦ σεβασμιωτάτου καρδινάλεως». Αυτό μας επιτρέπει να υποθέσουμε πως η πραγματεία τυπώθηκε στη Ρώμη όταν ο Σοφιανός εργαζόταν ακόμα ως μέλος της ομάδας του Cervini, σίγουρα μετά το 1539, που ο Marcello Cervini χειροτονήθηκε καρδινάλιος, και ακόμα πιο συγκεκριμένα κοντά στο 1542, όταν και άρχισε να λειτουργεί το παπικό τυπογραφείο των ελληνικών κειμένων στη Ρώμη53. Είναι τυπωμένο με τα καινούρια ελληνικά στοιχεία, τα Cervini no. 01, κάτι που λέγεται και άμεσα από τον Σοφιανό στην αφιέρωση του έργου: «ἐκδέδοται τοῖς νεοχαράκτοις τουτοισί χαρακτῆρσι»54.

ε3. Πλουτάρχου φιλοσόφου Παιδαγωγός
Αποτελεί τη μετάφραση στη δημοτική από τον Σοφιανό του Περί παίδων ἀγωγῆς του ψευδο-Πλουτάρχου. Αν και δεν είναι γνωστό το πότε γράφτηκε, γνωρίζουμε ότι εκδόθηκε για πρώτη φορά «εἰς τήν βενετίαν ἐν οἰκία βαρθολομαίου τοῦ

51Legrand Émile, Bibliographie Hellénique: description raisonnée des ouvrages publiés par des grecs aux XVe et XVIe, ό. π., σ. 177.
52Legrand Émile, Bibliographie Hellénique: description raisonnée des ouvrages publiés par des grecs aux XVe et XVIe, ό. π., σ. 266.
53Μουστοξύδη Ανδρέα, «Νικόλαος Σοφιανός», ό. π., σ. 240.
54Layton Evro, The 16th century greek book in Italy: Printers & publishers for the greek world, ό. π., σ. 466.

13
καλλιγράφου. ᾳφμδ΄. μηνός ἰανουαρίου β 55»· επομένως εκδόθηκε στις 2 Ιανουαρίου 1545 (more veneto 1544) όταν ο Σοφιανός συνεργάζεται με τον τυπογράφο Βαρθολομαίο τον καλλιγράφο, που η έρευνα έχει αποδείξει πως πρόκειται για τον Bartolomeo Zanetti56. Στην προσφώνηση του Παιδαγωγού ο Σοφιανός αφιερώνει το έργο στον ουνίτη επίσκοπο Μυλοποτάμου και Χερσονήσου Διονύσιο Zannetinus, για λογαριασμό μάλιστα του οποίου ο Σοφιανός είχε αντιγράψει έναν κώδικα το 1533, για τον οποίο έχει ήδη γίνει λόγος στο δεύτερο κεφάλαιο. Θέμα του έργου είναι ο τρόπος για να ανατραφούν και να παιδαγωγηθούν οι νέοι Έλληνες σωστά, να γίνουν ένδοξοι και ενάρετοι άνθρωποι όπως οι πρόγονοί τους57. Εκτός από το εκπαιδευτικό σχέδιο για την πνευματική αναγέννηση του υπόδουλου Ελληνισμού που θίγει ο Σοφιανός και το οποίο θα αναλύσουμε διεξοδικά στο δεύτερο μέρος της έρευνας αυτής, στην προσφώνηση του Παιδαγωγού παρουσιάζεται και η ομάδα ή σωστότερα ο κύκλος στον οποίο ανήκε ο Κερκυραίος λόγιος στη Βενετία. Αναφέρει χαρακτηριστικά τους εξής ἐλλόγιμους καί εὐγενεῖς άνδρες: αρχικά τους Κρητικούς Αντώνιο Καλλιέργη, πολυμαθέστατο ποιητή (ἐνδοξότατον καί δοχεῖον τῶν ἀρετῶν), και Άγγελο Φορτία, διακεκριμένο γιατρό στη Βενετία (ὄντως ἄλλον Ἱπποκράτην). Επίσης αναφέρει τους φίλους της νεότητάς του: τον καλόν καί συνετώτατον Κωνσταντίνο Ράλλη, που ανήκε στον κύκλο του καρδιναλίου Ridolfi, τον Ματθαίο Δεβαρή, ο οποίος είχε διακριθεί ως διορθωτής των ελληνικών κωδίκων της Βατικανής Βιβλιοθήκης, ανήκε στον κύκλο του καρδιναλίου Alessandro Farnese και ο Σοφιανός αποκαλεί ἄνθος τῆς καλοκἀγαθίας, και τον σοφόν Ζακυνθινό Μιχαήλ Ερμόδωρο – Λήσταρχο, ο οποίος άσκησε το επάγγελμα του γιατρού και δίδαξε στη Σχολή της Χίου, στην Πατριαρχική Ακαδημία στην Κωνσταντινούπολη και στη Φερράρα. Στον κύκλο του ανήκουν επίσης και συντοπίτες του Κερκυραίοι λόγιοι: εκτός του Ματθαίου Δεβαρή έχουμε τον διακεκριμένο ποιητή, αντιγραφέα και έμπορο χειρογράφων, τον περίφημον καί λογιώτατον Αντώνιο Έπαρχο, τον ιλαρώτατον καί χαριέστατον ποιητή Ιάκωβο Τριβώλη καθώς και τον γιο του, τον σώφρονα καί σπουδαιότατον Καντίνο. Αναφέρει ακόμα τον γλυκύν καί σπουδαίον Κορωναίο κωδικογράφο Μιχαήλ Ροσέτο, τον λόγιον καί πεπαιδευμένον Νικόλαο από τη Χίο, τον φημισμένο στη Βενετία δικηγόρο Φραγκο Τελουντά, τον οποίο αποκαλεί μεγαλοπρεπέστατον καί πολιτικώτατον ῥήτορα, τον εὐγενέστατον Ιωάννη Παλαιολόγο, ἄνδρα ἐπιεικῆ καί σώφρονα, αλλά και τον ευρυμαθή ανιψιό του Αρσενίου Αποστόλη, Γεώργιο Κορίνθιο από τη Μονεμβασιά, τον οποίο αποκαλεί μέγαν καί σεμνόν, διότι παρόλη τη σοφία του δεν άφησε γραπτό έργο58. Σε αυτούς πρέπει να προστεθούν ο Ιάκωβος Διασσωρινός από τη Ρόδο και ο Αλέξανδρος Νερούλης από τη Ζάκυνθο. Ο πρώτος, μαθητής του Ερμόδωρου, άφησε επιγράμματα και ποιήματα που άσκησαν γοητεία στο κοινό της εποχής, ενώ ο δεύτερος εργάστηκε ως διδάκτωρ της φιλοσοφίας και των ελληνικών και λατινικών γραμμάτων στην Ρώμη και ως

55Legrand Émile, Bibliographie Hellénique: description raisonnée des ouvrages publiés par des grecs aux XVe et XVIe, ό. π., σ. 246.
56Layton Evro, The 16th century greek book in Italy: Printers & publishers for the greek world, ό. π., σ. 466.
57Legrand Émile, Bibliographie Hellénique: description raisonnée des ouvrages publiés par des grecs aux XVe et XVIe, ό. π., σ. 248.
58Αυτ., σ. 248-249.

14
καθηγητής ελληνικών στην Πάδοβα59.Αυτούς τους λόγιους που αποτελούν τον κύκλο του τους αποκαλεί «σοφούς καί πεπαιδευμένους καί κατά ἀλήθειαν εὐγενεῖς καί λείψανα τῆς ἀθλίας καί δυστυχοῦς ἀρχαίας Ἑλλάδος60». Αφού πλέξει το εγκώμιο του επισκόπου, υποστηρίζοντας πως ως παράδειγμα οι νέοι που λαμβάνουν τη μόρφωση και παιδεία πρέπει να έχουν τον ίδιο τον Διονύσιο, «νά μιμοῦνται τήν μεγαλοψυχίαν, τήν ἐλευθεριότητα… τάς ἄλλας ἀρετάς ὅπου στολίζουσι τήν ἱεράν [τ]οῦ καί γενναίαν ψυχήν61», ο Σοφιανός υπόσχεται ότι αν η προσπάθειά του βρει ανταπόκριση, «ὁποῖον θέλομεν τό γνωρίσῃ καί ἡμεῖς ἀπό τήν πούλησιν τῶν χαρτίων», θα προχωρήσει στη μετάφραση και των υπολοίπων έργων του Πλουτάρχου, όπως και των διαλόγων του Λουκιανού και αλλά θεολογικά έργα62. Αν όμως δεν υπάρξει ενδιαφέρον για την απόπειρά του, αν χαρακτηριστικά «οὐ φροντίς Ἱπποκλείδη», τότε θα εγκαταλείψει το εγχείρημα.

ε4. Γραμματική τῆς κοινῆς τῶν Ἑλλήνων γλώσσης
Το τελευταίο γνωστό έργο του Σοφιανού έμεινε ανέκδοτο μέχρι το 1870 που τυπώθηκε από τον Legrand. Αν και ο χρόνος συγγραφής του είναι άγνωστος, μπορεί να ειπωθεί με σιγουριά ότι γράφτηκε πριν το 1550, όταν και πεθαίνει ο καρδινάλιος Ιωάννης Λοθαρίγγιος (1498-1550) στον οποίο και αφιερώνεται η Γραμματική («Amplissimo et clarissimo principi D. Joanni Lotharingio S. R. E. Diacono Cardinali N. Sophianus S. D.63»)· ακόμα περισσότερο θα μπορούσε να ειπωθεί πως γράφτηκε την ίδια εποχή με τον Παιδαγωγό, λόγω της ταύτισης των δύο έργων τόσο στη γλώσσα όσο και στον σκοπό του Σοφιανού περί πνευματικής αναγέννησης του Ελληνισμού. Πρότυπό της θεωρείται από τη σύγχρονη έρευνα η Επιτομή των οκτώ του λόγου μερών του Κωνσταντίνου Λάσκαρη του Βυζαντίου64. Η ανέκδοτη γραμματική του Σοφιανού, όπως ο ίδιος αναφέρει στην αφιερωματική του προσφώνηση, θα αποτελούνταν από τρία μέρη: α) το Μορφολογικό, όπου θα ασχολιόταν με τα «nomina et verba cum reliquis particulis», β) το Ορθογραφικό και γ) το Συντακτικό. Από τα τρία μέρη μόνο το πρώτο βρέθηκε και τυπώθηκε το 1870 και το 1874, ενώ τα άλλα δύο δεν έχουν βρεθεί. Ο ίδιος ο Σοφιανός απευθυνόμενος στον Λοθαρίγγιο αναφέρει ότι το πρώτο μέρος, το οποίο κι έχει βρεθεί, το έχει ήδη περάσει τελευταία φορά («Imposui iam ultimam manum primae parti») ενώ τα υπόλοιπα τα επεξεργάζεται και «propediem sub tuae amplitudinis nomine prodibunt». Θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι το εγχείρημα του Κερκυραίου λογίου δε βρήκε ένθερμη υποστήριξη ώστε να φτάσει στο τυπογραφείο η Γραμματική. Το γεγονός ότι
το Ορθογραφικό και το Συντακτικό μέρος δεν έχουν βρεθεί μας κινεί το ενδιαφέρον

59Κακλαμάνη Στέφανου, «Μιχαήλ Ροσέτος: Κορωναίος κωδικογράφος του 16ου αιώνα», ό. π., σ. 75.
60Legrand Émile, Bibliographie Hellénique: description raisonnée des ouvrages publiés par des grecs aux XVe et XVIe, ό. π., σ. 247.
61Αυτ., σ. 248-249.
62Αυτ., σ. 249.
63Σοφιανού Νικολάου, Γραμματική της κοινής των Ελλήνων γλώσσης, ό. π., για ολόκληρη την αφιερωτική επιστολή βλ. σ. 201-202.
64Ηλιούδη Γιάννη Ν., «Η Γραμματική του Κωνσταντίνου Λασκάρεως πρότυπο της Γραμματικής του Νικολάου Σοφιανού», Ελληνικά, τόμ. 40, (1989), σ. 413-417 και Κατσούδα Γεωργία, «Η σχέση της Γραμματικής του Νικολάου Σοφιανού με τις Γραμματικές του Κωνσταντίνου Λασκάρεως και του Διονυσίου Θράκα», Ελληνικά, τόμος 52, τεύχ. 1, (2002), σ. 129-137.
15
και δημιουργεί αμφιβολίες ακόμα κι αν τα μέρη αυτά ολοκληρώθηκαν από τον συγγραφέα τους ή αν παρέμειναν στο επίπεδο της επεξεργασίας. Μονάχα ο Ανδρέας Μουστοξύδης υποστηρίζει ότι «Καί ἐπλήρωσε, νομίζομεν, τήν ὑπόσχεσιν διότι ἴδομεν μεταξύ τῶν χειρογράφων τῆς ἐν Βενετίᾳ Μαρκιανῆς ἀναφερόμενον ἐν τῆς ις΄ ἑκατονταετηρίδος τό ὁποῖον, παρά τάς ἄλλας γραμματικάς πραγματείας, περιέχει καί τό Συντακτικόν τοῦ Σοφιανοῦ (Theup. Graec. Bibl. D. Marci cd. 492)65», κάτι που όμως δεν έχει οδηγήσει την έρευνα σε καμία ανακάλυψη τέτοιου χειρογράφου. Τόσο στην αφιερωματική προσφώνηση όσο και στον επίλογο, ο Σοφιανός παρουσιάζει τις αιτίες και τους σκοπούς του έργου του αυτού. Στη γραμμένη στα λατινικά προσφώνησή του απευθύνεται στους Ευρωπαίους, υπερασπίζοντας τη χρησιμότητα του έργου του, αφού θα ικανοποιούσε τις φιλολογικές και πρακτικές ανάγκες τους66, δηλαδή όσοι ασχολούνταν με τη μελέτη της ελληνικής γλώσσας θα μπορούσαν να κατανοούν όχι μόνο την αρχαία ελληνική αλλά και τη σύγχρονη ενώ αν επιθυμούσαν να ταξιδέψουν «in Graecia et finitimis illi regionibus» θα μπορούσαν να συνεννοηθούν με τους κατοίκους. Επίσης στην αφιέρωσή του καταγράφει την αίτια που τον ώθησε στο εγχείρημά του, επηρεάστηκε δηλαδή από ανάλογες κινήσεις των άλλων εθνών, τα οποία φροντίζουν «suas linguas exornare» όχι μόνο με τη χρήση λόγιων λέξεων αλλά και με την προσαρμογή της σύγχρονης λαϊκής γλώσσας στους κανόνες της γραμματικής, με σκοπό τη δημιουργία του εθνικού τους πολιτισμού. Επιθυμώντας ένα ανάλογο φαινόμενο να εμφανιστεί και στον υπόδουλο Ελληνισμό, ο Σοφιανός εκτιμά ότι η σύγχρονή του ελληνική γλώσσα μπορεί να ανταποκριθεί σε τέτοιες απαιτήσεις. Συμπεραίνει ότι η απλή ελληνική είναι γενικά ελάχιστα κατώτερη από την αρχαία ελληνική, τη γλώσσα των «antiquorum Platonis, Demosthenis, Xenophontis et aliorum», ανθρώπων φημισμένων στον κόσμο για τη μεγάλη τους αξία. Τέλος, αναφέρει ότι η σύγχρονη ελληνική γλώσσα αποτελείται από καθαρές λέξεις («verbis puris») που αυτούσιες πάρθηκαν από την αρχαιότητα, είναι μια γλώσσα με λίγους κανόνες και η εκμάθησή της δεν απαιτεί πολύ κόπο. Για αυτό, εκτός από τη Γραμματική που θέλει να εκδώσει, κάνει λόγο και για τη σύνταξη Λεξικού, όπου θα συγκέντρωνε το «dictionum ingens sylva». Πιο αναλυτικός στον επίλογο του έργου, ο οποίος είναι γραμμένος σε απλά ελληνικά, ο Σοφιανός αναδεικνύει τη διαφορά στη δυσκολία εκμάθησης της αρχαίας από τη σύγχρονη ελληνική, με την πρώτη, επειδή εμπεριέχει εκείνα που είναι βαθύτερα και «ποχθίζονται μέ μεγάλην σπουδήν67», να απαιτεί και «πολλούς χρόνους καί καιρούς» και «πολύν κόπον καί καλούς διδασκάλους» και πάλι η δυσκολία δεν εξαλείφεται. Αντίθετα, η σύγχρονη ελληνική δε χρειάζεται δάσκαλο ούτε χρόνο αλλά πολύ γρήγορα ο μαθητής, «σπουδαιότατοι νέοι» – και εδώ ίσως ο Σοφιανός απευθύνεται
έμμεσα και στους Έλληνες νέους –, θα μπορεί να «γράφει ὀρθά καί νά συντάσσει τά λόγια τοῦ μέ τέχνην γραμματικήν». Ο ίδιος προχωρεί σε μία νύξη για την έλλειψη μόρφωσης και παιδείας των υπόδουλων Ελλήνων, «ἐπειδή εἰς τέτοιαν κακήν τύχην κατήντησε τό πάλαι ποτέ μακαριστόν γένος ἡμῶν τῶν Γραικῶν, ὅτι μόλις εὑρίσκεται τώρη διδάσκαλος ὅπου νἄναι ἱκανός νά διδάσκει τούς νέους κἄν τήν γραμματικήν τέχνην, | πόσω μᾶλλον ρητορικήν καί λογικήν, γεωμετρίαν καί αστρονομίαν, καί

65Μουστοξύδη Ανδρέα, «Νικόλαος Σοφιανός», ό. π., σ. 249.
66Ζιώγα Παναγιώτη, «Μία κίνηση πνευματικής αναγεννήσεως του υπόδουλου Ελληνισμού κατά τον 16ο αιώνα (1540-1550)», ό. π., σ. 273.
67Σοφιανού Νικολάου, Γραμματική της κοινής των Ελλήνων γλώσσης, ό. π., για ολόκληρη τον επίλογο της Γραμματικής βλ. σ. 252-254.
16
τἄλλα τῆς φιλοσοφίας τά μέρη». Έπειτα κάνει λόγο για την κίνηση των Ευρωπαίων να μεταφράσουν τις επιστήμες και τη φιλοσοφία από τα αρχαία ελληνικά στις εθνικές τους γλώσσες και έτσι να προοδεύουν. Χαρακτηριστικά λέει: «οἱ ἐπιστήμαις μαθαίνονται ὄχι μόνον μέ τήν ελληνικήν γλῶσσαν, ἀμή καί μέ πᾶσαν ἄλλην γλῶσσαν ὅπου νἄν’ ἀνάμεσα ‘ς τούς ἀνθρώπους, καλά καί ἂν ἦτον ἡ βαρβαρώτερη τοῦ κόσμου, πόσω μᾶλλον ἡ ἐδική μας ὁμιλία, ἡ κοινή λέγω, ὅπὄχει τέτοιαν εὐταξίαν καί ἁρμονίαν καί καλλωπισμόν, ὅπου, ὡς ἐγώ νομίζω, ἄλλη νά μηδέν ἔναι ὅπου κἄν νά τῆς σιμώνει». Ο Κερκυραίος λόγιος, λοιπόν, τοποθετεί τη σύγχρονή του ελληνική υψηλότερα από όλες τις άλλες εθνικές γλώσσες· προχωρεί ακόμα παραπέρα, υποστηρίζοντας πως «ὅλα εἶναι δυνατά ‘ς τό γένος τῶν Ρωμαίων, μόνον νά θέλει, ἐπειδή ὁ θεός τούς ἐχάρισε νἄχουν φύσιν ἐπιτηδειοτέραν ἀπ’ ὅλα τά ἄλλα ἔθνη». Ο Σοφιανός υπόσχεται ότι αν οι νέοι μάθουν να γράφουν σωστά και να προσαρμόσουν τη σύγχρονή τους γλώσσα στους γραμματικούς κανόνες – επομένως, αν η Γραμματική του τύχει θερμής ανταπόκρισης – τότε κι αυτός θα εργαστεί για τη δημοσίευση των έργων της φιλοσοφίας «εἰς τούτην τήν χυδαίαν καί κοινήν γλῶσσαν», υπόσχεση όμως που πιθανότατα δε μπόρεσε να υλοποιήσει.

 17
Μέρος Δεύτερο
Κρίσεις για τον Νικόλαο Σοφιανό και το παιδαγωγικό του πρόγραμμα

Οι Έλληνες λόγιοι, που έφταναν ως πρόσφυγες από την Ανατολή στην Ιταλία πριν από την εποχή του Νικολάου Σοφιανού, πλην των κινήσεων τους για προσαρμογή στο νέο περιβάλλον, δηλαδή για αναζήτηση τόπου διαμονής και θέσης εργασίας, κινητοποιούνταν επίσης προς αναζήτηση υποστήριξης και βοήθειας των ξένων ηγεμόνων του δυτικού κόσμου με σκοπό την αντιμετώπιση των Τούρκων. Οι προσπάθειές τους αυτές να επηρεάσουν τους Δυτικούς εκδηλώνονταν κυρίως με διαβήματα και εκκλήσεις προς αυτούς. Είτε προβάλλοντας κάποιοι φιλενωτικές απόψεις είτε παραμένοντας επικεντρωμένοι στον πολιτικό τομέα, οι λόγιοι αυτοί προσπαθούσαν να πείσουν με επιχειρήματα τη Δύση να επιτεθεί ενωμένη στους Τούρκους68· ουσιαστικά έκαναν λόγο έμμεσα ή και άμεσα για τον σχηματισμό δυτικής σταυροφορίας με στόχο την ανακατάληψη των εδαφών της πάλαι ποτέ Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, ιδέα που είχαν ούτως ή άλλως φροντίσει να επιχειρήσουν όλοι σχεδόν οι Πάπες από την Άλωση ως τον Λέοντα Ι΄.
Όμως το 1535 έχουμε τη σύναψη συμμαχίας μεταξύ του Φραγκίσκου Α΄, βασιλιά της Γαλλίας, και του Σουλτάνου Σουλεϊμάν Α΄ του Μεγαλοπρεπή, μια συμμαχία που άλλαξε τη στάση της Ευρώπης απέναντι στην Τουρκία· επομένως και οι επιδιώξεις των Ελλήνων λογίων της Δύσης φάνηκαν να αποκτούν ακόμα δυσκολότερη υλοποίηση. Μαζί με τη συνθήκη φιλίας υπογράφονται και οι «διομολογήσεις» («capitulations»), χάρις στις οποίες η Οθωμανική Αυτοκρατορία και ο υπόδουλος Ελληνισμός γίνονται προσβάσιμοι στους Ευρωπαίους, γεγονός που είχε, πέρα από πολιτικές, πνευματικές και θρησκευτικές συνέπειες69. Στον ελλαδικό χώρο αρχίζουν να κάνουν την εμφάνισή τους τα πρώτα στοιχεία της καθολικής προπαγάνδας, με τους Καθολικούς να επιδιώκουν πλέον την άμεση προσέγγιση και επίδραση των Ορθοδόξων της Ανατολής. Επίσης την ίδια περίοδο έχουμε την επικράτηση στη Γερμανία της Μεταρρύθμισης, η οποία προκάλεσε τη θρησκευτική διάσπαση της Ευρώπης σε καθολικούς και προτεστάντες. Αυτή η διάσπαση του δυτικού χριστιανικού κόσμου επηρέασε μοιραία και την προσπάθεια των Ελλήνων λογίων της Δύσης να πείσουν τους Ευρωπαίους για μια συντονισμένη στρατιωτική επιχείρηση εναντίον των Τούρκων.
Για την αντιμετώπιση της Μεταρρύθμισης η Καθολική Εκκλησία κινητοποιήθηκε άμεσα με σκοπό την αναχαίτιση του προτεσταντισμού και τη δίωξη των αιρετικών, εκείνων δηλαδή που δεν ακολουθούσαν την αυστηρή τήρηση του καθολικού δόγματος και θεωρούσαν τα ελληνικά ως την κατάλληλη για τα ιερά κείμενα γλώσσα, έναντι των λατινικών. Αυτή η πρακτική της Εκκλησίας επόμενο ήταν να οδηγήσει στη βαθμιαία απομάκρυνσή της από τα ουμανιστικά ιδεώδη και γενικότερα από το ουμανιστικό κίνημα, το οποίο λόγω των ιδανικών του αρχαίου ελληνικού και λατινικού πνεύματος που το χαρακτήριζαν, θεωρήθηκε εχθρικό, από ένα σημείο και μετά επικίνδυνο για το καθολικό δόγμα. Τα χρόνια του Πάπα Παύλου Γ΄ (1534-1549), αν και γενικότερα όπως είδαμε το Βατικανό ήταν ακόμα διαποτισμένο με το ουμανιστικό πνεύμα, υπήρξαν και η αρχή της επιβολής των αντιμεταρρυθμιστικών

68Γιωτοπούλου-Σισιλιάνου Ελλη Π., Αντώνιος ο Έπαρχος: ένας Κερκυραίος ουμανιστής του ΙΣΤ΄ αιώνα, [χ.ε.], Αθήνα 1978, σ. 145.
69Ζιώγα Παναγιώτη, «Μία κίνηση πνευματικής αναγεννήσεως του υπόδουλου Ελληνισμού κατά τον 16ο αιώνα (1540-1550)», ό. π., σ. 297.
18
μέτρων της Καθολικής Εκκλησίας· το 1540 ο Ισπανός Ignacio de Loyola συντάσσει τον κανονισμό του τάγματος των Ιησουιτών, το 1542 ιδρύεται στη Ρώμη το δικαστήριο της Ιεράς Εξέτασης, το 1543 επιβάλλεται η λογοκρισία και ο Index Librorum Prohibitorum, ενώ από το 1545 αρχίζει η συστηματική λειτουργία της Συνόδου του Trento. Επίσης ο γνωστός από την προσπάθειά του να εκδώσει ελληνικά κείμενα στη Ρώμη Marcello Cervini αποτελούσε έναν από τους τρεις καρδινάλιους που αντιπροσώπευσαν το Βατικανό στη Σύνοδο του Trento70. Μία από τις συνέπειες αυτής της κατάστασης είναι και η δυσοίωνη θέση στην οποία βρέθηκαν οι Έλληνες ουμανιστές, λόγω της ενασχόλησής τους με το παρελθόν της Ελλάδας.
Ο Νικόλαος Σοφιανός δρα εν μέσω αυτών των αλλαγών και της έκρυθμης κατάστασης, χωρίς όμως όπως φαίνεται να υποστηρίζει, φανερά τουλάχιστον, είτε τη μία είτε την άλλη πλευρά. Οι φιλικοί του δεσμοί αλλά και η επιρροή του σε Ευρωπαίους μεταρρυθμιστές είναι εμφανείς, κυρίως χάρις στον Χάρτη του, ο οποίος διαδόθηκε ιδιαίτερα στις χώρες που είχαν προσχωρήσει στην Μεταρρύθμιση. Τέτοια παραδείγματα είναι ο Nicolaus Gerbel, που εξέδωσε το 1545 το συμπλήρωμα του χάρτη με τίτλο In descriptionem Graeciae Sophiani praefatio, (« Nicolaus Sophianos vir [ut ego quidem sentio] spectare virtutis et eruditionis») και ο οποίος ήταν ο εκδότης της Βίβλου στα ελληνικά ενώ διατηρούσε δεσμούς τόσο με τον Μαρτίνο Λούθηρο όσο και με τον Μελάγχθωνα, οι λόγιοι Leon Marsus, L. Faber Phan., Faust. Sabaeus, Faustus Buturinus Veronensis, των οποίων τα ελεγειακά επιγράμματα εκθειάζουν το έργο του Σοφιανού, καθώς και ο Philaenus Lunardus, κάτι που αποδεικνύεται από τη γνωστή μας επιστολή του Johannes Metellus προς τον Antonio Agustin («Is est cujus tabellam Graeciae nuper commendabat Philaenus Lunardus noster71»). Άλλοι γνωστοί μεταρρυθμιστές που ασχολήθηκαν με τον Χάρτη του Σοφιανού είναι ο Joachim Vadianus από το St. Gallen, ο οποίος είχε εκδώσει τη Γεωγραφία του Πομπόνιου Μέλα, ο Sebastian Münster και ο Abraham Ortelius, η κεντρική μορφή του νεο-στωικού κύκλου της «Οικογένειας της Αγάπης», μιας ομάδας οικουμενικών μυστικιστών των Κάτω Χωρών72. Τέλος, ο Τόλιας αναφέρει δύο επιστολές του Μελάγχθωνα προς τον Νικόλαο Σοφιανό, (η πρώτη με ημερομηνία Ιούνιος 1553 και η δεύτερη με ημερομηνία Ιούλιος του ίδιου έτους), στις οποίες ο Μελάγχθων πληροφορεί τον Σοφιανό για τις διεργασίες της Συνόδου του Trento και τον προσφωνεί «σεβάσμιο άνδρα και αγαπητό φίλο»73.
Παράλληλα, όμως, ο Σοφιανός διατηρεί στενές επαφές και με το περιβάλλον της Καθολικής Εκκλησίας, οι οποίες αρχίζουν από το επίπεδο της προσωπικής του ζωής, των σπουδών και της εργασίας του σε Ρώμη και Βενετία. Ο ίδιος βρίσκεται μέσα στους κύκλους Καθολικών καρδιναλίων, δηλαδή του Niccolò Ridolfi και του Marcello Cervini, για τους οποίους εργάζεται ενώ φαίνεται και αυτοί να τρέφουν εκτίμηση προς το πρόσωπό του. Είναι εμφανής ο συγχρωτισμός και η συνεργασία του
με λατινόφιλους Έλληνες της Βενετίας όπως ο χρηματοδότης του τυπογραφείου του Μάρκος Σαμαριάρης αλλά και ο Αντώνιος Έπαρχος. Τέλος, το έργο του το αφιερώνει

70Γιωτοπούλου-Σισιλιάνου Ελλη Π., Αντώνιος ο Έπαρχος: ένας Κερκυραίος ουμανιστής του ΙΣΤ΄ αιώνα, ό. π., σ. 147-148.
71Legrand Émile, Bibliographie Hellénique: description raisonnée des ouvrages publiés par des grecs aux XVe et XVIe, ό. π., σ. CXC.
72Τόλιας Γιώργος, «Για μια ορατή αρχαιότητα. Μεθοδολογία, χρήσεις και λειτουργίες του χάρτη της Ελλάδας του Νικολάου Σοφιανού», ό. π., σ. 26.
73Αυτ., σ. 25-26.
19
στον Πάπα Παύλο Γ΄, κίνηση γενικότερα συνηθισμένη για τους Έλληνες λογίους στην Ιταλία, ενώ υπάρχει η σαφής δήλωσή του στην αφιερωματική επιστολή του Παιδαγωγού, ότι ως ζωντανό πρότυπο της παιδείας την οποία επιθυμεί για τους υπόδουλους Έλληνες θεωρεί τον ουνίτη επίσκοπο Διονύσιο Ζανεττίνο, γνωστό για τη θρησκευτική του αδιαλλαξία και τις ενέργειές του εναντίον όσων δεν ακολουθούσαν το καθολικό δόγμα στη Βενετία74. Γενικότερα το έργο του φαίνεται να είναι διαποτισμένο από ένα φιλοκαθολικό πνεύμα, κάτι όμως που όπως θα δούμε στη συνέχεια δεν ισχύει, αφού ο Σοφιανός φαίνεται να διατηρεί μια ισορροπημένη στάση απέναντι στα δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα για την εξυπηρέτηση του προσωπικού του σκοπού που θα αναλυθεί αμέσως μετά.
Ο Σοφιανός διέπεται τόσο σαν άτομο όσο και σαν λόγιος από το οικουμενικό χριστιανικό πνεύμα που κυριαρχούσε στο Βατικανό μέχρι το 1535, το πνεύμα που είχε οδηγήσει στην ίδρυση του Ελληνικού Γυμνασίου της Ρώμης και στην εκδήλωση ενδιαφέροντος εκκλησιαστικών προσωπικοτήτων για την αρχαιοελληνική παράδοση και τη θέλησή τους να συνδέσουν την ελληνική και ρωμαϊκή αρχαιότητα με τον χριστιανισμό. Το ότι διατηρεί σχέσεις τόσο με την Καθολική Εκκλησία όσο και με εκπροσώπους της Μεταρρύθμισης δείχνει ένα πνεύμα διπλωματικό, έναν άνθρωπο πρακτικό ο οποίος έχει υπολογίσει τις κινήσεις του και το περιεχόμενό τους με κύριο σκοπό το όφελος των υπόδουλων Ελλήνων. Σε αντίθεση με τους λόγιους των προηγούμενων περιόδων, οι οποίοι συνήθιζαν να συγκρίνουν τη σύγχρονη θέση του Ελληνισμού με την εξιδανικευμένη αρχαιότητα και οδηγούνταν είτε στον θρήνο είτε σε μη ρεαλιστικές και ουτοπικές κινήσεις, όπως να φαντάζονται μια σύμπραξη της πολιτισμένης χριστιανικής Δύσης για να εκδιώξουν τους άπιστους Τούρκους ή ακόμα και μια θεϊκή παρέμβαση για την ανασύσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, ο Σοφιανός έχει αποδεχτεί την κατάσταση και αναζητά με ψυχραιμία μια ρεαλιστική επίλυση του προβλήματος.
Ο υπόδουλος Ελληνισμός στα μάτια του Σοφιανού στερείται ανθρωπισμού, γεγονός που οφείλεται στην κατάσταση δουλείας των Ελλήνων, οι οποίοι παλεύουν πλέον μονάχα για την επιβίωσή τους, οδηγούμενοι έτσι στην ηθική παρακμή. Σε αυτό μάλιστα συμβάλλει η έλλειψη σημαντικού αριθμού πνευματικών προσωπικοτήτων στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα, οι οποίοι είτε βρίσκονταν στη Δύση ως πρόσφυγες είτε είχαν καταφύγει σε μοναστήρια75. Πάντως στη σκέψη του Σοφιανού, καθώς και των λογίων που αποτελούσαν τον κύκλο του, επικρατούσε η εξής άποψη: «Υπάρχει ηθική πτώση, γιατί υπάρχει πνευματική πτώση. Αν υπάρξει πνευματική άνοδος, θα σημειωθεί και ηθική άνοδος76».
Έτσι ο Σοφιανός, κυρίως μέσω του Παιδαγωγού του, παρουσιάζει το εκπαιδευτικό του πρόγραμμα για την αναγέννηση του υπόδουλου Ελληνισμού. Επιθυμεί διακαώς «νά διορθωθῆ τό πάθος τοῦτο τῆς ἀπαιδευσίας77», κάτι που θεωρούσε πως μόνο μέσω της παιδείας μπορούσε να επιτευχθεί, δηλαδή να γνωρίσουν οι Έλληνες το έργο των προγόνων τους, «ἂν ἤθελαν διαβάσῃ καί νά γρυκήσουν τά βιβλία ὅπου ἀφῆκαν

74Γιωτοπούλου-Σισιλιάνου Ελλη Π., Αντώνιος ο Έπαρχος: ένας Κερκυραίος ουμανιστής του ΙΣΤ΄ αιώνα, ό. π., σ. 159.
75Ζιώγα Παναγιώτη, «Μία κίνηση πνευματικής αναγεννήσεως του υπόδουλου Ελληνισμού κατά τον 16ο αιώνα (1540-1550)», ό. π., σ. 51.
76Αυτ., σ. 77.
77Legrand Émile, Bibliographie Hellénique: description raisonnée des ouvrages publiés par des grecs aux XVe et XVIe, ό. π., όλα τα αποσπάσματα σ. 247-249.
20
ἐκεῖνοι οἱ παλαιοί καί ἐνάρετοι ἄνδρες, εὔκολα ἤθελεν διορθωθῆ ἡ ἀπαιδευσία ὅπου πλεονάζει εἰς τούς πολλούς». Ο ίδιος όμως δυσπιστεί με την παραδοσιακή εκπαίδευση και με το αν μπορεί να καλύψει τις πνευματικές ανάγκες του σύγχρονού του Ελληνισμού. Θεωρεί την αρχαία ελληνική γλώσσα ως γλώσσα προσιτή μόνο
στους λίγους, λόγω της δυσκολίας της και της μεγάλης προσπάθειας που της αναλογεί για να μπορέσει κάποιος να τη μάθει. Αντιπροτείνει την απλή ελληνική της εποχής του ως όργανο της παιδαγωγικής ανέλιξης των Ελλήνων, μιας και στόχος του δεν είναι οι λίγοι αλλά ο μεγάλος όγκος του Ελληνισμού. Επηρεασμένος από τις τάσεις στην Ευρώπη περί εθνικών γλωσσών και εθνικού πολιτισμού υποστηρίζει την εκλαΐκευση έργων της λόγιας παράδοσης, έχοντας στον νου του ανάλογες κινήσεις που έχουν προηγηθεί78. Βέβαια, στις περιπτώσεις αυτές τα έργα που γράφονταν στην απλή ελληνική γλώσσα είχαν περισσότερο ως στόχο την τέρψη και την ψυχωφελή, με τη χριστιανική όμως έννοια, ανάγνωση και το περιεχόμενό τους δεν ανήκε στον χώρο της καθαρά λόγιας παιδείας, για την οποία όπως συμπεραίνει ο Ζιώγας «δεν ήταν ακόμη ώριμος ο Ελληνισμός»79. Ο Σοφιανός επιχειρεί να μεταφέρει στη λαϊκή γλώσσα υψηλές γνώσεις από την αρχαία ελληνική και χριστιανική γραμματεία, «θέλομεν τούς δώσῃ καί τά ἐπίλοιπα τοῦ Πλουτάρχου βιβλία, καί πολλούς καί χαριεοτάτους διαλόγους τοῦ Λουκιανοῦ, καί ἄπειρα τῆς ἱερᾶς θεολογίας». Με αυτή του την επιλογή ο Κερκυραίος λόγιος έχει σαν στόχο να εμπνεύσει πίστη στους συμπατριώτες του για την ποιότητα και την αξία της γλώσσας τους, επομένως να τους βοηθήσει να αφυπνιστούν πνευματικά και να βγουν από την παθητικότητά τους, καταρχάς την πνευματική και, μέσω αυτής, της εθνικής.

 78Ζιώγα Παναγιώτη, «Μία κίνηση πνευματικής αναγεννήσεως του υπόδουλου Ελληνισμού κατά τον 16ο αιώνα (1540-1550)», ό. π., σ. 271 σημ. 2.
79Αυτ., σ. 302.
21
Επίλογος

Το μεγαλόπνοο έργο του Σοφιανού πρόλαβε να αρχίσει αλλά διακόπηκε πριν τεθεί σε εφαρμογή. Μόνο δείγματα έχουμε της σκέψης και της θέλησης του Κερκυραίου λογίου ο οποίος, αν και είχε στο μυαλό του θεωρητικά το παιδαγωγικό πλαίσιο το απευθυνόμενο στον υπόδουλο Ελληνισμό, δε μπόρεσε να το υλοποιήσει για πολλούς λόγους, από καθαρά τεχνικούς – οικονομικούς μέχρι ιστορικούς και ιδεολογικούς. Λόγω της πρωτοποριακής ταυτότητας των έργων του Σοφιανού, όπως ήταν ο Παιδαγωγός και η Γραμματική του, η έκδοσή τους αποτελούσε οικονομικά ένα ρίσκο για τον τυπογράφο και τον συγγραφέα80. Όπως ο ίδιος αναφέρει, «ἡ πούλησις τῶν χαρτίων» του Παιδαγωγού θα ήταν καθοριστική για τη συνέχεια του προγράμματός του· σίγουρα δεν θα ήταν μόνο το γεγονός μιας εκδοτικής αποτυχίας που θα αποθάρρυνε τον Σοφιανό αλλά ασφαλώς έπαιξε και αυτό τον ρόλο του στην απογοήτευση του ιδεολόγου ουμανιστή. Η Γραμματική του παρέμεινε ανέκδοτη, αφού μάλλον δεν έκανε τόση εντύπωση στους Ευρωπαίους ή ο Σοφιανός απλώς υπήρξε ένα από τα θύματα της συντηρητικής πολιτικής της Καθολικής Εκκλησίας για την πάταξη της Μεταρρύθμισης.
Όπως συμβαίνει με όσους προσπαθούν να διατηρηθούν στην ουδετερότητα κατά τη διάρκεια μιας αντιπαράθεσης και τελικά δέχονται πυρά και από τις δύο, ο Σοφιανός ίσως να δέχτηκε αρχικά την αδιαφορία ή ακόμα και την καχυποψία των πνευματικών προσωπικοτήτων, τόσο για την τάση να καταργήσει την παραδοσιακή εκπαίδευση που οι προσωπικότητες αυτές εκπροσωπούσαν όσο και για τον φιλοκαθολικισμό που σίγουρα τον χαρακτήριζε81. Από την άλλη μεριά ίσως του αντιτάχτηκε και το δυτικό εκκλησιαστικό περιβάλλον, το οποίο λόγω της Αντιμεταρρύθμισης είχε αρχίσει να υποψιάζεται αυτούς που το φρόνημα και οι πράξεις τους δεν ακολουθούσαν το καθολικό δόγμα. Αν παρατηρηθεί γενικότερα η όλη πορεία του Σοφιανού μέσα από τα στοιχεία που η έρευνα προσφέρει θα οδηγηθούμε εύλογα στο συμπέρασμα ότι ο Κερκυραίος λόγιος πέφτει στην αφάνεια και ουσιαστικά εξαφανίζεται από το προσκήνιο παράλληλα με την αρχή της Συνόδου του Trento και την καταδίκη της ελληνικής γλώσσας και των ελληνιστών82.
Ανεξάρτητα από την όποια μεταχείριση του οράματος του Νικολάου Σοφιανού από τους Δυτικούς και τους Έλληνες, το όραμα αυτό συνεχίζει να αποτελεί μια σημαντική πρωτοποριακή κίνηση ενός Έλληνα λογίου – φορέα των ιδανικών της Αναγέννησης και της ουμανιστικής ιδεολογίας· ακόμα περισσότερο ο Σοφιανός ανήκει στο σώμα εκείνο των λογίων της τελευταίας περιόδου της Αναγέννησης, ζει και δρα στο μεταίχμιο αντίθετων τάσεων και με το όραμά του μπορεί να μην ανοίγει τον δρόμο αλλά σίγουρα τον χαράζει για τους λόγιους που θα επακολουθήσουν και θα εργαστούν με στόχο την αναγέννηση του υπόδουλου Ελληνισμού.

 

80Ζιώγα Παναγιώτη, «Μία κίνηση πνευματικής αναγεννήσεως του υπόδουλου Ελληνισμού κατά τον 16ο αιώνα (1540-1550)», ό. π., σ. 299-300.
81Αυτ., σ. 302-303.
82Τόλιας Γιώργος, «Για μια ορατή αρχαιότητα. Μεθοδολογία, χρήσεις και λειτουργίες του χάρτη της Ελλάδας του Νικολάου Σοφιανού», ό. π., σ. 25.
22
Βιβλιογραφία

Πρωτογενής Βιβλιογραφία
Legrand Émile, Bibliographie Hellénique: description raisonnée des ouvrages publiés par des grecs aux XVe et XVIe, Garnier frères, Paris 1918-1928.

Δευτερογενής Βιβλιογραφία
Ελληνική Βιβλιογραφία
Γιωτοπούλου-Σισιλιάνου Ελλη Π., Αντώνιος ο Έπαρχος: ένας Κερκυραίος ουμανιστής του ΙΣΤ΄ αιώνα, [χ.ε.], Αθήνα 1978.
Κακλαμάνης Στέφανος, «Μιχαήλ Ροσέτος: Κορωναίος κωδικογράφος του 16ου αιώνα», Αφιέρωμα στον πανεπιστημιακό δάσκαλο Βας. Βλ. Σφυρόερα: από τους μαθητές του, Λύχνος, Αθήνα 1992.
Σοφιανός Νικόλαος, Γραμματική της κοινής των Ελλήνων γλώσσης, Κέδρος, Αθήνα 1974.

Ξένη Βιβλιογραφία
Hobson Anthony, Renaissance book collecting: Jean Grolier & Diego Hurtado de Mendoza, their books & bindings, Cambridge University Press, New York 1999.
Layton Evro, The 16th century greek book in Italy: Printers & publishers for the greek world, Instituto ellenico di Studi Bizantini e Postbizantini di Venezia, Venice 1994.

Άρθρα
Ζιώγας Παναγιώτης, «Μία κίνηση πνευματικής αναγεννήσεως του υπόδουλου Ελληνισμού κατά τον 16ο αιώνα (1540-1550)», Ελληνικά (1968), σ. 50-78 & 268-303.
Ηλιούδης Γιάννης Ν., «Η Γραμματική του Κωνσταντίνου Λασκάρεως πρότυπο της Γραμματικής του Νικολάου Σοφιανού», Ελληνικά, τόμ. 40, (1989), σ. 413-417.
Κατσούδα Γεωργία, «Η σχέση της Γραμματικής του Νικολάου Σοφιανού με τις Γραμματικές του Κωνσταντίνου Λασκάρεως και του Διονυσίου Θράκα», Ελληνικά, τόμος 52, τεύχ. 1, (2002), σ. 129-137.
Κοντοσόπουλος Ν., «Τα εν Βενετία τυπογραφεία ελληνικών βιβλίων κατά την Τουρκοκρατίαν», Αθήνα, τόμ. 58, (1954), σ. 286-342.
Μανούσακας Μ. Ι., «Η παρουσίαση από τον Ιάνο Λάσκαρη των πρώτων μαθητών του Ελληνικού Γυμνασίου της Ρώμης στον Πάπα Λέοντα Ι΄ (15 Φεβρουαρίου 1514)», Ο Ερανιστής, τομ. Α΄, τεύχ. 1, (1963), σ. 161-172.
Μαυροειδή Φ. Δ., «Ειδήσεις για τα ελληνικά τυπογραφεία της Ιταλίας τον 16ο αιώνα», Δωδώνη, τόμ. 4, (1975), σ. 237-252.
Μουστοξύδης Ανδρέας, «Νικόλαος Σοφιανός», Ελληνομνήμων, (Απρίλιος 1843 & Μάιος 1843) σ. 236-256 & 257-264.

23
Πατρινέλης Χ. Γ., «Έλληνες κωδικογράφοι των χρόνων της Αναγεννήσεως», Επετηρίς Μεσαιωνικού Αρχείου, τόμ. 8-9, (1958-59), σ. 63-124.
Τόλιας Γιώργος, «Για μια ορατή αρχαιότητα. Μεθοδολογία, χρήσεις και λειτουργίες του χάρτη της Ελλάδας του Νικολάου Σοφιανού», Ο Ερανιστής, τόμ. 25, (2005), σ. 9-49.
Layton Evro, “The history of a sixteenth century greek type revised”, The Historical Review, (2004), σ. 35-50.
Vitti Mario, «Ένα θεατρικό πείραμα του Νικόλαου Σοφιανού», Πρακτικά Γ΄ Πανιονίου Συνεδρίου, τόμ. Β΄, Αθήνα 1969, σ. 254-256.

 

Αναζήτηση

Corfu Museum

Corfu Museum….τι μπορεί να είναι αυτό;

Θα το έλεγα με μια λέξη…. Αγάπη! Για ένα νησί που το γνωρίζουμε ελάχιστα. Η αλήθεια είναι ότι δεν μπορούμε ν’ αγαπήσουμε ότι δεν το γνωρίζουμε. Στόχος λοιπόν είναι να το γνωρίσουμε όσο πιο βαθιά μπορούμε, μέσα από το χθες και το σήμερα, γιατί αλλιώς πως θα το αγαπήσουμε; Αγαπάω ατομικά και ομαδικά έχει επακόλουθο…. φροντίζω….. μάχομαι… και σέβομαι. Αγάπη προς την Κέρκυρα είναι το Corfu Museum και τίποτε άλλο.

Μετρητής

Εμφανίσεις Άρθρων
2812579