Corfu Museum

Petsalis: Collection Of Corfu Island,Greece documents

Προσωπικότητες

                                    

Τζούλιο Κα΄ί΄μη

Εβραϊκής καταγωγής διανοούμενος από την Κέρκυρα

 

 

«Κάτι μου λέει ότι πέρα από την Κέρκυρα δεν υπάρχει βλάστηση και ζωή»

Ο Τζούλιο Καΐμη ή Καΐμης (επίσης Ιούλιος Καΐμης ή Χαΐμης, ιταλικά`Giulio Caimi), ήταν Ρωμανιώτης[1] (ελληνόφωνος Εβραίος) ζωγράφος και διανοούμενος, συγγραφέας, κριτικός και μελετητής του ελληνικού λαϊκού πολιτισμού και της εβραϊκής παράδοσης. Υπήρξε ακόμη ιστορικός τέχνης, τεχνοκριτικός και μεταφραστής κυρίως ποιητικών κειμένων.To πως είναι δυνατόν να συγκεντρώνονται όλες αυτές οι ιδιότητες σε ένα πρόσωπο, δηλώνει την ικανότητα του αν και  θεωρείται αποσιωπημένος Προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε το φαινόμενο αυτό  μέσα από τις πιο κάτω γραμμές.

Γεννήθηκε στην πόλη της Κέρκυρας το 1897, από γονείς Ρωμανιώτες, σε ένα αρχοντικό σπίτι δίπλα από την εβραϊκή συναγωγή «Γκρέκα». Πατέρας του ήταν ο διαπρεπής εβραιολόγος και δάσκαλος Μωυσής Χαΐμης (1864-1929) και μητέρα του η Φανή Γιασουλά (†1951), Κερκυραία, απόγονος εμπορικής οικογένειας από τα Ιωάννινα. Ο Τζούλιο ήταν το μεγαλύτερο παιδί της οικογένειας, που είχε άλλα δυο, τον Αιμίλιο, και τη Ραχήλ.
Το οικογενειακό περιβάλλον του Καΐμη, από το οποίο επηρεάστηκε σημαντικά, ήταν άνετο από οικονομική άποψη και με πολλά πνευματικά ερεθίσματα. Ο πατέρας του Μωυσής Χαΐμης, όπου χρημάτισε στην Κέρκυρα πρόεδρος και σύμβουλος της Ισραηλιτικής Κοινότητας, είχε συναναστροφή με σπουδαίους ανθρώπoυς των γραμμάτων (όπως ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Λορέντζος Μαβίλης, Αλέξανδρος Πάλλης, Βλάσης Γαβριηλίδης, Ανδρέας Καρκαβίτσας και Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης). Εξέδιδε στην Κέρκυρα το μηνιαίο περιοδικό «Ο Ισραηλίτης Χρονογράφος» και αργότερα στη Αθήνα, έπειτα από την εγκατάσταση της οικογένειας στην πρωτεύουσα (το 1906),

---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

[1] Εβραίοι ή Ισραηλίτες ονομάζονται τα μέλη του εβραϊκού λαού, επίσης γνωστού ως Ιουδαϊκό έθνος ή γιοι του Ισραήλ, μιας εθνικοθρησκευτικής ομάδας που κατάγεται από τους αρχαίους Ισραηλίτες και τα μέλη της οποίας ασκούν κατά παράδοση τον Ιουδαϊσμό. Η Βίβλος, η οποία γράφτηκε από Εβραίους, καταγράφει κατά κύριο λόγο την εθνική και θρησκευτική τους ιστορία. Ρωμανιώτες¨Οι ελληνόφωνοι «Γραικοί» Εβραίοι, οι οποίοι διατηρούσαν το βυζαντινό τυπικό, εγκαταστάθηκαν στην Κέρκυρα τον 12ο αι. μ.Χ. Λόγω της μακράς ενετικής κατοχής του νησιού (1386-1797) και της διεύρυνσης της ιταλόφωνης κοινότητας με την άφιξη των υπόλοιπων Εβραίων, επιβλήθηκε στην Κέρκυρα ως μητρική γλώσσα η ιταλική. Παρόλα αυτά, η Ελληνική Συναγωγή (η αρχαιότερη του νησιού) διακρίνετο, μέχρι και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, από την Απουλιανή ή την Απουλιανή-Ισπανική.  Ανεξάρτητα όμως από τις διαφορές που υπήρχαν ανάμεσα στις εβραϊκές κοινότητες, αλλά και ανάμεσα σε αυτές και τη χριστιανική κοινότητα, η παρουσία τους στην Κέρκυρα  προίκισε το νησί με έναν θρησκευτικό και πολιτισμικό πλουραλισμό, βασικός υποστηρικτής του οποίου ήταν ο Μωυσής Χαΐμης.

----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

το περιοδικό χαρακτηριστικό αυτών των δύο εντύπων είναι ότι τα θέματά τους δεν ήταν αποκλειστικά εβραϊκά–σιωνιστικά.  Η Ισραηλιτική Επιθεώρησις φέρει ως υπότιτλο: «Μηνιαία Κοινωνική Φιλολογική Ειδησεολογική», ενώ οι συνεργάτες του περιοδικού δεν ήταν μόνο Εβραίοι, αλλά και χριστιανοί (ορθόδοξοι και καθολικοί). Και στα δύο, ο Μωυσής Χαΐμης πραγματευόταν συχνά θέματα που αφορούσαν στους διαχρονικούς δεσμούς του ελληνικού και του εβραϊκού στοιχείου,  ένα ζήτημα που, όπως θα δούμε, απασχόλησε τον πρωτότοκο γιο του σε όλη τη διάρκεια της ζωής του. Υπήρξε ένθερμος δημοτικιστής, από τους πρώτους στην Κέρκυρα. Μεταξύ πολλών άλλων, όπως πιο πάνω αναφέραμε, γνωρίστηκε και με τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη (1851-1911), μια παρουσία που θα επηρεάσει βαθιά τον μικρό τότε Τζούλιο. Την περίοδο εκείνη, από το 1909-1913, ο Μωυσής Χαΐμης δίδασκε ιταλικά στην Ανωτάτη Εμπορική Σχολή, ενώ παράλληλα συνεργαζόταν με πολλές ξένες εφημερίδες και περιοδικά ως πολιτικός ανταποκριτής –μεταξύ άλλων: La Tribuna και Epoca της Ρώμης, Il Secolo του Μιλάνου, L’ Ora του Παλέρμο, Il Piccolo και Il Piccolo della Sera της Τεργέστης, Les Archives Israélites και L’ Univers Israélite του Παρισιού, L’ Aurore της Κωνσταντινούπολης, The Jewish Chronicle του Λονδίνου και La Bourse Égyptienne του Καΐρου.

-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

[1]Ισραηλιτική Επιθεώρησις (1912-1916), Βασικό

[1] ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΥ ΤΟ ΖΩΓΡΑΦΙΚΟ ΚΑΙ ΘΕΩΡΗΤΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΤΖΟΥΛΙΟ ΚΑЇΜΗ (1897-1982) ∆Ι∆ΑΚΤΟΡΙΚΗ ∆ΙΑΤΡΙΒΗ

Στην Κορακιάνα. <Οι Δημοτικιστές> Από αριστερά  όρθιοι* Κων.Θεοτόκης, Σ.Δεσύλλας,Λορ.Μαβιλης,Α.Κεφαλληνος .Καθιστοί από αριστερά * Μαρτζούκος, Η.Σταύρος, Ειρ.Δενδρινού, Αλεξ.Πάλλης, Μωυσής Χα΄ί΄μης.

 

Ως ακραιφνής δημοτικιστής συνεργαζόταν με το περιοδικό Ο Νουμάς, ενώ ενδέχεται να είχε εμπλοκή και στα Ευαγγελικά,[1] τα αιματηρά επεισόδια της Αθήνας (1901) με αφορμή την απόδοση των Ευαγγελίων στη δημοτική γλώσσα από τον Αλ. Πάλλη. Πολιτικά, ο Μωυσής Χαΐμης είχε συνταχθεί με τον Ελευθέριο Βενιζέλο, ξεκόβοντας από τη συντηρητική παράδοση των ομοθρήσκων του αστών. Στο περιοδικό «Χρονικά» ο Σιακκή Ιωσήφ δημοσίευσε «Φιλολογικός καυγάς δύο Κερκυραίων Εβραίων ¨του Λ. Βελέλη και  Μ. Χαΐμη».[2]

Πρώτος πνευματικός δάσκαλος του Τζούλιο Καΐμη υπήρξε ο πατέρας του, τον οποίο ο ίδιος θεωρούσε ως «αξεπέραστο» και «αλησμόνητο»: «Δάσκαλος στην υψηλή περιέργεια για τον κόσμο, δάσκαλος στον ίσιο δρόμο για πνευματικά και ψυχικά ζητήματα».
----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
[1]  «Ευαγγελικά», ή Ευαγγελιακά, έχουν καταγραφεί τα αιματηρά επεισόδια που έλαβαν χώρα στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου του 1901 με αφορμή τη δημοσίευση από την εφημερίδα Ακρόπολις των Ευαγγελίων μεταφρασμένων (στην πραγματικότητα μεταγλωττισμένων ή, αλλιώς, παραφρασμένων, κατά την τρέχουσα τότε άποψη) στη δημοτική γλώσσα από τον Αλέξανδρο Πάλλη στις 9 Σεπτεμβρίου 1901.

 
[2] Κοίτα σημ. 2. Ο καυγάς αφορούσε τη χρήση της Δημοτικής γλώσσας

-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Γίνεται έτσι κατανοητό γιατί φύλαγε τα περιοδικά που εξέδιδε ο πατέρας του στην Κέρκυρα και στην Αθήνα σαν «ιερά κειμήλια».[1]

Να σημειώσουμε ότι στην Κέρκυρα, στα τέλη του 19ου αι. και στις αρχές του 20ού, υπάρχει μια «παράδοση» ενασχόλησης με τη σανσκριτική φιλολογία. Ο Κων/νος Θεοτόκης, ο οποίος ανήκε στο ευρύτερο περιβάλλον της οικογένειας του Καΐμη, ξεκινάει να μεταφράζει από τα σανσκριτικά  το 1896. Η πνευματική κληρονομιά του πατέρα του ανιχνεύεται βαθύτερα σε δύο σημεία: στην αναζήτηση των δεσμών του ελληνικού και του εβραϊκού στοιχείου και στον τρόπο που ο Καΐμης αντιλαμβάνεται τη δημοτική γλώσσα. Υπογραμμίζει ότι ο πατέρας του ήταν από τους πρώτους διανοουμένους δημοτικιστές στην Κέρκυρα. Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον, ο νεαρός Τζούλιο δεν αργεί να εκδηλώσει το ενδιαφέρον του για την καλλιέργεια του πνεύματος.

 Ο Τζούλιο Καΐμης δεν υπήρξε κοσμικός τύπος είτε ως καλλιτέχνης είτε ως λόγιος.

Γίνεται έτσι κατανοητό γιατί φύλαγε τα περιοδικά που εξέδιδε ο πατέρας του στην Κέρκυρα και στην Αθήνα σαν «ιερά κειμήλια».[1]

Να σημειώσουμε ότι στην Κέρκυρα, στα τέλη του 19ου αι. και στις αρχές του 20ού, υπάρχει μια «παράδοση» ενασχόλησης με τη σανσκριτική φιλολογία. Ο Κων/νος Θεοτόκης, ο οποίος ανήκε στο ευρύτερο περιβάλλον της οικογένειας του Καΐμη, ξεκινάει να μεταφράζει από τα σανσκριτικά  το 1896. Η πνευματική κληρονομιά του πατέρα του ανιχνεύεται βαθύτερα σε δύο σημεία: στην αναζήτηση των δεσμών του ελληνικού και του εβραϊκού στοιχείου και στον τρόπο που ο Καΐμης αντιλαμβάνεται τη δημοτική γλώσσα. Υπογραμμίζει ότι ο πατέρας του ήταν από τους πρώτους διανοουμένους δημοτικιστές στην Κέρκυρα. Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον, ο νεαρός Τζούλιο δεν αργεί να εκδηλώσει το ενδιαφέρον του για την καλλιέργεια του πνεύματος.

-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

1] Κοίτα σημ. 2.

 

 Εβραίος της Κέρκυρας με μητρική την Ιταλική, ενεργός στις Δελφικές Εορτές του Σικελιανού,

Ο Τζούλιο Καΐμης στους Δελφούς κατά την διάρκεια των Δελφικών Εορτών.

 με δυναμικό παρών στο Άσυλο Τέχνης του Βέλμου, περιπλανώμενος στοχαστής στην Παλαιστίνη, μοναχικός μελετητής της τέχνης του Καραγκιόζη (όταν δεν υπήρχε βιβλιογραφία). Αδιάφορος για τα πρακτικά ζητήματα της ζωής, ένας μαιτρ της αυτοεγκατάλειψης που γυρνούσε με μια τσάντα έμβλημα, σκισμένη και στερεωμένη με πινέζες, που δεν και την οποία δεν αποχωριζότανε ποτέ , σχεδόν κουφός από νεαρή ηλικία, αντάλλαζε πίνακες για ένα πιάτο φαγητό. Ήταν μια μορφή του ’30 μέσα στη γενιά του ’30, δυσεξιχνίαστος και μυθολογικός, είναι μόνο κάποια από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του διανοούμενου Τζούλιο Καϊμη. Τη δεκαετία του 1920 ταξιδεύει στη Ρώμη και διαδέχεται τον πατέρα του στην εφημερίδα La Tribuna. Την ίδια εποχή μέσω του Αγγέλου Σικελιανού γνωρίζει τον Νίκο Καζαντζάκη, ενώ ξεκινά η μακρόχρονη φιλία του με τον Φώτη Κόντογλου. Ο πατέρας του τον παρατηρούσε πώς αυτά πού έκανε δεν ήταν της τάξεώς τους, ούτε της ηλικίας του κι εκείνος απαντούσε με την αναίδεια της σιγουριάς, της πίστης για κάτι πού τον ευχαριστούσε και το αναγνώριζε ως σπουδαίο.[1]

-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

 [1] Σπύρου Κουτρουλή * Ο νεοελληνιστής ΤΖΟΥΛΙΟ ΚΑΙΜΗ* http://koutroulis-spyros.blogspot.com/2010/02/blog-post_2387.html44

 

Πολύμορφος στις αναζητήσεις του ξεχώριζε ως προσωπικότητα.

 

    O Καΐμης αγαπούσε με πάθος τις εικαστικές τέχνες, που είχε - άλλωστε – σπουδάσει στην Σχολή Καλών Τεχνών στο Πολυτεχνείο της Αθήνας. Φιλοτέχνησε πολλούς ζωγραφικούς πίνακες που χάριζε στους φίλους του και σπάνια πουλούσε. Ήταν εκτός από ζωγράφος, λαογράφος, συγγραφέας και μελετούσε μέχρι το τέλος της ζωής του την ελληνική αλλά και την εβραϊκή παράδοση. Μοναχικός τύπος και λιτός μετήλθε στον 20ό αιώνα αφήνοντας ένα ευρέος φάσματος έργο που αξιολογήθηκε ελάχιστα. Ασχολήθηκε ιδιαίτερα, επίσης, με τη Βίβλο, το Ταλμούδ και την Καμπάλα[1] στην προσπάθειά του να βρει κοινά σημεία, μεταξύ του ελληνισμού και του εβραϊσμού. Όπως ο ίδιος έγραφε: "Η ιουδαϊκή γραφή σώθηκε, παραδόξως, από τους Έλληνες και όχι από τους Εβραίους. Καθώς οι Έλληνες βρήκαν την Πεντάτευχο, αυτό που είχανε χάσει: τη γραφή - το συμβολισμό δηλαδή της σκέψης και των μορφών. Ενώ οι Εβραίοι, βλέποντας τους 'Ελληνες πανθεϊστές να λατρεύουν την Πεντάτευχο, άρχισαν να την ερμηνεύουν και αυτοί στην ελληνική γλώσσα, γι' αυτό και η εβραϊκή γραφή λησμονήθηκε".

---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

[1] Καμπαλά, Καμπάλα ή Καββάλα (κυριολεκτικά «παραλαβή/παράδοση», μεταγραφή: Cabala, Qabbālâ) ονομάζεται η απόκρυφη παράδοση των Εβραίων. Διαδόθηκε και στο ευρύτερο κοινό από τον φιλόσοφο και ουμανιστή Τζοβάννι Πίκο ντελλά Μιράντολα τον 15ο αιώνα. Η Καμπάλα έχει ρίζες στην Τορά της Εβραϊκής Βίβλου και στο Ταλμούδ, και περιλαμβάνει στοιχεία προφορικών παραδόσεων πολλών αιώνων, μεταξύ των οποίων και γνωστικισμού, νεοπλατωνισμού και Χριστιανισμού.

Ο Τέρπος Πηλείδης έγραφε ( Ελεύθερος Κόσμος, 9.3.1980): "Τον είδα, τυχαία, στο δρόμο, χαμένον μέσα στο ανώνυμο πλήθος, να περιφέρει το μειλίχιο βλέμμα του, πάνω από την τύρβη του αθηναϊκού δρόμου, αυτόν τον παράξενο, τον αλλόκοσμο θα έλεγα, Ιούλιο Καΐμη... Ποιοί άραγε και πόσοι τον ξέρουν; Σε πόσους λέει κάτι το όνομά του; Και όμως, είναι από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις των γραμμάτων μας. Με απέραντες γνώσεις (ξέρει δώδεκα γλώσσες, συμπεριλαμβανομένης και της σανσκριτικής!).

 

Ο Τζούλιο Καΐμης και ο Καραγκιόζης

   Η μεγάλη προσφορά του: Ο ελληνικός Καραγκιόζης.  

 Η πρώτη του επαφή με τον Καραγκιόζη ανάγεται στην παιδική του ηλικία, στην Κέρκυρα: «Θυμάμαι κάποιες κωμωδίες του Καραγκιόζη, που είδα να παίζονται, όταν ήμουν παιδί στο όμορφο νησί όπου γεννήθηκα, και οι οποίες μου άφησαν μια ανάμνηση γεμάτη γοητεία, φαντασία και χαρά».

 Όλη η ζωή του Καΐμη αφιερώθηκε στη μελέτη και παρουσίαση του ελληνικού Καραγκιόζη δεδομένου ότι πάντα θεωρούσε ότι το θέατρο σκιών είναι συνέχεια της αρχαίας τραγικής παράδοσης με το σατιρικό και ηρωολατρικό χαρακτήρα που εκφράζει. Το πρώτο του σχετικό βιβλίο εκδόθηκε το 1935 γαλλικά, στην Αθήνα, με τίτλο "Karaghiozis ou la comédie grecque dans l' âme du thêatre des ombres". (Έκδοση «Hellinikes Technes". Η ίδια μελέτη εκδόθηκε το 1990, στα ελληνικά με μετάφραση των Κώστα Μέκκα - Τάκη Νήλια από τις εκδόσεις Γαβριηλί - δη). Ακολούθησε, το 1937, το μικρό σε έκταση βιβλίο του Η ιστορία και η τέχνη του Καραγκιόζη (Τυπογραφείο του «Κύκλου»). Για να γράψει αυτά τα βιβλία ο Καΐμης ξεκίνησε από το μηδέν δεδομένου ότι δεν υπήρχε βιβλιογραφία. Στο βιβλίο του παρουσιάζει επίσης 66 καραγκιοζοπαίχτες που έπαιξαν από το 1860 μέχρι το 1935. . Έτσι, με τη μέθοδο της συνέντευξης -ασυνήθιστης ίσως την εποχή εκείνη- αντλεί χρήσιμες πληροφορίες για τη ζωή τους, για τις ασχολίες τους, για την άποψη που είχαν γι' αυτό το παρεξηγημένο θέατρό τους. Αν και αγράμματοι οι περισσότεροι, μπόρεσαν με τον αυθορμητισμό τους, το ταλέντο τους και την ευαισθησία τους, να δημιουργήσουν ένα πραγματικό λαϊκό Ελληνικό θέατρο. Τα βιβλία του Καΐμη κοσμήθησαν με ξυλογραφίες και ζωγραφιές του Αθαν. Δεδούσαρου και του Ολλανδού Κλάους Φρισλάντερ. Ο Καΐμης, στη σύγχρονη εποχή, θεωρείται ο πρώτος που μελέτησε, μίλησε, ανέλυσε και παρουσίασε τον Καραγκιόζη, την ιστορία και τους ανθρώπους του, στα πλαίσια της λαϊκής παράδοσης. Η άποψή του ήταν ότι: "Από τότε που το ελληνικό κράτος ανασυστάθηκε, στα πρώτα μισά του περασμένου αιώνα, μια πλούσια άνθηση από τα ποικίλα στοιχεία, ειδύλλια, σάτιρες, βουκολικά τραγούδια κ.ά., έδωσαν τη γέννηση στο λαϊκό θέατρο. Και, πράγμα παράξενο, η παράδοση αυτή, που διατηρήθηκε στο πνεύμα και στην ψυχή του λαού, συγχωνεύτηκε και μορφοποιήθηκε σε μια θαυμαστή ενότητα, πάνω στη σκηνή του θεάτρου σκιών του Καραγκιόζη".

Το 1935 δημοσιεύτηκε από τις "Ελληνικές Τέχνες" η μελέτη του Καΐμη για τον Καραγκιόζη -γραμμένη στα γαλλικά ως συνήθιζε να γράφει η τότε ελίτ- η οποία αποτελεί το βασικότερο ερευνητικό του εγχείρημα. Ερευνά την καταγωγή του θεάτρου σκιών και την εξέλιξη του και συνομιλεί με τους δασκάλους αυτής της τέχνης. Ο Ηλίας Πετρόπουλος αναφέρει στο βιβλίο του "Υπόκοσμος και Καραγκιόζης" ότι ο Καΐμης ήταν ο μελετητής που έγραψε για τον Καραγκιόζη τα πιο όμορφα πράγματα. Η πίστη του Καΐμη για αυτήν του τη μελέτη, τον οδήγησε σε επιτόπια λαογραφική έρευνα, μέσω της οποίας συγκέντρωσε και επεξεργάστηκε πρωτογενές υλικό, περιπλανώμενος σε χωριά της 

Αττικής και της Πελοποννήσου. Ήρθε σε επαφή με καραγκιοζοπαίχτες, κατέγραψε μαρτυρίες, συνέλεξε πληροφορίες για τη ζωή τους, κατανοώντας έτσι τον τρόπο που χρησιμοποιούν τη σάτιρα για να διακωμωδήσουν την πραγματικότητα της εποχής τους .Έτσι, ο Καΐμης μπορεί να θεωρηθεί ως ο πρώτος Έλληνας μελετητής που ασχολήθηκε συστηματικά με την ιστορία και την εξέλιξη του ελληνικού θεάτρου σκιών, συλλαμβάνοντας το ως ένα πολύπλευρο πολιτιστικό φαινόμενο, με διαστάσεις ιστορικές, κοινωνιολογικές και αισθητικές.[1] Αυτός ο άνθρωπος λοιπόν με το διδακτικό χιούμορ, που αγαπούσε τους ατέλειωτους περιπάτους και τις δαιδαλώδεις συζητήσεις περί τέχνης, προτείνει, στον άνθρωπο που λαμβάνει μεγάλα ερείσματα της τότε σύγχρονης ζωής , σαν παραμύθι, την οικουμενική δύναμη της λαϊκής τέχνης και την ηθική δομή του ωραίου.

Στην ελληνική σκηνή, ο Καραγκιόζης ενσαρκώνει τον ελληνικό λαό. Είναι το πλαστικό σύμβολο της καθολικής αντίθεσης, και το χαρακτήρα αυτόν τον διατηρεί πάντοτε και σε ηρωικά επεισόδια και σε κωμωδίες. Ο Καραγκιόζης δεν είναι μόνο ο αντίθετος τύπος απ’ τον συμπαίκτη του, όσον αφορά τον χαρακτήρα του. Είναι ακόμα σε διαρκή αντίθεση με τον ίδιο του τον εαυτό.

 

Το εικαστικό του έργο

Ο Καΐμης είχε σπουδάσει στη Σχολή Καλών Τεχνών και φιλοτέχνησε πολλούς ζωγραφικούς πίνακες που χάριζε στους φίλους του και σπάνια πουλούσε. Χρησιμοποιούσε, λόγω έλλειψης μέσων, ευτελή εικαστικά υλικά, ζωγράφιζε σε καφενεία, ταβέρνες. Τα  λιγοστά του λάδια - ακουαρέλες, εβδομήντα έργα συνολικά, εκτέθηκαν, το 1995, στο  εβραϊκό Μουσείο της Νέας Υόρκης. Κυκλοφόρησε τότε ένα λεύκωμα, που έκανε γνωστό τον ζωγράφο στο εξωτερικό ενώ - αντίθετα - στην Ελλάδα παραμένει σχεδόν άγνωστος! Σύμφωνα με τη διατύπωση του Τσαρούχη, ήταν «υπεράνω ψόγου ή επαίνου», θυμίζοντας αυτό που ο Καΐμης είχε πει για τον αγαπημένο του ήρωα, τον Καραγκιόζη: ότι είναι «πέρα από το καλό και το κακό». Τα τοπία που, ως επί το πλείστον, απεικονίζει ο Καΐμης είναι αυτά της Αττικής, της Κέρκυρας

------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

[1]https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A4%CE%B6%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B9%CE%BF_%CE%9A%CE%B1%CE%90%CE%BC%CE%B7

Κερκυραϊκό τοπίο

και της Ιερουσαλήμ. Το μοτίβο που κυριαρχεί στις εικόνες του είναι οι λόφοι, σε συνδυασμό, συχνά, με το υγρό στοιχείο-κυρίως θάλασσα.[1]

Επιλογή από τους σωζόμενους πίνακες του εκθέτουμε πιο κάτω**

------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

[1] Κοίτα Σημ.2

 

 

 

 

 

 

 

Στο Άγιο ‘Ορος 1927

Μαρτυρίες[1]

Δημήτρης Καλαμάρας:

-Μου έλεγε «έχω να φάω τρεις μέρες». Ο χρόνος δηλαδή, γι’ αυτόν είχε άλλο περιεχόμενο.

-Ήταν γαλήνιος πάνω από όλα . Η φύση του ήταν ασκητική.Μου μιλούσε για κάποια αγάπη που είχε. Έναν πλατωνικό δεσμό με μια Ιταλίδα. Αναφέρονταν συχνά σ’ αυτή την ιδανική περίπτωση.

Μιχάλης Κατσαρός:

-….Ο Τζούλιο μάλιστα μπόρεσε και έχτισε το σπίτι του από τις επιγραφές που σκάλιζε σε μάρμαρο στα μνήματα…. Με την ικανότητά του να αναπαράγει ζωγραφικά, με απόλυτη πιστότητα, πρόσωπα από μικρές φωτογραφίες (ταυτότητας, διαβατηρίου) αυξάνονταν το πενιχρό του εισόδημα .

Το σπίτι αυτό λεηλατήθηκε μετά τον θάνατό του με αποτέλεσμα να χαθούν αρκετοί πίνακές του[1]

Μια παραστατική περιγραφή του σπιτιού του μας δίνει η Αλίκη Ξένου-Βενάρδου: «Ένα παλιό μοναχικό σπίτι δύο δωματίων αγκαλιασμένο από ένα μικρό χορταριασμένο κήπο. Το εσωτερικό του σπιτιού μοιάζει με τον ιδιοκτήτη του, αλλά καθόλου με τα συνηθισμένα βολικά αστικά σπίτια: Τα “έπιπλα” του είναι κυρίως πνευματικής φύσεως. Το ένα δωμάτιο γεμάτο βιβλία, χειρόγραφα, ιταλικές εφημερίδες και μερικά ρούχα. Το άλλο γεμάτο έγχρωμους πίνακες ζωγραφικής και σχέδια. Ένα ατελιέ...

 

[1] Κοίτα σημ 2

 

 [1] ΤΖΟΥΛΙΟ ΚΑ΄Ι ΄ΜΗ: ΕΝΑΣ ΑΠΟΣΙΩΠΗΜΕΝΟΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΑΒΡΙΗΛΊΔΗΣ

-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Eργα του ίδιου του καλλιτέχνη, κρεμασμένα τα περισσότερα χωρίς κορνίζα. Μια αίσθηση πνευματικού πλούτου και υλικής ανέχειας, καλλιτεχνικής ακαταστασίας αλλά και αυτοεγκατάλειψης. Η χρωματική ευαισθησία ζεσταίνει το γυμνό τσιμέντο που παγώνει από το αγιάζι καθώς μπαίνει ακάθεκτο από ένα τεράστιο χάσμα κάτω από την πόρτα».[1]

-….Ήταν αληθινός άνθρωπος. Και δημιουργούσε παλαιού τύπου αισθήματα. Ο πατέρας του …….ήταν δημοσιογράφος σε διάφορες ιταλικές εφημερίδες . Ήταν πλουσιότατος και είχε έναν θαυμάσιο πύργο στο Θησείο, με υπηρέτες…….

-…Ο Τζούλιο ήταν ένα φρούριο για την τέχνη. ¨Όχι όπως είναι στη κοσμική ζωή. Αλλά για την τέχνη, σαν ύπαρξη, σαν αλήθεια,σαν 

 πραγματικότητα. Δεν προσπαθούσε να λύσει κανένα πρόβλημα. Ήταν μονολεκτικός ή σιωπηλός…..

Γιώργος Μανουσάκης:

-….Στην ερώτηση  του ζωγράφου Δ.Διαμαντόπουλου, αν ο Χριστός αμάρτησε, εκείνος μετά από μια σύντομη περισυλλογή απάντησε: «…..αμάρτησε γιατί δεν αμάρτησε.»……

-….¨Ήταν ψηλός, αδύνατος και μελαχρινός, αγριωπή αλλά αγαθή όψη…. Περιφέρετο ντυμένος με ένα παλιό σκούρο κουστούμι, με μια εφθαρμένη καμπαρτίνα και φόραγε πάντα γραβάτα μαύρη πλεκτή. Ζούσε μόνος του…..

Είχε πάντα μαζί του μια τσάντα με πινέζες .Μέσα εκεί φύλαγε ό,τι πολυτιμότερο είχε: χειρόγραφα, βιβλία, σχέδια, χρώματα, μολύβια, ακόμα και μερικές μικρές υδατογραφίες του ή έργα άλλων καλλιτεχνών, όπως του Κόντογλου, του Τσαρούχη και του Πικιώνη.[1]

 

[1] Κοίτα σημ.2

-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

[1] ΤΖΟΥΛΙΟ ΚΑ΄Ι ΄ΜΗ: «ΕΝΑΣ ΑΠΟΣΙΩΠΗΜΕΝΟΣ» ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΑΒΡΙΗΛΊΔΗΣ

[1] Κοίτα σημ 2

[1] Κοίτα σημ.2

-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Γιάννης Μόραλης:

-…..Ήταν  ένας άνθρωπος που δεν μπορούσες να μαντέψεις από το παρουσιαστικό του τα ενδιαφέροντα του……

Χρύσα Ρωμανού:

-…..Στον πόλεμο του ‘40, μετά από κάποια παρεξήγηση των πρώτων ημερών, λόγω ονόματος, επιστρατεύτηκε….

Σίγουρα τον βοήθησε η ιδιότητά του ως ανταποκριτή της La Tribuna, η οποία ήταν όργανο του φασιστικού κόμματος της Ιταλίας, αλλά και το γεγονός ότι δέχθηκε να αλλάξει ταυτότητα, η οποία έγραφε χριστιανός ορθόδοξος.[1]

Γιάννης Τσαρούχης:

…Από τότε άρχισε ένας διάλογος μεταξύ μας που μου έμαθε πάρα πολλά….. Ελεύθερο και ανεξάρτητο πνεύμα, δεν λογάριαζε τίποτε μπροστά στην αλήθεια.  Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς…

Νίκος Χατζηκυριάκος – Γκίκας :

-….Κάναμε συζητήσεις. ΄Ηταν παθιασμένος με ότι τον ενδιέφερε….

-….Ζούσε πολύ λιτά, φτωχικά. Κυκλοφορούσε σχεδόν ρακένδυτος. Αλλά δεν τον ένοιαζε. Ήταν πραγματικά φιλόσοφος, υπ’ αυτήν την έννοια. Ήταν σεμνός, ευγενέστατος και αξιοπρεπής. Ήταν ένας γλυκύτατος άνθρωπος μ’ ένα απροσδιόριστο μειδίαμα. Επομένως είχε όλα τα γνωρίσματα που λείπουν από εμάς τους Έλληνες……

Τον Μάρτιο 1929 ο Φώτης Κόντογλου (1896-1965) συστήνει τον Καΐμη στον χώρο των γραμμάτων. Στο περ. Ελληνικά Γράμματα, 34 στη στήλη «Για μια συνεργασία», γράφει: «...Ο Τζούλιο Καΐμη, εβραϊκής καταγωγής, είναι γιός του Μωϋσή Καΐμη που πέθανε τελευταίως, και που υπήρξε ένας άνθρωπος της σκέψης [...] Ο νέος Καΐμης συνεχίζει την πνευματική παράδοση του πατέρα του. Προικισμένος με λεπτό γούστο, με παρατηρητικότητα και διείσδυση, ιδιότητα κατ’ εξοχήν εβραϊκή [...] Χάρις στη συνεργασία του θάχωμε την ευχαρίστηση να προσφέρουμε στους αναγνώστες μας ωραία και δυσεύρετα πράγματα...». Η γνωριμία τους ανάγεται στα χρόνια του Πολυτεχνείου. Ο Κόντογλου ήταν προφανώς ήδη ένα χρόνο φοιτητής (γράφεται το 1913), όταν ο Καΐμης ξεκίνησε τις σπουδές του στο Σχολείο Καλών Τεχνών.  Η σχέση τους εξελίχθηκε σε μια δυνατή και μακροχρόνια φιλία : «Με τον Κόντογλου έχω συνδεθή με στενή φιλία και μάλιστα αδελφική με τρόπο που

μπορώ να υποδείξω όλα τα διάφορα σπίτια που άλλαξε». Ο Κόντογλου “μύησε” τον Καΐμη στην κοινωνία του Άθω[1]

 [1] Κοίτα σημ.2

-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Ο άνθρωπος

Από νεαρή ηλικία παρουσιάζει προβλήματα ακοής τα οποία μετά τον πόλεμο εξελίσσονται σε κώφωση. Εξαιτίας της πάθησής του απομονώνεται από τους φίλους του και τον υπόλοιπο κόσμο .  Ο home perdu,( χαμένος άνθρωπος) όπως περιπαικτικά τον φώναζαν οι φίλοι του από τον Πειραιά, ζωγράφιζε μέχρι το τέλος της ζωής του, χωρίς ποτέ ωστόσο να κατορθώσει να εκθέσει τα έργα του. «Ήταν πολύ αγαπητός κι ευγενέστατος, ποτέ δεν ζητούσε κάτι για τον εαυτό του. Ήταν ένας άνθρωπος με μεγάλη ευαισθησία και με ποιότητα στη σκέψη του. Μιλούσε πολύ για τον Κόντογλου τον Φώτη. Κοντινοί του άνθρωποι ήταν ο Πικιώνης κι ο Τσαρούχης. Δεν άκουγε καλά, δεν μίλαγε πολύ κι όταν μιλούσε, μιλούσε σιγά, δεν τόνιζε καλά κι έκοβε τις φράσεις του».[1]

 Ο Τζούλιο το 1934 περιπλανήθηκε πεζός στην Παλαιστίνη και στην Αίγυπτο. Τις εντυπώσεις του από αυτή τη μοναχική περιπλάνηση 

-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

[1] Με αυτά τα λόγια συστήνει τον  Καΐμη ο Γιάννης Μοραληςς στον κατάλογο της έκθεσης Αυτοπροσωπογραφία ενός άλλου Τζούλιος Καΐμης

έγραψε σε άρθρα του. Ο Καΐμης δημοσίευσε άρθρα και μελετήματα πάνω στα θέματα των άμεσων ενδιαφερόντων του στα περιοδικά Ελληνικά Γράμματα, Νέα Εστία, η Νεολαία κ.λπ.  Το 1978 (αρ. 8) δημοσιεύτηκε, άρθρο του με θέμα: "Φίλων: Ιουδαίος ελληνιστής".

Από όσα εκτέθηκαν μέχρι τώρα, δημιουργείται ένα ερώτημα–κενό. Σε κανένα σημείο της βιογραφίας του Καΐμη δεν αναφέρονται οι σχέσεις με τους ομοθρήσκους του και την Εβραϊκή κοινότητα. Οι ελάχιστες μαρτυρίες που έχουμε είναι έμμεσες και αποσπασματικές. Από τη ζωή του Καΐμη γίνεται αντιληπτό ότι δεν τόνιζε την εβραϊκότητά του. Δεν ισχύει όμως το ίδιο και για το έργο του, στον πυρήνα του οποίου βρίσκεται μόνιμα ο λόγος περί ιουδαϊσμού και η σχέση του με την ελληνική παράδοση και τον χριστιανισμό.[1]

Μελέτες του σε βιβλία, εκτός από τα δύο που αναφέρθηκαν παραπάνω είναι: Το σπίτι του Ροδάκη στην Αίγινα (1934 και β ́ έκδοση με πρόλογο Άρη Κωνσταντινίδη - 1997), Βιβλικές Ιστορίες - Συντεταγμένα κατά παράδοσιν (1954), Ελληνικά Τοπία (1973, και β ́ έκδοση 1993), Παραδόσεις (2η έκδοση με αρχεία σχέδια των Φ. Κόντογλου, Γ. Γιάλτα, Γ. Παπαδέλλη, Σπ. Βασιλείου, Μ. Κοφινά και Καΐμη - 1975), Μύθοι (1979), Συναντήσεις (με τους Φ. Κόντογλου, Γιαννούλη Χαλεπά, Ν. Χατζηκυριάκο - Γκίκα - 1992). Επίσης έχει μεταφράσει, κυρίως από τα ιταλικά, διάφορα κείμενα δημοσιευμένα σε περιοδικά και εφημερίδες της εποχής του. Είναι χαρακτηριστικό ότι πολλές από τις μεταφράσεις του είναι φροντισμένες γλωσσικά ή εικονογραφημένες από τους Φ. Κόντογλου και Φοίβο Δέλφη.

Στο  κείμενο του –«Το νησί του Οδυσσέα»–, τα φυσικά στοιχεία και τα αρχαία μνημεία–ερείπια πλάθουν τον μύθο της ελληνικής γης, ο οποίος συμπλέκεται με την ιστορία του τόπου, αλλά και την προσωπική ιστορία του Καΐμη. Είναι μια από τις ελάχιστες φορές που συναντάμε αυτοβιογραφικά στοιχεία, έστω και έμμεσα, σε δικό του κείμενο. Ανακαλεί μνήμες από την παιδική του ηλικία στην Κέρκυρα. Δεν περνά, ωστόσο, απαρατήρητο το γεγονός της απουσίας οποιασδήποτε μνείας που παραπέμπει στην εβραϊκή καταγωγή του. Όπως αναφέραμε γεννημένος δίπλα στην κερκυραϊκή συναγωγή «Γκρέκα», με πατέρα επιφανή εβραιολόγο της εποχής, δεν μνημονεύει τίποτα για τη ζωή της εβραϊκής κοινότητας, η ύπαρξη της οποίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη –τουλάχιστον μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο– με τη συναγωγή.

-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

[1] Κοίτα σημ.2

 

Αντίθετα αναφέρει χριστιανικά ήθη και έθιμα, όπως η λιτανεία του Αγίου Σπυρίδωνα, του πολιούχου του νησιού.

Καλλιτεχνικά, ο πρώτος δάσκαλός του υπήρξε ο Σπύρος Βικάτος[1]. Η άποψη του δασκάλου του για τις πρώτες σχεδιαστικές του προσπάθειες είχε καταλυτική επίδραση στο ξεκίνημά του: «Τον καθηγητή Βικάτο τον πρωτογνώρισα όταν ήμουν παιδί, στο σπίτι μου, όταν ένας Κερκυραίος οικογενειακός φίλος μου μας τον έφερε επίτηδες για να κρίνει τα πρώτα μου σχέδια».

Χωρίς περιστροφές: ο Τζ. Καΐμης αποσιωπήθηκε διότι ο στοχασμός του δεν εξυπηρετούσε κανενός τις πολιτισμικές σκοπιμότητες του μεσοπολέμου. Το άγχος του μπροστά στον καλπάζοντα τεχνολογικό νεοτερισμό της κοινωνίας και της τέχνης, τον σκιαγραφεί στα μάτια των μοντέρνων του καιρού του ως ένα ηθογράφο που έρχεται από τα παλιά. Ο λαϊκός τρόπος που προσλαμβάνει τα νέα κύματα, τον καθιστούν ανενεργό στις  βλέψεις των Ελλήνων καλλιτεχνών της εποχής του. Τέλος, ο μυστικισμός και ο αυθόρμητος απομονωτισμός του τον θέτουν εκτός, τόσο από τις επιδιώξεις μιας δογματικής αριστεράς όσο και από την κλειστοφοβική αγκάλη της ισχνής μεταπολεμικά εβραϊκής κοινότητας. Ο Καΐμη επικρίνει τον ορθολογισμό , τον μηχανικό πολιτισμό ως στοιχεία «μιας τραγικής αλήθειας της ανθρώπινης παρακμής από την νευρική αναζήτηση του ολοένα τελειότερου, πού καταλήγει να σκοτώνει το απλό»[2]

Ο ίδιος γράφει «: «Αναγνωρίζουμε πώς στις σημερινές συνθήκες είναι αστείο να θέλουμε να τα βγάλουμε πέρα με το σύγχρονο τέρας. Δεν μπορούμε με τα αδύνατα χέρια μας να γκρεμίσουμε όλες τις σημερινές μεγαλουπόλεις, αυτά τα μιάσματα της ακαλαισθησίας. Μα ένα επιτακτικό καθήκον μας επιβάλλει να φανερώνουμε και να 
εκτιμούμε αυτό πού, παρ' όλη τη σημερινή κακοδαιμονία, κρατιέται αγνό στη ζωή μας, δηλαδή, τη σχέση του αγνού ανθρώπου με τη φύση και πού άφορα τις λίγες ψυχές, πού βρίσκονται μέσα στο χάος του μοντερνισμού. Η φωνή αυτών των ψυχών αντιλαλεί σε τούτο το βιβλίο. Αφήνουμε την εξέλιξη του χρόνου να μεταμορφώσει τα τραγικά πράγματα της ανθρωπότητας, ως που να φθάσει στο αγνό και στο απλό. Αφήνουμε τούς αρχιτέκτονες με την ατομική τους αντίληψη να εξυπηρετούνε το κοινωνικό κακό. Εδώ εμείς δεν κάνουμε άλλο παρά να δείξουμε το θαύμα αυτό της απλότητας, την πρωτόγονη επαφή τής

φύσης και του ανθρώπου». . Συγκρίνει όμως την πατρική του γη, την Κέρκυρα, με την μεγαλούπολη - δηλαδή την Αθήνα της εποχής του- και γράφει: «Φεύγοντας παιδί ακόμα απ' εκεί, έπεσα στη νεκρική ερημιά μιας μεγαλουπόλεως, κι αντίκρισα στα περίχωρά της το απονεκρωμένο σαν πτώμα χώμα της, αισθάνθηκα ευθύς, με κάποια ανέκφραστη απογοήτευση, κάτι που μου έλεγε ότι πέρα από την Κέρκυρα δεν υπάρχει βλάστηση και ζωή».
Ο Καίμη είναι ιδιαίτερα επικριτικός προς τον σύγχρονο «διανοούμενο», πού εκτός εξαιρέσεων «είναι κυριολεκτικά διεφθαρμένος, έχασε την ευγένεια της ανθρώπινης ψυχής. Κλέβει τις αξίες του λαού, τις παραμορφώνει και τις λέει "νέα τέχνη”, ανταποδίδει το καλό με το κακό. Δηλαδή μαθαίνει στο λαό να μηχανοποιεί το πνεύμα, του μαθαίνει τη μόδα, πούναι η χειρότερη αδυναμία της ανθρωπότητας, και την κρύβει πίσω από κολακευτικές λέξεις, όπως ομορφιά, υγιεινή, "κομφόρ”»[1]. Ο Καΐμη επικρίνει τον νεώτερο πολιτισμό διότι «όλοι γινήκαμε αριθμοί μέσα στους αριθμούς», αλλά και τον Ρωμιό διότι στραβώθηκε και δεν βλέπει την «συμμετρία της ελληνικής φύσης και τα χαρίσματατουλαού»[2]

Γιάννης Τσαρούχης για τον Καΐμη .»Ήταν τόσο ανεξάρτητος. Είχε ξεπεράσει τόσο τις ανθρώπινες ανάγκες, που το να τον βοηθήσεις ήταν σαν να τον προσβάλλεις. Ήταν υπεράνω του ψόγου και του επαίνου.»

¨Ένας άνθρωπος, συνειδητά αδιάφθορος,  όπου η μοναχικότητα, η αγάπη για τη γνώση, η αυθεντικότητα του έργου του, ήταν αυτά που τον χαρακτήριζαν  . Καλοαναθρεμμένος σαν παιδί , νέος με ανησυχίες και αναζητήσεις, εγκαταλείπεται συχνά από την καθημερινότητα της ζωής. Εκεί που απευθύνεται είναι σε συνάδελφους, αποζητά φιλίες, δεν του δίνονται! Μπορώ να υποστηρίξω ότι με όσους συναναστράφηκε ήταν απλά γνωστοί του ,μα όχι φίλοι του .Άνθρωποι που τον λυπόνταν μεγάλοι καλλιτέχνες, που ταυτόχρονα τον σνομπάριζαν γιατί υπήρχε και ο ανταγωνισμός.  Έμεινε μόνος γιατί είχε την πολυτέλεια να επιλέξει ανάμεσα στη μοναξιά και στην κοινωνική κατάσταση που επικρατούσε δίπλα του. Επέλεξε τη μοναξιά, βοηθούμενος, όπως ήδη αναφέραμε, και από την κωφότητά του. Είχε πιστεύω και αυτά τα στήριξε μέχρι το τέλος της ζωής του. Ρακένδυτος κυκλοφορούσε, δεν προσπάθησε να το διορθώσει, φτωχός ήταν, ζωγράφισε σε παλιόχαρτα που εύρισκε, χάριζε

-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

[1] Καθηγητής στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας

[2] Κοίτα σημ.6

 

τους πίνακές του. Είναι πιο ζωντανή η μοναξιά από ένα ζωντανό κόσμο ουσιαστικά πεθαμένο. Έτσι οι μελέτες του αφορούσαν το παρελθόν, την καταγωγή του, την Ανατολή, τον έρωτά του προς τον Καραγκιόζη. Στο θέατρο των σκιών  έβλεπε τον Αριστοφάνη αλλά και τον  τραγικό Ευριπίδη. Η ελληνικότητα για τον Καΐμη δεν σημαίνει ταύτιση με το παρελθόν ούτε συμπίπτει με τα γεωγραφικά σύνορα της Ελλάδας. Συνδέεται με το ελληνικό πνεύμα, με τις διαχρονικές αξίες του ελληνικού πολιτισμού. Αντιλαμβάνεται τον ελληνικό πολιτισμό ως πολιτισμική μήτρα, που εγγυάται την ιστορική συνέχεια του ελληνισμού –τη σχέση με το παρελθόν και τη συνέχεια στο μέλλον. Οι πανανθρώπινες αξίες του συνιστούν μια αρχετυπική μορφή έκφρασης, και ως τέτοια λαμβάνει οικουμενικό χαρακτήρα. Το ελληνικό πνεύμα, ως παγκόσμιο κληροδότημα, αίρει τους τοπικούς και φυλετικούς προσδιορισμούς: η καθολικότητα του τοπικού συναντά την καθολικότητα του οικουμενικού.[1] Προσπαθούσε να ερμηνεύσει τις δράσεις του Καραγκιόζη μέσα από την εποχή του. Δεν ήθελε να έχει το ρόλο του Καραγκιόζη αλλά το ρόλο ενός ντελάλη που θα διαφήμιζε τις αρχές του Θεάτρου σκιών για να αναγεννηθεί το Ελληνικό θέατρο. Ο ήρωας θα πρέπει να ήταν κομμάτι του λαού με τις γκάφες του και τις επιτυχίες του. Με αυτές τις σκέψεις του θεωρήθηκε από πολλούς αναρχικός. Είχε αρχές μέσα του ο Τζούλιο Καΐμη τις οποίες δεν δίσταζε να τις εκθέτει αδιαφορώντας για το εφήμερο. Έμεινε στο περιθώριο. Εκεί ήθελε να είναι, στην εποχή  του και εκεί έμεινε πιστός. Πέθανε τις 31/1/1983. Ο Καΐμη βρέθηκε νεκρός στο δρόμο ίσως από το κρύο ή από την πείνα ή από τη μοναξιά [2]Σεβασμός στην μνήμη του!!

 

[1] Κοίτα σημ.2

[2] Κοίτα σημ.2

                                                                 

Εργογραφία

(1934) Το σπίτι του Ροδάκη στην Αίγινα. Με τον Klaus Vrieslander. Αθήνα. Επανέκδοση: Ακρίτας, Αθήνα 1997. (Πρόλογος: Άρης Κωνσταντινίδης. Επιμέλεια: Μισέλ Φάις). 

(1935) (στα γαλλικά) Karaghiozi: ou, La comédie grecque dans l΄âme du théâtre d΄ombres. Με 42 γκραβούρες του Klaus Vrieslander. Αθήνα: Ελληνικές Τέχνες.Νέα έκδοση στα ελληνικά: Γαβριηλίδης, Αθήνα 1990 (1937) (pdf) Η ιστορία και η τέχνη του Καραγκιόζη. Αθήνα: Τυπογραφείο του “Κύκλου”. Ανακτήθηκε στις 19.03.2017.

(1948) Βασικές θεωρίες γύρω από τις αρχές της τέχνης, εμπνευσμένες από δέκα σονέτα του Μιχαήλ Αγγέλου. Αθήνα.

(1954) Βιβλικές ιστορίες. Αθήνα: Εργαστήριο Γραφικών Τεχνών Στέφανου Ταρουσόπουλου

(1973) Ελληνικά τοπία. Εικονογράφηση: Τζ. Καΐμη, Γιάννης Τσαρούχης, Γιώργος Γλιάτας, Κλέαρχος Λουκόπουλος, Γιώργος Χαρίδημος. Αθήνα: Τυπογραφείο Κώστα Κουλουφάκου. Επανέκδοση (ως Ελληνικά τοπία): Γαβριηλίδης, Αθήνα 1993.

(1975) Παραδόσεις. Εικονογράφηση: Τζ. Καΐμη, Φώτης Κόντογλου, Γιώργος Γλιάτας, Γιάννης Παπαδέλλης, Σπύρος Βασιλείου, Μ. Κοφινάς. Αθήνα. (Εμπλουτισμένη επανέκδοση των Βιβλικών ιστοριών).

(1979) Μύθοι. Αθήνα: Τυπογραφείο Κώστα Κουλουφάκου. (Με εικονογράφηση από διάφορους καλλιτέχνες).

 (2005) Γύρω στο αίσθημα του ωραίου. Εισαγωγή: Σάββας Μιχαήλ. Επίμετρο: Μισέλ   Φάις. Αθήνα 1944-46.

    

Επιλογή άρθρων του[1]:

-Η ιστορία της μάσκας/Ελληνικά Γράμματα, έτος Γ. τ.Δ,αρ.42 , 1 Μαρτίου 1929

-Ο Μπερτόλντο ο ιταλός Καραγκιόζης/ Ελληνικά Γράμματα,4 (1929) 337-340

-Ο Βιτσέντσο Τζέμιτο :Γιαννούλης Χαλεπάς της Ιταλίας/ Ελληνικά Γράμματα, 11.5.19129

- Η τέχνη στα εβρα’ι’κά χειρόγραφα ου Μεσαίωνα-επί τη βάση νέων ερευνών-/Νέα Εστία 10 91931) 1191-1194.

-Ο Ζωγράφος Στέρης /Στέρης, 18 κριτικά άρθρα γύρω από μία έκθεση, Αθήνα 1931.

-Η πεντάτευχος και η αισθητική/ Νέα Εστία, 17 (1935) 475-478.

-Γύρω από τη Βυζαντινή Εικονογραφία/Νεοελληνική Λογοτεχνία, χρόνος Α! Μάης 1938, φύλλο 6.

-Οι διαφορετικές τάσεις της νέας ζωγραφικής στην Αθήνα. Επιδράσεις απ’ το Παρίσι-βυζαντινή τεχνική-Αναγεννησιακή τέχνη.

-Για να μάθετε ζωγραφική./ Η Νεολαία, αριθ, φύλλου 19, 18 Φεβρουαρίου 1934-Δ!

-Η τέχνη του Αιγαίου/ Η Νεολαία, αριθ, φύλλου 32, 20 Μαΐου 1939, Δ!

- Σπίτια του Αιγαίου/Ηώς, 25 Μαΐου 1939 (τ.16ον)

-Έκθεση παιδικών σχεδίων Ε! Γυμνασίου αρρένων/ Το παιδί μηνιαίο όργανο του ΠΙΚΠΑ περίοδος Β!, αρ.55, Ιούνιος 1939.

- Μακεδονικός και ηπειρωτικός ρυθμός/  Η Νεολαία, αριθ, φύλλου 49, 16 Σεπτεμβρίου 1939- Δ!

- Η αγγειοπλαστική στην Αρχαία Ελλάδα/ Η Νεολαία, αριθ, φύλλου 7(58) 18 Νοεμβρίου 1939- Δ!

-Η ζωγραφική των αγγείων/ Η Νεολαία, αριθ, φύλλου 9(60). 2 Δεκεμβρίου 1939-Δ!

-Ο «ποιητής» του μαρμάρου ΠΩΣ ΕΙΔΑ ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΟΥΛΗ ΧΑΛΕΠΑ ΣΤΗΝ ΤΗΝΟ ΤΟ 1931/ Η Νεολαία, αριθ, φύλλου ΤΧ.3ΟΝ, 29 Οκτωβρίου 1939

- Η Κόμμωση στην Αρχαία Ελλάδα/Ηώς 1939

-Τα αετώματα των αρχαίων ναών/ Η Νεολαία,2 (1940) 976

-Τοιχογραφίες της Δημαρχίας του Φ.Κόντογλου/Νεοελληνική Λογοτεχνία, 3 (1940) 22-23

-Οι πρόδρομοι του θεάτρου/ Η Νεολαία, αριθ, φύλλου 21 (72), 24 Φεβρουαρίου 1940-Ε!

-Ο Μόλλας/ Νέα Εστία, τ.45, 15 Μαρτίου 1949, τχ. 521[2]

- Η ζωγραφική του Καραγκιόζη/ Νέα Εστία, τχ 527, 15 Ιουνίου 1949

-Οι  τοιχογραφίες του Giotto/Ζυγός 2 (1056) 7-8, 28

-Συνομιλίες  με τον Πειραιώτη ζωγράφο Γιάννη Τσαρούχη/Ο Δημότης, 18 Μαΐου 1960, αρ.φύλλου 45

-Σπύρος Παπαλουκάς/ Ο Δημότης, 3 Ιουνίου 1960. Αρ.φύλλου 47

-Το αρχιτεκτονικό έργο του καθηγητή Πικιώνη/ Ο Δημότης, 8 Ιουνίου 1960 αρ. φύλλου 48

-Από τον Αριστοφάνη στον Καραγκιόζη/Στοά 1971

-Ο Καραγκιόζης συνέχεια στην εθνική παράδοση του ελληνικού λαού/Γράμματα ,3 (1976) 160-162

Κ.λ.π.

------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

[1] ΤΖΟΥΛΙΟ ΚΑiMH ΕΝΑΣ ΑΠΟΣΙΩΠΗΜΈΝΟΣ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΜΙΣΕΛ ΦΑ΄Ι΄Σ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗ

[2] ο Λ. Χρηστάκης γράφει: «Παρατηρώ ότι ή πλέον μακρόχρονη συνεργασία υπήρξε αυτή του περιοδικού "Νεολαία” - ένα περιοδικό της δικτατορίας του Ιωάννου Μεταξά. Διευκρίνηση του συγγραφέα του παρόντος: Η συνεργασία του Τζούλιο Καίμη με το περιοδικό “Νεολαία” ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ». ΤΖΟΥΛΙΟ ΚΑiMH ΕΝΑΣ ΑΠΟΣΙΩΠΗΜΈΝΟΣ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΜΙΣΕΛ ΦΑ΄Ι΄Σ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗ

 

 

 

Αναζήτηση

Μετρητής

Εμφανίσεις Άρθρων
1390114

Corfu Museum

Corfu Museum….τι μπορεί να είναι αυτό;

Θα το έλεγα με μια λέξη…. Αγάπη! Για ένα νησί που το γνωρίζουμε ελάχιστα. Η αλήθεια είναι ότι δεν μπορούμε ν’ αγαπήσουμε ότι δεν το γνωρίζουμε. Στόχος λοιπόν είναι να το γνωρίσουμε όσο πιο βαθιά μπορούμε, μέσα από το χθες και το σήμερα, γιατί αλλιώς πως θα το αγαπήσουμε; Αγαπάω ατομικά και ομαδικά έχει επακόλουθο…. φροντίζω….. μάχομαι… και σέβομαι. Αγάπη προς την Κέρκυρα είναι το Corfu Museum και τίποτε άλλο.