Corfu Museum

Petsalis: Collection Of Corfu Island,Greece documents

ΚΕΡΚΥΡΑΪΚΑ ΔΙΣΤΙΧΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

 

Καθ. Πάνος Καραγιώργος

Διάλεξη που έγινε στην αγγλική γλώσσα στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Φλόριδας, Η.Π.Α., στις 15 Απριλίου 1987. Δημοσιεύθηκε, με λίγες αλλαγές, στο περιοδικό Λαογραφία, Δελτίο της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας, τόμος ΛΘ΄ (39) 1998-2003, σ. 405-421.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η Κέρκυρα είναι πλούσια σε λαογραφικό υλικό και τα κερκυραϊκά δημοτικά τραγούδια τα τραγουδούν ακόμα και σήμερα στα πανηγύρια των χωριών, σε γάμους και σε ταβέρνες. O συγγραφέας Λώρενς Ντάρρελ, στο βιβλίο του για την Κέρκυρα Η σπηλιά  τού Πρόσπερου,

γράφει ότι τα καλύτερα πανηγύρια γίνονται στο Γαστούρι,στους Καστελλάνους, στην Ανάληψη, στον Παντοκράτορα και στην Κασσιόπη. Μερικά από τα δίστιχα της συλλογής αυτής τραγουδιούνται ακόμα και σήμερα στα μέρη αυτά.

Τα δημοτικά τραγούδια τα έχουν συνθέσει άγνωστοι λαϊκοί ποιητές σε διάφορες εποχές κατά τους τελευταίους αιώνες. Μερικά τραγουδιούνται ως χορευτικά και άλλα απαγγέλλονται. Τα ελληνικά δημοτικά τραγούδια, που τόσο θαυμάζονταν από τον Γκαίτε, ο οποίος μάλιστα μετέφρασε μερικά,  διακρίνονται για την ποιητική φρεσκάδα τους και την απλότητά τους. Υπάρχουν διάφορα είδη δημοτικών τραγουδιών:  ιστορικά, ηρωικά, της ξενιτιάς, της αγάπης, δίστιχα της αγάπης, νανουρίσματα, εργατικά, μοιρολόγια.

Τα δίστιχα της αγάπης αποτελούν κι αυτά ανώνυμες συνθέσεις. Μερικά από αυτά μάλιστα τα έχουν συνθέσει γυναίκες των χωριών, ενώ δούλευαν μαζεύοντας ελιές από τα λιόδεντρα το νησιού. Μία γυναίκα άρχιζε τον πρώτο στίχο και άλλη τον συνέχιζε, συμπληρώνοντάς τον. Το τραγούδι κατά τη διάρκεια της δουλειάς απάλυνε τον μόχθο και την πλήξη που συνόδευαν το σκύψιμο για το μάζεμα της ελιάς από το έδαφος, όπως γινόταν εκείνα τα χρόνια. Παρόμοια, οι Νέγροι σκλάβοι συνέθεταν τα σπιρίτσιουαλς, όταν μάζευαν μπαμπάκι στις νότιες πολιτείες της Αμερικής.

Έχω συλλέξει τα περισσότερα από τα δίστιχα της αγάπης της συλλογής αυτής από διάφορα χωριά του νησιού της Κέρκυρας. Όλα σχεδόν είναι γραμμένα σε 15σύλλααβο ιαμβικό μέτρο. 

Π. Κ.

Α
Αγγελικούλα, ζάχαρη, Αγελικούλα, μέλι,
Aγγελικούλα, κρύο νερό, που πίνουν οι αγγέλοι!
 
Αγγέλοι από τους ουρανούς, βοηθάτε με κι εμένα,
που άναψα και καίγομαι για ξένης μάνας γέννα.
 
Άγγελος εκατέβηκε με το χρυσό κoντύλι
κι έκατσε και ζωγράφισε τα κόκκινά σου χείλη.
 
Αηδόνι του περιβολιού, αηδόνι και παγόνι,
όταν γυρίσω να σε δω, το αίμα μου παγώνει.
 
Ακόμα δεν απέθανα κι ανάψαν τα κεριά μου,
πήραν και την αγάπη μου από την αγκαλιά μου.
 
Άνοιξε το χειλάκι σου το κόκκινο, πουλί μου,
και δώσε μου υπόσχεση πως θα γενείς δική μου.
 
Αν είσαι κι αν δεν είσαι του Δήμαρχου αδερφή,
εγώ θα σε φιλήσω, κι ας πάω στη φυλακή!
 
Αν θέλεις, Παναγία μου, πάντα να σε δοξάζω,
φέρε μου την αγάπη μου, να μην αναστενάζω.
 
Απόψε ρόδα μάζευα, και συ, ψυχή μου, τ’ άνθη·
απόψε σ’ ονειρεύτηκα κι ο ύπνος μου εχάθη.
 
Απ’ όλα τ’ άστρα τ’ ουρανού ένα ’ναι που σού μοιάζει:
αυτό που βγαίνει το πρωί, όταν γλυκοχαράζει.
 
Αυτός ο πόνος της καρδιάς, προς τί, τάχα, να είναι;
Όταv δεν είναι έρωτας, τί άλλο πράμα είναι;
 
Από τη γη βγαίνει νερό κι απ’ την ελιά το λάδι,
κι από τη μάνα την καλή βγαίνει το παλικάρι.
 
Αχ, ουρανέ, μή βρέξεις πια, κάνε μου αυτή τη χάρη
κι εγώ με τα ματάκια μου δροσίζω το χορτάρι.
 
Β
Βάρκα θέλω ν’ αρματώσω με σαράντα δυο κουπιά,
και μ’ εξήντα παλικάρια, να σε κλέψω μια βραδιά.
 
Βασιλικέ πλατύφυλλε, από την Ιγγλιτέρα,
που τον φορούν οι όμορφές κάθε καλήν ημέρα.
 
Βασιλικό εφύτεψα επάνω στον ασβέστη,
για να περνά η αγάπη μου να λέει ‘‘Χριστός Ανέστη!’’
 
Βασιλικό εφύτεψα στην κλίνη που κοιμάσαι,
να κόβεις, να μυρίζεσαι, κι εμένα να θυμάσαι.
 
Βασίλισσα να ήσουνα, δεν θά ’χες τόση χάρη,
νά ’σαι ανθός των κοριτσιών, της γειτονιάς καμάρι.
 
Βασίλισσα των κοριτσιών πρέπει να σ’ ονομάσω,
γιατί η ωραιότης σου με κάνει να θαυμάσω.
 
Βολές – βολές μεσάνυχτα ξυπνάω με λαχτάρα
και στην πικρή την ξενιτιά ρίχνω βαριά κατάρα.
 
Βουνά, μην πρασινίσετε, πουλιά, μην κελαηδείτε,
μ’ αρνήθηκε η αγάπη μου, κι όλα να λυπηθείτε.
 
Γ
Γαρούφαλό μου κόκκινο, γαρουφαλιάς κλωνάρι,
αν δε σε δω στα χέρια μου, ο Χάρος να με πάρει.
 
Για δες καιρό που διάλεξε ο Χάρος να με πάρει,
τώρα π’ αγάπησα κι εγώ μιας λεμονιάς κλωνάρι!
 
 
Για πες μου, τί εκέρδισες, οπού με βασανίζεις;
Παράτησε την απονιά, και πες μου τί ορίζεις.
 
Γυρίζω εδώ, γυρίζω ’κει, ίσως και σ’ απαντήσω,
τα πάθη μου να σου ειπώ, τη φλόγα μου να σβήσω.
 
Γύρισε δες τον ουρανό, γύρισε δες και μένα:
Αν αρνηθώ τον ουρανό, θα αρνηθώ και σένα.
 
Δ
Δασκάλισσα, δασκάλισσα, σχόλασε την Ελένη,
μία στιγμή να την ιδώ, γιατ’ η ψυχή μου βγαίνει.
 
Δεν θυμάσαι, ανάθεμά σε, ότι συμφωνήσαμε
να με πάρεις, να σε πάρω και μαζί να ζήσουμε;
 
Ε
Έλα να σε φιλήσω και γρήγορα να πας,
να μη σε δει κανένας και πει πως μ’ αγαπάς.
 
Έλα να σε φιλήσω και φίλα με και συ,
κι αν θα το μαρτυρήσω μαρτύρα το και συ.
 
Εμένα τό ’χει η τύχη μου, όπου κι αν αγαπήσω,
με φίδια και δεντρογαλιές πρέπει να πολεμήσω.
 
Εμίσεψες και μ’ άφησες τρία γυαλιά φαρμάκι,
σα νίβομαι κάθε πρωί, να πίνω από λιγάκι.
 
Εμίσεψες κι η γειτονιά εγίνη ρημονήσι·
έλα, πουλί μου, γύρισε, πάλι να νοστιμίσει.
 
Ένα δεντρί εφύτεψα με δάκρια τόσους χρόνους,
κι αντί καρπό, μού έδωκε βάσανα, πίκρες, πόνους.
 
Εξήντα μήνες σ’ αγαπώ, γίνονται πέντε χρόνια·
αν φύτευα μια λεμονιά, θα έκοβα λεμόνια.
 
 
Επήγα κι έριξα σεβντά σε μέρος που δεν φτάνω
και θε να βασανίζομαι όσο που να πεθάνω.
 
Εσύ μ’ αυτή τη γνώμη κι εγώ μ’ αυτόν το νου,
να δούμε ποιος θα πέσει στα πόδια τ’ αλλουνού.
 
Έτσ’ ήτανε της τύχης μου, εσένα ν’ αγαπήσω,
να πάθω τόσα βάσανα και να μη σ’ αποκτήσω.
 
Έχε, πουλί μου, υπομονή, νά ’χω κι εγώ ελπίδα·
με τον καιρό κάθε δεντρί ανθεί και βγάζει φύλλα.
 
Έχω τρεις μέρες να σε δω, κοντεύει μια βδομάδα,
και το ψωμί στο στόμα μου δεν έχει νοστιμάδα.
 
Η
Ήθελα νά ’μουν όμορφος, νά ’μουν και παλικάρι,
νά ’μουνα και τραγουδιστής, δεν ήθελ’ άλλη χάρη.
 
Η αγάπη δίχως ζήλια είναι μαύρη, σκοτεινή,
σαν κρασί ξεθυμαμένο, σαν σακούλα αδειανή.
 
Η αγάπη είναι βελόνι κι αγκυλώνει την καρδιά·
με αγκύλωσε και μένα και δεν έχω γιατρειά.
 
Η αγάπη σίδερα τρυπά και μάρμαρα τσακίζει,
καλόγερους και κοσμικούς, όλους τους δαιμονίζει.
 
Η άσπρη πέτρα του γιαλού δεν πιάνει πρασινάδα,
κι αγάπη δίχως πείσματα δεν έχει νοστιμάδα.
 
Η ορφανειά, η παντρειά, η αγάπη και τα ξένα:
τα τέσσερα τα ζύγισαν, βαρύτερα τα ξένα.
 
Θ
Θάλασσα δίχως κύματα καράβι δε σηκώνει,
κι αγάπη δίχως βάσανα ποτέ δεν τελειώνει.
 
Κ
Κλαίω κρυφά γιατί κανείς δεν θέλω να το μάθει,
ότι ξανακαινούριωσαν τα παλαιά μου πάθη.
 
Κοντοζυγώνει ο καιρός που θε ν’ ανταμωθούμε,
που θε να σμίξουμε τα δυο, να παρηγορηθούμε.
 
Κόρη που πήρες μου το νου, πάρε τώρα κι εμένα·
τί να με κάνει δίχως νου η μάνα που μ’ εγέννα;
 
Κρύο αεράκι νά ’μουνα, να μπω μες στα σεντόνια,
να χάιδευα τα στήθη σου, πού ’ναι σα δυο λεμόνια.
 
Κυρία μου, ανάλατη, σαν ξύδι και σα μέλι,
και ποιος σε καταδέχεται ταίρι του να σε θέλει;
 
Λ
Λυπητερά, λυπητερά θα πάω να σκάψω μνήμα,
να θάψω το κορμάκι μου, κι έχε το εσύ το κρίμα.
 
Λυπήσου τα, σπλαχνίσου τα, τα δάκρια που χύνω,
γιατ’ είναι περισσότερα απ’ το νερό που πίνω.
 
Λύσε τα μάγια, φως μου, και δός μου λευτεριά,
να πάω στη δουλειά μου, δεν θέλω παντρειά.
 
Μ
Μάγισσας κόρη νά ’σουνα και δράκου θυγατέρα,
πάλι θα με λυπόσουνα που πάσχω νύχτα-μέρα.
 
Μαργαριτάρι στρογγυλό είναι το πρόσωπό σου
και δυο δαχτυλιδόπετρες οι κόρες των ματιών σου.
 
Μάτια μου, τζόγια, περγολιά, σταφύλι μου αετονύχι,
να γίνομουν εγώ γαμπρός κι εσύ να γίνεις νύφη!
 
Μελαχρινή εφίλησα τ’ Αυγούστου μια Δευτέρα
και μύριζε το στόμα μου σαράντα μία μέρα.
 
 
Μελαχρινό μου πρόσωπο, σαν βάζεις κοκκινάδι,
οι πεθαμένοι κι οι νεκροί σηκώνονται απ’ τον Άδη.
 
Μέσα στα χιόνια λούστηκες και πήρες την ασπράδα,
πήρες κι από τα γιασεμιά όλη την ομορφάδα.
 
Με μια γειτονοπούλα μου θέλω να κάνω κρίση,
που πήγε και παντρεύτηκε χωρίς να με ρωτήσει.
 
Μία μόνο αγάπησα σε όλη τη ζωή μου,
σ’ αυτή ο έρμος έδωσα τον νου και την ψυχή μου.
 
Μικρή, μικρή σ’ αγάπησα, μεγάλη δεν σε πήρα,
μα έχω ελπίδα στο Θεό για να σε πάρω χήρα.
 
Ν
Νά ’μουν στο μεσοφόρι σου κουμπί μαλαματένιο,
και να φιλώ το στήθος σου, το μαργαριταρένιο!
 
Να σ’ αγαπώ βαρέθηκα, να σ’ αρνηθώ λυπούμαι,
ας τον τραβάμε τον σεβντά όσο κι αν ημπορούμε.
 
Να χαμηλώναν τα βουνά κι οι λεμονοκορφάδες,
νά ’βλεπα την αγάπη μου στη μέση τσου Δουκάδες.
 
Να ’χα σοφία Σολομών και του Δαβίδ τη γνώση,
θα σού ’λεγα παινέματα μέχρι να ξημερώσει.
 
Νύχτα και μέρα και αυγή σ’ έχω στη συλλοή μου·
γίνε γιατρός και γειάνε μου τη φοβερή πληγή μου.
 
Ξ
Ξανθά μαλλιά στην κεφαλή, πλεγμένα με την τάξη
και κάθε τρίχα γίνεται μαχαίρι να με σφάξει.
 
Ξεμάκρυνες κι αρρώστησα, έλα κοντά να γειάνω,
έλα το γρηγορότερο, πριν πέσω και πεθάνω.
 
Ξενιτεμένο μου πουλί, έλαβα τη γραφή σου,
στον κόρφο μου την έβαλα κι είπα: «Καρδιά, δροσίσου!»
 
Ξύπνα εσύ που μ’ έκανες αγάπη να γνωρίσω,
και ζωντανός την κόλαση να την κληρονομήσω.
 
Ξύπνα, κι ο έρωτας περνά κορώνα να σού βάλει,
γιατί από σε ομορφότερη δεν είναι καμιά άλλη.
 
Ο
Όλο τον κόσμο γύρισα, πουνέντη και λεβάντη,
δεν είδα τέτοιο πρόσωπο να λάμπει σαν διαμάντι!
 
Όποιος δεν είναι γλεντιστής πρέπει του να πεθάνει,
γιατί στον κόσμο όπου ζει άδικα τόπο πιάνει.
 
Όποιος πιστεύει γυναικός, στη θάλασσα πιστεύει,
πιάνει λαγούς στη θάλασσα και στο βουνό ψαρεύει.
 
Όταν σ’ εγέννα η μάνα σου, ο ήλιος εκατέβη
και σού ’δωσε την ομορφιά και πάλι ματανέβη.
 
Ο έρωτας εις την αρχή είναι γλυκός, καϊμάκι,
μα σαν ριζώσει στην καρδιά, ποτίζει την φαρμάκι.
 
Ο κόσμος με τα βάσανα είν’ ανακατωμένος,
και πώς μπορώ τότε εγώ νά ’μαι ευχαριστημένος;
 
Π
Ποιος είδε ψάρι στο βουνό και θάλασσα σπαρμένη,
ποιος είδε τούτον τον καιρό αγάπη ’μπιστεμένη;
 
Ποιος κρίνος ωραιότατος σού ’δωσε την ασπράδα,
και ποια μηλιά, χρυσομηλιά, τη ροδοκοκκινάδα;
 
Πρωί-πρωί σηκώνομαι, το σπίτι σου κοιτάζω,
το παραθύρι σου θωρώ και βαριαναστενάζω.
 
 
Ρ
Ρίξε μια ματιά, δώσ’ μου γλυκιά ελπίδα,
τέτοιαν απονιά σε άλλη δεν την είδα.
 
Ρόδα και τριαντάφυλλα κι άνθη του παραδείσου
εσύναξε ο Έρωτας κι έπλασε το κορμί σου.
 
Σ
Σα δεν με θες, κυρά μου, πες μου να παντρευτώ,
να πάρω κάποια άλλη, να παίζω, να γλεντώ.
 
Σαν τί το θέλει η μάνα σου τη νύχτα το λυχνάρι,
αφού μέσα στο σπίτι της έχει λαμπρό φεγγάρι;
 
Σού στέλνω χαιρετίσματα με μήλο δαγκωμένο
και μέσα στη δαγκωματιά φιλί είναι κρυμμένο.
 
 
Τ
Τάχα θα το αξιωθώ, θα λάβω τέτοια χάρη,
να σηκωνόμαστε τα δυο απ’ ένα μαξιλάρι;
 
Τα βάσανα, τα πάθη μου, ένας Θεός τα ξέρει,
και μια μικρή μελαχρινή, αν θέλει, τα γιατρεύει.
 
Τα λούλουδα θέλουν δροσιά, τα κυπαρίσσια αέρα·
η νιότη μας και η ζωή δεν είναι κάθε μέρα.
 
Τα μάτια μου δεν είδανε τέτοια καλή γυναίκα,
να της ζητώ ένα φιλί και να μού δίνει δέκα!
 
Τα ολόξανθά σου τα μαλλιά να τά ’χα αποχτενίδια,
να τά ’δινα στον χρυσικό να κάνει δαχτυλίδια.
 
Τα χείλη σου τα κόκκινα μοιάζουνε σαν κεράσι,
κι ο νέος που τα φίλησε ποτέ δεν θα γεράσει.
 
Τόσ’ έμαθα τα βάσανα που δεν κακοκαρδίζω·
όπως τον εύρω τον καιρό, έτσι τον αρμενίζω.
 
Το δέντρο που καμάρωνα καθημερνή και σκόλη
άπλωσε τα κλωνάρια του σε ξένο περιβόλι.
 
Υ
Ύπνος γλυκός, γλυκύτατος, σ’ επήρε και κοιμάσαι,
και την παλιά αγάπη σου καθόλου δεν θυμάσαι.
 
Υπόμενε, καρδούλα μου, τής π’ αγαπώ τα λόγια,
όπως αντέχουν τα βουνά τις μπόρες και τα χιόνια.
 
Φ
Φωτιά τρώει το σίδερο κι ο σάρακας το ξύλο,
κι εσύ μού τρως τα νιάτα μου σαν άρρωστος το μήλο.
 
Χ
Χριστός Ανέστη, μάτια μου, κι έλα να φιληθούμε,
κι αν δεν σ’ αρέσει το φιλί, στρώσε να κοιμηθούμε.
 
Χωρίς αέρα το πουλί, χωρίς νερό το ψάρι,
χωρίς αγάπη δεν βαστούν κόρη και παλικάρι.
 
Ψ
Ψηλό μου κυπαρίσσι, λυγάει η κορφάδα σου,
και ποιος θα τη γλεντήσει την ομορφάδα σου;
 
Ω
Ω φουντωμένη λεμονιά και ανθισμένη βιόλα,
εσύ ’σαι που τα μάρανες τα παλικάρια όλα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ / BΙBLIOGRAPHY

Ελληνικά / In Greek

Μαρτζούκος, Γ. Κ., Κερκυραϊκά Δημοτικά Τραγούδια, Αθήναι, 1959.
Πακτίτης, Ν.,
 Κερκυραϊκά Δημοτικά Τραγούδια, Αθήνα, 1989.
Περάνθης, Μ.,
 Μεγάλη Ελληνική Ανθολογία της Ποιήσεως, τόμ. Γ΄ [1970].

Αγγλικά / In English

Abbott, G. F., Songs of Modern Greece, Cambridge, 1900.
Pym, Hilary,
 Songs of Greece, The Sunday Times, London, 1968.

ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ / DISCOGRAPHY

Authentic Music from the Greek Isles and Mountains, Fontana TL 5323.
Folk Dances of Greece, Folkways P 454.
Greek Island and Mountain Songs, Vogue MDEVR 9329.

«Κερκυραϊσμός ή κορφίτιδα: Αποδοχές και αντιρρήσεις προς την ταυτότητα των Κερκυραίων εκπροσώπων της Επτανησιακής Σχολής».΄Αρθρο του καθηγητή Θεοδόση Πυλαρινού

Πυλαρινός, Θεοδόσης

Ο Θεοδόσης Πυλαρινός είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο (Κέρκυρα), όπου διδάσκει νεοελληνική φιλολογία και ιστορία του γλωσσικού ζητήματος. Έχει δημοσιεύσει μελέτες στα περισσότερα σύγχρονα λογοτεχνικά περιοδικά. Είναι σύμβουλος έκδοσης και επιμελητής του λογοτεχνικού περιοδικού "Πόρφυρας" και επιστημονικός υπεύθυνος των "Κερκυραϊκών Χρονικών". Επιμελήθηκε διάφορους αφιερωματικούς τόμους και ειδικά τεύχη των περιοδικών "Πόρφυρας" και "Πάροδος". Για το βιβλίο του "Μεθιστορία, μύθος και ιστορία στην ποίηση" του Κυριάκου Χαραλαμπίδη τιμήθηκε στην Κύπρο με το Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου.

 

Στην επάνω σειρά, από αριστερά: Ο πεζογράφος Κων. Θεοτόκης, ο ζωγράφος Σ. Δεσύλλας, ο ποιητής Λορέντζος Μαβίλης, και ο μεταφραστής Ανδρ. Κεφαλληνός. Στην κάτω σειρά, από αριστερά: Ο ιδιοκτήτης του σπιτιού Μαρτζούκος, ο ποιητής Θρασύβουλος Σταύρου, η ποιήτρια Ειρήνη Δενδρινού, ο λογοτέχνης Αλέξανδρος Πάλλης και ο λόγιος Μωυσής Χαϊμης

 

Η ταυτότητα ενός περιορισμένου εδαφικά χώρου δεν είναι κάτι το μονομερές ή το μονο- σήμαντο. Συνιστά σύγκλιση και σύζευξη πολλών επί μέρους παραγόντων, οι οποίοι αντανακλούν τις ιστορικές περιπέτειες του συγκεκριμένου χώρου, τις σχέσεις του με όμορους, όμαιμους, ομόγλωσσους ή ομοεθνείς αλλά και την επικοινωνία  του με αλλότριους και αλλογενείς. Η αυθεντικότητά της, ωστόσο, εξαρτάται από τη αρμονική σύνθεση των προηγούμενων συμπτώσεων σε ενιαίο όλο, που το διακρίνει η πρωτοτυπία και η ιδιότυπη δημιουργία, η υπέρβαση δηλαδή των πρώτων υλών και των συστατικών που την δημιούργησαν.

Είτε για πολιτική και εθνική ταυτότητα πρόκειται, είτε για θρησκευτική, γλωσσική, πολιτισμική, σε καμία περίπτωση δεν είναι αυτόνομο το ένα των γνωστών αυτών ειδών από τα άλλα. Αν αναδεικνύεται μία μορφή περισσότερο, αυτό εξαρτάται από τις επικρατούσες συνθήκες, στη βάση των οποίων και πάλι ενυπάρχουν σπερματικά και οι άλλες κατηγορίες, οφείλεται δε η ακμή αυτή στις ιδιαιτερότητες του ευρέος ή στενότερου τόπου που καλλιεργεί και εκδηλώνει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο την ταυτοτική του αναγκαιότητα και ιδιογένεια.

Η πολιτισμική ταυτότητα, στην περιοχή της οποίας εντάσσεται η λογοτεχνική, εξαρτάται σε μεγαλύτερο βαθμό από πρωτογενείς παράγοντες, επειδή ακριβώς αποτελεί σύνθεση και κορύφωση πολιτικών και κοινωνικών δεδομένων. Πλεονεκτεί όμως από το γεγονός ότι, ενέχοντας αυτούς, συνιστά συνθετότερη, επομένως και ποιοτικότερη, συνεπώς και χαρακτηριστικότερη μορφή.

Η λογοτεχνική ταυτότητα, με την οποία θα ασχοληθούμε, που έμεινε γνωστή ως κερκυραϊσμός, επί το παθολογικό ως κορφίτιδα και απαξιωτικά ως κολοκυθοκορφίτιδα, παρουσιάζει τα εξής βασικά χαρακτηριστικά:

α) Εκδηλώνει με συγκεκριμένο ιδιάζοντα τρόπο τις πολιτικές εξελίξεις και τις κοινωνικές –αστικές στην ιδιοσυστασία τους–, ζυμώσεις, συνακόλουθα δε και κατεξοχήν την παιδευτική και πολιτιστική ακμή του κερκυραϊκού χώρου, όπως εξελίχθηκε αυτή σταδιακά ολόκληρο τον 19ο αιώνα, προόδευσε και κορυφώθηκε στο δεύτερο μισό του και αντιστάθηκε  δυναμικά και με αξιώσεις, οι οποίες είναι ορατές κυρίως από την εμφύτευση βασικών γνωρισμάτων της κερκυραϊκής ταυτότητας σε διάδοχους χώρους, δείγμα της αντοχής και της ισχύος της αυτό, κατά το πρώτο τέταρτο του 20ού αιώνα.

β) Η στενότητα του χώρου της Κέρκυρας αποτελεί αξιοσημείωτο στοιχείο της ακμής και της αξίας του φαινομένου, το οποίο αναπτύχθηκε με μεγάλους και ταχείς ρυθμούς, δυσανάλογους της τοπικής έκτασης, εδρασμένου στη σφριγηλή εντοπιότητα, η ο- ποία παρουσίαζε την εγγενή αντίφαση όλων των συναφών φαινομένων, την αδυναμία δηλαδή αφενός να περιοριστεί στα ασφυκτικά όρια του χώρου γένεσής του και την αδήριτη ανάγκη αφετέρου να κινηθεί κεντρομόλα, δηλαδή εξωστρεφώς, με αξιώσεις μάλιστα ηγετικές. Με άλλα λόγια, περιγεγραμμένοι χώροι που αδυνατούν να απορροφήσουν τους πνευματικούς καρπούς τους αποτελούν παραδείγματα ποιοτικών μορφωμάτων, η μοίρα και η καταστροφή των οποίων συνδέεται με την απορροή των καρπών αυτών.

γ) Οι αντιθέσεις και η σύγκρουση του κερκυραϊσμού τόσο εσωτερικά όσο και σε πανελλήνιο επίπεδο αποδεικνύει, και από την έποψη αυτή, τη σημασία του ως πνευματικού μεγέθους. Αρχικά, η διαφοροποίησή του από την άλλη επτανησιακή παραγωγή δηλώνει την οντότητα και την ουσία της προσφοράς του, όταν μάλιστα οι άλλες επτανησια-


κές λογοτεχνικές εστίες έσβηναν η μία μετά την άλλη με την απορρόφησή τους από το κέντρο των Αθηνών. Και η σύγκρουση όμως με τη ραγδαία αναπτυχθείσα πρωτεύουσα, που αποτέλεσε πνευματικό χωνευτήρι, προσαποδεικνύει την σημασία ενός τόσο μικρού χώρου.1

Θα αναφερθούμε στο σημείο αυτό στην ονοματοθεσία του όρου, με την παρατήρηση ότι ως πράξη η ονομασία των πάσης φύσεως φαινομένων αποδεικνύει, και αυτή, τη σημασία, την εμβέλεια και τις επιδράσεις που αυτά ασκούν. Και θα σημειώσουμε ότι η εν λόγω ονομασία, όντας διπλή, κερκυραϊσμός επισήμως και κορφίτιδα περιπαικτικά, αποδεικνύει αφ’ εαυτής τη βαρύτητά της. Κερκυραϊσμός είναι η κύρια απόδοσή του, που ως όρος πρέπει να λεχθεί ότι έχει χρησιμοποιηθεί κυρίως από μη Κερκυραίους. Κορφίτιδα,2 με την κατάληξη της παθογένειας που αποδίδεται στις σοβαρές ασθένειες, αποκλήθηκε από μη Κερκυραίους, μαρτυρημένα από τον Δημήτριο Καμπούρογλου, με διάθεση σατιρική και μια κάποια κακεντρέχεια, ανάμικτη με ζηλοτυπία, προερχόμενες από την ελάσσονα αντιμετώπιση που είχε το δικό του συγγραφικό, ή μάλλον λογοτεχνικό, έργο στην πρωτεύουσα.Η σατιρική, πάντως, απόδοση είναι εύγλωττη απόδειξη για το πόσο απασχόλησε τους αντιταχθέντες στην κατεξοχήν λογοτεχνική αυτή παραγωγή.

 

 

Ένα, επίσης, σημείο που πρέπει να τονιστεί είναι η ταύτιση του κερκυραϊσμού, κυρίως αν όχι αποκλειστικά, με τη λογοτεχνική ακμή της Κέρκυρας, επειδή ακριβώς  η λογοτεχνία, είτε ως πλούσια αναγεννητική και ποιοτική παραγωγή ανέδειξε την πρόοδο του τόπου είτε γιατί συνδέθηκε η παραγωγή αυτή με την καθιέρωση της γλώσσας του λαού είτε διότι πρόβαλε μεγάλες φυσιογνωμίες, όπως του Διονυσίου Σολωμού, του Ιακώβου Πολυλά, του Γεωργίου Καλοσγούρου, του Λορέντσου Μαβίλη, του Κωνσταντίνου Θεοτόκη, για να περιοριστούμε στα κορυφαία μόνο πρόσωπα της λογοτεχνικής αυτής σχολής, η οποία –πρέπει να το υπενθυμίσουμε– συνιστά το πνευματικό γεγονός των εξελίξεων δύο τουλάχιστον αιώνων, με  κορύφωση στο β΄ μισό του 19ου αιώνα Ο όρος κερκυραϊσμός αποδόθηκε και σε άλλες περιπτώσεις του κοινωνικού ή πολιτικού βίου, όμως η κα-

θιέρωσή του οφείλεται πρωτίστως και κατά κύριο λόγο στην επιχώρια σχολή και τα απο-

τελέσματά της. Προφανώς δε η σχολή αυτή εξέφρασε πολιτικές αρχές, ιδεολογία και ιδι-

ογενές ήθος.

Όσο αξιοπρόσεκτη είναι η ισχύς του κερκυραϊσμού, άλλο τόσο αξιοσημείωτη είναι η δημιουργία και η αυτοτέλεια της λεγόμενης Κερκυραϊκής σχολής (ο όρος χρησιμοποιήθηκε από τον Κωστή Παλαμά), η οποία σε βραχύτατο χρονικό διάστημα παρήγαγε μεγάλο ποιοτικά και ποσοτικά έργο, ανέδειξε τον γενάρχη της νεοελληνικής ποίησης και μετά από αυτόν μία σειρά σημαντικών μαθητών –πρώτο τον Ιάκ. Πολυλά, ο οποίος ουσιαστικά την θεμελίωσε και την επέβαλε– με τεράστια συμμετοχή στην επικράτηση της δημοτικής, με την προβολή λογοτεχνικών ειδών, όπως της κριτικής (από τον ίδιο τον Ιάκ. Πο-

 

 

 --------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

 

1 Θεοδόσης Πυλαρινός, Επτανησιακή σχολή. Εκδόσεις Σαββάλας, Αθήνα 2003, σ. 99-100.

2 Θεοδόσης Πυλαρινός, Επτανησιακή σχολή, ό.π., σ. 200-201.

3 Βλ. σ. 31: «Αυτός [...] ο Ντίνος Ελευθερουδάκης δεν θ’ αφίση έναν Κερκυραίον ανέκδοτον!; Τι Κορφίτις

είναι αυτή η αρρώστεια που τον έπιασε!...; και καλά όταν είναι Κορφίτις (που πράγματι αξίζει ο κόπος)

αλλ’ όταν είναι κατά τα θρύψαλά μου [πρόκειται για τίτλο βιβλίου του] Κολοκυθοκορφίτις!». Είναι προφα- νές ότι ενοχλείται ο Δημ. Καμπούρογλου από την εκδοτική πολιτική του Κ. Ελευθερουδάκη, η οποία όμως, αν μη τι άλλο, δηλώνει την προτίμηση που είχε η κερκυραϊκή λογοτεχνική παραγωγή στην Αθήνα. Βέβαια, δεν μπορεί να αντιταχθεί στον Κωνστ. Θεοτόκη, που την εποχή εκείνη διαβάζεται πολύ στην Αθήνα, γι’ αυτό και προσπερνά επαινετικά την κορφίτιδα, υπονοώντας με την κολοκυθοκορφίτιδα τα ελάσσονα έργα των Κερκυραίων, τα οποία εξέδωσε ο Κ. Ελευθερουδάκης. Στην ημιπαιγνιώδη αναφορά του στα Θρύψαλα, στο δικό του  βιβλίο, διακρίνει κανείς την ανάγκη του να αυτοπροβληθεί, πράγμα σύνηθες στον Δημ. Κα- μπούρογλου και συχνά συναντώμενο στην αλληλογραφία του με την Κατίνα Παπά. Και κάτι ακόμη, ο Δημ. Καμπούρογλου έχει μικρή και ένοχη σύγχυση: είναι η κορφίτις ασθένεια ή όχι; Αλλιώς δεν εξηγείται η διορθωτική κίνησή του από την κορφίτιδα στην κολοκυθοκορφίτιδα.


λυλά),4  ως αυτόνομης φιλολογικής εργασίας, και της μετάφρασης από όλους ανεξαιρέ-

τως, και με ιδιαίτερες επιδόσεις τους εκπροσώπους της.

Πρέπει να σημειωθεί ότι οι άνδρες του χώρου αυτού συνέπεσαν, ορθότερα υπήρξαν γεννήματα του όλου κλίματος που περιγράψαμε· ότι οικειοποιήθηκαν και προάσπισαν με αποστολικό ζήλο το έργο του Διον. Σολωμού και ότι το ανέδειξαν με ξεχωριστή, απολογητική5 ή κηρυγματική,6 κατά περίπτωση, ευλάβεια, ώστε να πολιτογραφηθεί ο Ζακύνθιος ποιητής ως γενάρχης τους· ότι παρέβλεψαν και παραμέρισαν για λόγους ιδεολογικής καθαρότητας και γλωσσικής συνέπειας το έργο του Ανδρέα Κάλβου,παρά την ταυτόχρονη με τον Διον. Σολωμό και επί αρκετά χρόνια παραμονή και δημόσια παρουσία του στην Κέρκυρα· και, ακόμη, ότι η σχολή αυτή διαμόρφωσε ευδιάκριτα γνωρίσματα, τα οποία τηρήθηκαν απαρέγκλιτα και με ιδιαίτερη αυστηρότητα, και μεταφυτευόμενα σταδιακά αλλά σταθερά μετά την Ένωση στον ελλαδικό κορμό και στο πλουραλιστικό κέντρο του την εποχή των πανελλήνιων συνθέσεων σφράγισαν τη νεοελληνική πραγματι- κότητα, μετέχοντας στη δημιουργία μιας εθνικής, έξω από τοπικές πλέον διακρίσεις και σχολές, λογοτεχνίας.

Αυτή, εξάλλου, υπήρξε και η αχίλλειος πτέρνα της σχολής της Κέρκυρας και της ιδεολογικής έκφρασής της, του κερκυραϊσμού, η εμμονή των εκπροσώπων της από τη μία πλευρά στα σολωμικά προτάγματα και εν συνεχεία στην αδιαπραγμάτευτη εντοπιότητα, την παραγωγή δηλαδή πνευματικού έργου εστιασμένου αποκλειστικώς και μόνο στα αμιγή κερκυραϊκά δεδομένα, και από την άλλη στην αναπόφευκτη, ως επιβαλλόμενη εκ των πραγμάτων, εξωστρέφεια, η οποία και αποτελούσε την εναγώνια και εκ των πραγμάτων αντιφατική προσπάθεια κατοχύρωσης των πνευματικών κεκτημένων, με τη μετακένωσή τους στο προϊόν των επικείμενων συνθέσεων. Κατανοούσαν, με άλλα λόγια, οι λογοτέ- χνες αυτοί, πιεζόμενοι από τις ιστορικές αλλαγές, ότι η επιχωριότητα αποτελούσε αδιέξοδη εσωστρέφεια και ότι ήταν αδήριτη η ανάγκη να εμπλακούν δημιουργικά και με αξιώσεις στις νέες πνευματικές και ιδεολογικές κυοφορίες, μεγάλο μέρος των οποίων ήταν

άμεσα συνδεδεμένο με τη δημοτική γλώσσα, στην οποία οι Κερκυραίοι είχαν αναλώσει

μεγάλες δυνάμεις και είχαν επενδύσει σ’ αυτήν.

 

 ---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

 

4 Ο ίδιος ο Ιάκ. Πολυλάς, εξάλλου, σήμανε και την κερκυραϊκή έναρξη της πεζογραφίας, με τα τρία διηγή- ματά του, εμπνευσμένα και δομημένα επάνω στην εντοπιότητα του νησιού του. Βλ. Θεοδόσης Πυλαρινός, Επτανησιακή σχολή, ό.π., σ. 88-89.

5 Βλ. τα επιθετικά κείμενα του Ιάκ. Πολυλά α) κατά του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, «Η λόθρα και η καταβό-

θρα» (επίκριση της Ωδής του Αρ. Βαλαωρίτη στον Πατριάρχη Γρηγόριο Ε΄) και «Απάντησις ενού τζαγκα- ρόπουλου εις την επιστολήν του Αρ. Βαλαωρίτου» (βλ. Πολυλάς, Άπαντα. Αναστύλωσε Γ. Βαλέτας, εκδ. Ν.Δ. Νίκα, Αθήνα 1950, σ. 186-196 και 197-199, αντίστοιχα) και β) κατά του Σπυρίδωνα Ζαμπελίου, «Πό-

θεν η μυστικοφοβία του κ. Σπ. Ζαμπελίου. Στοχασμοί» (βλ. ό.π., σ. 138-163). Δες, επίσης, Λορέντσου Μα-

βίλη, Τα κριτικά κείμενα. Φιλολογική επιμέλεια Θεοδόσης Πυλαρινός, ΣΩΦ, Αθήναι 2007, σ. 27-28.

6 Βλ. τα «Προλεγόμενα» του Ιάκ. Πολυλά στα Ευρισκόμενα του Διον. Σολωμού (Πολυλά, Άπαντα, ό.π.) και

Μαβίλη, Τα κριτικά κείμενα, ό.π.

7 Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα στην Κέρκυρα, και στους κύκλους των λογίων ακόμη (είτε στην Ιόνιο Ακα-

δημία είτε στην Αναγνωστική Εταιρία, δεν ευνόησε την περίπτωση Ανδρ. Κάλβου ως ποιητή, παρά το ότι ως καθηγητής έχαιρε καλής φήμης. Ο Ανδρέας Μουστοξύδης, ιδίως ο Πέτρος Βράιλας Αρμένης που πρό- σεξε το σολωμικό έργο, δεν πρόβαλλαν τον Ανδρ. Κάλβο ως ποιητή, παρά το ότι και τον ίδιο και τις ωδές του γνώριζαν. Μόνο για τον Ιωάννη Πετριτσόπουλο γνωρίζουμε ότι είδε θετικά την καλβική ποιητική και γλωσσική πρόταση, και μάλιστα τον μιμήθηκε. Βλ. Θεοδόσης Πυλαρινός, α) «Δύο άγνωστα ποιήματα του Κερκυραίου λογίου Ιωάννη Πετριτσόπουλου», Πόρφυρας, τχ. 120 [2006], σ. 345-347, β) «Γλωσσικές ανη- συχίες και αναζητήσεις στην Κέρκυρα προ της αφίξεως του Διονυσίου Σολωμού. Η περίπτωση του Ιωάννη Πετριτσόπουλου»», Πρακτικά Η΄ Διεθνούς Πανιονίου Συνεδρίου, Κύθηρα, 21-25 Μαΐου 2006, τ. IVβ, «Ε- πτανησιακός πολιτισμός, μέρος Β΄, σ. 329-348, Κύθηρα 2009, γ) «Οι γλωσσικές θέσεις του Πέτρου Βράιλα Αρμένη», Κερκυραϊκά Χρονικά, περίοδος Β΄, τ. Β΄, Κέρκυρα 2005, σ. 181-210. Προφανώς, δεν είναι τυχαίο γεγονός η μη αναφορά του ονόματος του Ανδρ. Κάλβου στα κριτικά κείμενα ή την αλληλογραφία του Ιάκ. Πολυλά και μετά από αυτόν του Γ. Καλοσγούρου, του Λορ. Μαβίλη και του Κωνστ. Θεοτόκη.


Η αντίφαση αυτή εκδηλώθηκε και στο πολιτικό πεδίο (οι Ιωάννης Καποδίστριας – Γεώργιος Θεοτόκης – Πέτρος Βράιλας Αρμένης μας οδηγούν με την πολιτεία τους στο διάστημα της εξεταζόμενης εποχής στα ίδια συμπεράσματα, τα οποία, τουλάχιστον ως προς τον πρώτο εξ αυτών, τα έχει επισημάνει ο Λορ. Μαβίλης8)· εκδηλώθηκε και στη μουσική, ασχέτως αν δεν απέκτησε η μουσική σχολή της Κέρκυρας την ίδια οντότητα και δεν φαίνεται να απέδωσε ισάξιους καρπούς με τη λογοτεχνική παραγωγή.

Η ονομασία «Κερκυραϊκή σχολή», ο βασικός εκπρόσωπος και εκφραστής, όπως αναφέραμε,  του κερκυραϊσμού, μαρτυρείται ως λογοτεχνικό φαινόμενο από μη Κερκυραίους. Μάλιστα, δεν μπορεί να μην παρατηρήσει κανείς μια τάση διαχωρισμού της από την ευρύτερη Επτανησιακή9 (ο Κ. Παλαμάς, όπως αναφέρθηκε, κάνει λόγο για σχολή της Κέρκυρας). Αναφέραμε κατ’ επανάληψη τον Κ. Παλαμά, το κριτικό κύρος του οποίου επενισχύει τη σημασία της, αφού η εμφάνιση του όρου έγινε στην Αθήνα, στον χώρο του ανταγωνισμού και του αντίπαλου δέους. Αποδεχόταν, με άλλα λόγια, το φαινόμενο καθαυτό και την προσφορά του –οι μελέτες του για τους Κερκυραίους και τα ποιήματά του για τους λογοτέχνες του νησιού, εξ ίσου κριτικού ενδιαφέροντος με εκείνες,10 δηλώνουν έμπρακτα την αναγνώρισή της. Ο ίδιος, εξάλλου, αποτέλεσε φορέα της μεταβίβασης της κερκυραϊκής λογοτεχνίας στις φιλολογικές ζυμώσεις και τις γλωσσικές ανακατατάξεις που συντελούνταν στην Αθήνα, ως μέτοχος μάλιστα των αλλαγών αυτών αξιοποίησε δεόντως τη σπουδαία αυτή περιουσία, με τον δικό του βεβαίως τρόπο, και κυρίως τη δική του ερμηνεία του σολωμικού έργου.

Ο λογοτεχνικός ορισμός του κερκυραϊσμού, ο οποίος αντιπροσωπεύει το φαινόμενο σε όλο του το πολιτικοκοινωνικό φάσμα, ενέχει τα ακόλουθα γνωρίσματα:

α) Τον διακρίνει η κερκυραϊκή εντοπιότητα,11 με σαφή διαχωρισμό τόσο από τα λογοτεχνικά δρώμενα των Αθηνών, όσο και της άλλης Επτανήσου. Η πρόταση του όρου Ζακυνθία σχολή,1καίτοι δεν τελεσφόρησε, όμως καθιστά σαφή την ενδοεπτανησιακή διαφοροποίηση, η οποία στηρίχθηκε κυρίως  στην αλλότροπη θεώρηση του σολωμικού

έργου. Το αφηγηματικό έργο του Ιάκ. Πολυλά, του Κωνστ. Θεοτόκη,13  της Ειρήνης Α.

Δεντρινού, του Ηλία Σταύρου, καθώς και του λαϊκού ποιητή Σπύρου Περούλη –αλλά και μιας πλειάδας άλλων ελασσόνων λογοτεχνών– αποτελεί εύγλωττο δείγμα της προβολής της εντοπιότητας αυτής.

β) Αποδίδει τη θεωρητική κρυστάλλωση και αποτίμηση του λογοτεχνικού φαινομέ-

νου καθαυτό. Η Ειρ. Α. Δεντρινού, για παράδειγμα, με αυτό τον στόχο εξέδωσε βιβλίο

 --------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

8 Βλ. Μαβίλη, Τα κριτικά κείμενα, ό.π., σ. 30, 78, 82, 106, 183, 356.

9 Βλ. Θ. Πυλαρινός, «Από την αλληλογραφία Κωνστ. Θεοτόκη και Ειρήνης Α. Δεντρινού», Πόρφυρας, τχ.

80 (1997), «Κ. Θεοτόκης. Τα Πρακτικά ενός Συνεδρίου, Κέρκυρα, Γενάρης-Μάρτης 1997», σ. 217-222 (221).

10  Βλ. Θεοδόσης Πυλαρινός, «Οι ‘έμμετρες κριτικές’ του Κωστή Παλαμά για τους Επτανήσιους», στον τόμο Κωστής Παλαμάς. Μελετήματα. Βιβλιοθήκη Τράπεζας Αττικής, Αθήνα 2004, σ. 15-49.

11 Βλ. χαρακτηριστικά τα τρία διηγήματα του Ιάκ. Πολυλά (βλ. Πολυλάς, Άπαντα. ό.π., σ. 15-82, «Ένα μι-

κρό λάθος», «Η συχώρεσις» και «Τα τρία φλωριά»), όλα τα μυθιστορήματα και τη νουβέλα Η τιμή και το χρήμα, τα Διηγήματα [Κορφιάτικες ιστορίες] (Τυπογραφείο «Κείμενα», Αθήνα 1982) και την Αγάπη παρά- νομη (εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1977) του Κωνστ. Θεοτόκη, τα Ηθογραφικά διηγήματα των Κερκυραίων

αγροτών του Ηλία Σταύρου (Ηλία Σταύρου, Τα ευρισκόμενα. Εταιρεία Κερκυραϊκών Σπουδών, Κέρκυρα

2009, σ. 151-211), και τον Εξαγνισμό! της Ειρ. Α. Δεντρινού (εκδ. «Γράμματα», Αλεξάντρεια 1923).

12 Θεοδόσης Πυλαρινός, Επτανησιακή σχολή, ό.π., σ. 15 και 18.

13  Αξίζει να παραθέσουμε την άποψη του Ηρ. Αποστολίδη για την προτίμηση των Κερκυραίων προς την εντοπιότητα, τονίζοντας ως βασικό κατά τη γνώμη του αίτιό της –άποψη εμφανώς μονόπλευρη–,  το αδια-

μόρφωτο της γλώσσας και τις επιπτώσεις του στη λογοτεχνία και παραβλέποντας την προβολή της εντοπιό-

τητας: «Μην κυττάς ο Θεοτόκης τι έκανε. Αυτός το έθεσε ως αρχήν να γράψη Κερκυρέικα. Επειδή δεν εύρισκε –έλεγε– σχηματισμένη τη γλώσσα την Νεοελληνική. Σήμερα η γλώσσα  σχηματίζεται πια η ‘αστι- κή’, που μιλούν  δυο τρία εκατομμύρια Έλληνες και αυτή θα επικρατήση. [...]». Η αστική είναι η πανελλή- νια, η απόρροια των συγκλίσεων και συνθέσεων των αρχών του 20ού αιώνα. Βλ. Περιοδικόν Μεγάλη Ελλη- νική Εγκυκλοπαιδεία, τχ. 51 (13-2-1927), σ. 1, «Η στήλη μου».


μελετημάτων1για τους λογοτέχνες της Κέρκυρας,1με τίτλο Κερκυραϊκή σχολή.1Με ενωτικές διαθέσεις ο παραγνωρισμένος σήμερα λόγιος και συγγραφέας Θεόδωρος Βελλιανίτης θεωρεί αυτήν ως συνέχεια και σύμφωνα με τα λεγόμενά του ως «εξακολούθησιν της Ζακυνθίας τοιαύτης». Ο Λορ. Μαβίλης, πάλι, στα κριτικά έργα του περιγράφει σαφώς τα όρια του κερκυραϊσμού. Πρέπει να επαναληφθεί στο σημείο αυτό ότι οι δύο ονομασίες είναι αποτέλεσμα της διαφορότροπης πρόσληψης του Διον. Σολωμού. Και οι δύο τάσεις επικαλούνται το όνομά του και των δύο οι εκπρόσωποι θεωρούν ότι αποτελούν τους αυθεντικούς συνεχιστές του, είναι δε χρήσιμο το παράδειγμα αυτό για τη διαμόρφωση επί μέρους ταυτοτικών ενδείξεων.

γ) Συνιστά την αυστηρή τήρηση του σολωμικού κανόνα. Τα αντιβαλαωριτικά κείμενα του Ιάκ. Πολυλά ή οι κριτικές θέσεις του Λορ. Μαβίλη, με ενδιαφέρουσες αιχμές κατά του Κ. Παλαμά17 και του Γιάννη Ψυχάρη,18 αρκούν ως παράδειγμα προς απόδειξη της υπερβολής ή, μάλλον, της θρησκευτικής ευλάβειας, με την οποία τηρήθηκε η γραμμή αυτή.

δ) Σημαίνει την καθιέρωση της δημοτικής ως λογοτεχνικής και περαιτέρω ως εθνικής γλώσσας, συνδυασμένης στενά με τον πατριωτισμό.19 Αρκεί να αναφέρουμε δύο παραδείγματα για άμεση τεκμηρίωση: α) Το περιοδικό της «Οκτανδρίας»,20 που τιτλοφορή- θηκε Εθνική Γλώσσα και β), κατά τον μεταβατικό μετεωρισμό των τελευταίων Κερκυραίων εκπροσώπων, τη στράτευσή τους, εν όψει του κοινού κινδύνου της δημοτικής, στον Νουμά, το μαχητικό όργανο του δημοτικισμού, παρά τις σημαντικές διαφορές τους21 μ’ αυτόν και τις αντιθέσεις τους στις ακρότητές του.

ε) Σχετίζεται με τον σχεδιασμό της Εθνικής Γλώσσας, περιοδικού που γνωρίζουμε τους στόχους από τη σωθείσα αναγγελία έκδοσής του –το ίδιο δεν κυκλοφόρησε ποτέ, παρότι ο πρώτος αριθμός του πήγε στο τυπογραφείο στη Λειψία–, κατεξοχήν δε με την έκδοση του περιοδικού οργάνου της όψιμης φάσης της σχολής της Κέρκυρας. Εννοούμε

 

 --------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

14 Πρόκειται για ομιλίες της, με πολλά άγνωστα στοιχεία, που συνεκδόθηκαν στον τόμο Η Κερκυραϊκή σχο-

λή (=Κερκυραϊκά Χρονικά, τ. ΙΙΙ, Κέρκυρα 1953 και β΄ έκδοση το 1971).

15 Ο Ανδρ. Κάλβος ασφαλώς απουσιάζει από αυτό. Το βιβλίο της Ειρ. Α. Δεντρινού είναι ιδιαίτερα χρήσι-

μο σήμερα, διότι, εκτός από τους γνωστούς Κερκυραίους λογοτέχνες, διέσωσε στοιχεία για λησμονημένους σήμερα Κερκυραίους συγγραφείς, όπως ο Στέλιος Χρυσομάλλης και ο Γλαύκος Πόντιος (=Νίκος Κογεβί- νας). Πρέπει να επισημάνουμε επίσης ότι βασικό μέλημα των τελευταίων εκπροσώπων της Κερκυραϊκής

σχολής (του Λορ. Μαβίλη και κυρίως, λόγω του πρόωρου θανάτου εκείνου, του Κωνστ. Θεοτόκη και της

Ειρ. Α. Δεντρινού) υπήρξε η διάσωση του έργου των μελών της σχολής τους. Στο πλαίσιο αυτό συνέλεξαν και εξέδωσαν τόσο το έργο του Λορ. Μαβίλη (Λορέντσου Μαβίλη, Τα έργα. Αλεξάντρεια 1915, έκδοση του λογοτεχνικού περιοδικού Γράμματα), όσο και του Γλαύκου Πόντιου (Νικ. Κογεβίνα [Γλαύκου Πόντι- ου], Τα έργα. Προλεγόμενα Ειρήνης Δεντρινού, Τυπογραφείον «Εστία», Αθήνα 1916).

16  Βλ. Θεόδωρος Βελλιανίτης, Πολυλάς, Μαρκοράς και η Σχολή της Κέρκυρας.   Φιλολογικός Σύλλογος

«Παρνασσός», αρ. 4, Αθήνα 1970.

17 Βλ. Μαβίλη, Τα κριτικά κείμενα, ό.π.

18 Βλ. Μαβίλη, Τα κριτικά κείμενα, ό.π., σ. 77-78, 182.

19  Βλ. Λορέντσου Μαβίλη, Τα έργα. Αλεξάντρεια 1915, έκδοση του λογοτεχνικού περιοδικού Γράμματα, και το ίδιο κείμενο στο:  Μαβίλη, Τα κριτικά κείμενα, ό.π., σ. 168-176, «Λόγος για το γλωσσικό ζήτημα στη συνεδρίαση της Βουλής της 26 Φεβρ. 1911».

20  Την αποτελούσαν οι Ιάκωβος Πολυλάς, Γεράσιμος Μαρκοράς, Κάρολος Μάνεσις, Στέλιος Χρυσομάλ-

λης, Γεώργιος Καλοσγούρος, Ανδρέας Κεφαλληνός, Νίκος Κογεβίνας και Λορέντσος Μαβίλης. Για το

«Πρόγραμμά» της βλ. Πολυλάς, Άπαντα. Αναστύλωσε Γ. Βαλέτας, εκδ. Ν.Δ. Νίκα, Αθήνα 1950, σ. 200-

201.

21 Ο Λορ. Μαβίλης, για παράδειγμα, δεν συνεργάστηκε στον Νουμά, έχοντας περαιτέρω και (μαρτυρημέ-

νες) αντιρρήσεις για τη φιλολογική επιμέλεια και τις διορθώσεις των φύλλων του (βλ. Μαβίλη, Τα κριτικά κείμενα, ό.π., σ. 255-256). Η Ειρ. Α. Δεντρινού σε επιστολή της προς τον Κωνστ. Θεοτόκη  του προτείνει γλωσσικές διορθώσεις σε κείμενά του στο εφημεριδόμορφο αυτό περιοδικό, με το ψυχαρικό φθογγολογικό

του οποίου είχε εκείνος συμβιβαστεί. Βλ. Θ. Πυλαρινός, «Από την αλληλογραφία Κωνστ. Θεοτόκη και

Ειρήνης Α. Δεντρινού», Πόρφυρας, τχ. 80 (1997), «Κ. Θεοτόκης. Τα Πρακτικά ενός Συνεδρίου, Κέρκυρα,

Γενάρης-Μάρτης 1997», σ. 199-200.


την Κερκυραϊκή Ανθολογία, με ύλη αμιγώς κερκυροκεντρική, είτε αυτή αναφερόταν στη δημοσίευση ανέκδοτων έργων των παλαιοτέρων είτε στην ανάδειξη των ειδολογικών και γλωσσικών προτιμήσεων της Σχολής της Κέρκυρας είτε στην παρουσίαση της σύγχρονης λογοτεχνικής παραγωγής του χώρου τους είτε, τέλος, στην προβολή των νέων Κερκυραίων δημιουργών, στο πλαίσιο της συνέχειας και της εξασφάλισης διαδόχων, θέματος ζωτικού ενδιαφέροντος και γνωρίσματος εν τέλει της εν λόγω σχολής.

ζ) Διακηρύσσει τον πατριωτισμό, την ένωση των απανταχού δυνάμεων του ελληνισμού (έμπρακτη απόδειξη με ενσυνείδητη απεμπόληση μέρους της αυτονομίας της επτανησιακής σφραγίδας υπήρξε η ιδεολογική και πρακτική συνεισφορά στον αγώνα για την Ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα), την αρραγή ενότητα και τον ηγετικό προορισμό του ελληνισμού. Η συμμετοχή του Λορ. Μαβίλη και του Κωνστ. Θεοτόκη στους απελευθερωτικούς αγώνες της Κρήτης και της Ηπείρου, και ο θάνατος του πρώτου πολεμώντας στον Δρίσκο, αποτελούν έμπρακτες αποδείξεις.

η) Εκπροσωπεί τη συνεχή πνευματική αναζήτηση, λόγω της ευρωπαϊκής εμπειρίας και της γλωσσομάθειας των Κερκυραίων λογοτεχνών, καθώς και την ανανέωση των ειδών. Η καλλιέργεια της πεζογραφίας και οι επιδόσεις σ’ αυτήν, παρά τον ποιητικό προσανατολισμό ολόκληρης της Επτανησιακής σχολής, δηλώνει την ειδολογική αυτή στροφή ως ανανέωση, που σήμαινε όμως και τη μακροημέρευση της λογοτεχνικής παραγωγής και παράδοσης του χώρου τους. Και η προσεκτική φιλολογική και κριτική εργασία τους, με νέες αναγνωστικές προτάσεις και εθνοκοινωνικό χαρακτήρα, στον ίδιο επίσης απέβλεψε σκοπό.

θ) Αφορά, σύμφωνα με τη σολωμική κληροδοσία, στην έμφαση που πρέπει να δίνε- ται στη δομή του λογοτεχνήματος, πρωτίστως δηλαδή στην αρμονική σύζευξη της μορφής με το περιεχόμενο.

ι) Σχετίζεται με τη μεγάλη επίδοση στο μεταφραστικό έργο, το εθνωφελές και δημοτελές του οποίου συνίστατο αφενός στις ευκαιρίες για δοκιμή, βελτίωση και κρυστάλλωση της δημοτικής, ως οργάνου αυτάρκους για την απόδοση των υψηλών νοημάτων, καθώς και ως μεταδότη των αριστουργημάτων της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας στη δημοτική γλώσσα, με προγραμματικό στόχο την καλλιέργεια και την ανύψωση του μορφωτικού επιπέδου των πολλών. Ο Ιάκ. Πολυλάς που άνοιξε δρόμους στο ζήτημα αυτό, ο Κωνστ.

Θεοτόκης με το πληθωρικό και πολύμορφο μεταφραστικό έργο του,2αλλά και λόγιοι, όπως ο Γεώργ. Καλοσγούρος2και ο Ν. Κογεβίνας, γνωστότερος με το ψευδώνυμο ως Γλαύκος Πόντιος –οι δύο τελευταίοι αφιερώθηκαν, σημειωτέον, αποκλειστικά και μόνο στη μετάφραση και τη θεωρία της– καθιστούν εμφανείς τις μεταφραστικές προθέσεις της σχολής της Κέρκυρας.

Και περαιτέρω όμως, πρέπει να προσγραφεί στα παραπάνω η σύνθεση του ερωτισμού της φύσης της Κέρκυρας με  τη διάχυτη πνευματικότητα και την υποβολή του χώ- ρου αυτού, επειδή αποτέλεσε συνέπεια κοινωνική, αφού αναδείχθηκε σε ιδεολογία και λογοτεχνική τάση η λατρεία των Κερκυραίων στο πάτριο έδαφος, η ερωτική εξιδανίκευση της γενέθλιας γης και η ηθική στάση τής με κάθε τρόπο πνευματικής προάσπισής της. Αξίζει να αναφερθεί, για να δειχθεί η έκταση του φαινομένου στον κοινωνικό ιστό της πόλης, ότι η Σπιανάδα, η γνωστή μεγάλη πλατεία της πόλης της Κέρκυρας, αποτέλεσε και, κυρίως, προβλήθηκε24 ως κέντρο λογοτεχνικό και σύμβολο, γνωστό και εκτός Κερκύρας, της κερκυραϊκής πνευματικότητας, της παιδείας και της λογοτεχνίας.

 

 

 --------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

22 Βλ. Κωνσταντίνου Θεοτόκη, Ο Φαίδωνας. Έκδοση κειμένου – Εισαγωγή – Γλωσσάρι: Θεοδόσης Πυλα-

ρινός. Εταιρεία Κερκυραϊκών Σπουδών. Κέρκυρα 2009, σ. 17-92, Εισαγωγή.

23 Βλ. Περιοδικόν Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαιδείας, τχ. 119 (26-2-1928), σ. 4, και τχ. 120 (4-3-1928),

σ. 2-3, Γερ. Σπαταλά, «Ο Γεώργιος Καλοσγούρος σα μεταφραστής».

24 Βλ. Μαβίλη, Τα κριτικά κείμενα, ό.π., σ. 32, 51-53, 102, 106, 199, 204, 269, 329.


Ο κερκυραϊσμός, λοιπόν, ως επιχώρια ταυτότητα είναι εμφανές ότι προσέλαβε με- γάλο πνευματικό εύρος, επειδή ακριβώς υπερέβη θεαματικά το εξαιρετικά στενό περί- γραμμα, εντός του οποίου γεννήθηκε και καρποφόρησε. Αυτή όμως η υπέρβαση των ε- σκαμμένων και η έξοδος από τον οικείο χώρο αποτέλεσαν και την αιτία των νομοτελειακών ρωγμών που υπέστη. Η τοπική αυτή ταυτότητα ήταν αναπόφευκτο και λειτουργικά αναμενόμενο να αποδώσει, φθάνοντας δε στο ζενίθ της να μεταδώσει τους χυμώδεις καρπούς της, φυσική συνέπεια της ωριμότητας κάθε φυσικού ή κοινωνικού φαινομένου, που ολοκληρούμενο ρέπει στην αφομοίωση, στη σύνθεση με εκείνα που επιδιώχθηκε να ενισχύσει, και εν τέλει στη διάλυση και τον αφανισμό.

Θεωρούμε σκόπιμο να παρακολουθήσει κανείς αυτή τη διαδρομή μέσα από το έργο συγκεκριμένων εντύπων και εκπροσώπων προς επίρρωση όσων αναφέρθηκαν. Ενδεικτικά, θα αναφερθούμε στα περιοδικά Εστία, Τέχνη, Ο Νουμάς και Παναθήναια, τέσσερα σημαντικά δείγματα του αθηναϊκού περιοδικού τύπου της εποχής. Στην Εστία εμφανίζονται οι Κερκυραίοι διαισθανόμενοι τη σοβαρότητα του νέου που κυοφορείται εκτός Κερκύρας αλλά με ρίζες που δεν ήταν άμοιρες αυτής, και αντιλαμβανόμενοι σαφώς την αναγκαιότητα της συμμετοχής τους, εν είδει δυναμικής εκπροσώπησης, σε ό,τι εκεί συντελείτο. Η Τέχνη προβάλλει τους Κερκυραίους, αξιοποιώντας τη λογοτεχνική τους ποιότη- τα αλλά και τις γλωσσικές απόψεις τους υπέρ της δημοτικής. Ο Νουμάς, στο πρώτο διάστημα της κυκλοφορίας του και μέχρι το 1910, περίπου, φιλοξενεί πλείστα όσα έργα τους, ώστε να μπορεί να μιλήσει κανείς για έντονη κερκυραϊκή παρουσία.25  Αντίθετα, στα Παναθήναια26 είναι μεν υπαρκτή η κερκυραϊκή συμμετοχή, αλλά άτονη, χωρίς ταυτότητα, αρχής γενομένης από τη μεγάλη συμμετοχή του Διον. Σολωμού διαμεσολαβημένου, η οποία τον παρουσιάζει κατά κάποιο τρόπο εξαθηναϊσμένο, με την παλαμική δηλα- δή οπτική. Πίσω από τις διαφορές αυτές κρύβονται, σε κάθε περίπτωση, αντιθέσεις και αντιφάσεις, ανταγωνισμοί και διαγκωνισμοί, αγαθές προαιρέσεις αλλά και σκοπιμότητες.

Από πλευράς κερκυραϊκής, το περιοδικό Εθνική Γλώσσα, με σαφές κερκυροκεντρι-

κό πρόγραμμα, δεν ευμοίρησε να εκδοθεί, γνωρίζουμε όμως από την εύγλωττη εξαγγελία της έκδοσής του το ποιόν του και εικάζουμε ότι το περιορισμένο περιεχόμενο της ύλης του αποτέλεσε και τον βασικό λόγο της μη ευόδωσης της κυκλοφορίας του, ενώ η Κερκυραϊκή Ανθολογία, που οι εκδότες της Κωνστ. Θεοτόκης και Ειρ. Α. Δεντρινού φιλοδόξησαν να αποτελέσει τον πρεσβευτή της κερκυραϊκής παράδοσης και τον ανταγωνιστή των αθηναϊκών περιοδικών, όσο ζούσε ο πρώτος, αγωνιζόταν να επιβιώσει, προβάλλοντας τον κερκυραϊσμό με επίμονη, αυτοκαταστροφική εσωστρέφεια, μετά δε τον θάνατο εκείνου, στη δεύτερη περίοδο της κυκλοφορίας της, απέβαλε σε μεγάλο βαθμό το αυθε- ντικό επιχώριο ένδυμά της, νοθεύοντας το κερκυραϊκό περιεχόμενό της, αφού παραχώρησε την ελευθερία πραγμάτευσής του από μη Κερκυραίους λογοτέχνες ή συγγραφείς, χάνοντας έτσι τον πρωτοταγή λογοτεχνικό προσανατολισμό της με την εκχώρηση δικαι- ωμάτων στο είδος της μελέτης, για κερκυραϊκά θέματα αλλά στην πλειονότητά τους από μη Κερκυραίους.

Σε άλλο επίπεδο, προσώπων αυτή τη φορά, δεν μπορεί να παραβλέψει ο προσεκτικός μελετητής της επτανησιακής λογοτεχνίας τα φιλοκερκυραϊκά φρονήματα του Κωστή Πασαγιάννη ή από την άλλη πλευρά την απόκλιση προς το κέντρο του Κερκυραίου Γεωργίου Μαρτινέλη· ή τη σύγχυση του Κερκυραίου λογοτέχνη Ηλία Σταύρου, το έργο του οποίου παρουσιάζει εξαιρετικά αντιφατική εικόνα· ενώ συγγράφει εξαιρετικά ηθογραφι-

 

 ----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

25 Βλ. τη μελέτη μας «Ο Νουμάς και Κερκυραίοι δημοτικιστές», Δελτίο Αναγνωστικής Εταιρίας Κερκύρας,

αρ. 23 (1998).

26  Βλ. την υπό δημοσίευση ανακοίνωσή μας στο Θ΄ Πανιόνιο Συνέδριο των Παξών (26-30 Μαΐου 2010),

που διοργάνωσε η Εταιρεία Παξινών Μελετών και ο Δήμος Παξών, με τον τίτλο «Επτανήσιοι στα Παναθή-

ναια (ετερόκλητες συναντήσεις – συνθετικές συμπτώσεις)».


κά διηγήματα, με έκδηλη την κερκυραϊκή εντοπιότητα, ακολουθώντας  πιστά τα πολυλαϊκά πρότυπα, το άλλο συγγραφικό έργο του αποτελεί συνονθύλευμα ανθρώπου που έχει χάσει τα νερά του και έχει παραχαράξει την ταυτότητά του, συνθέτοντας ιδεολογικά άχρωμα και καταγωγικά ανέστια ποιήματα  ή διηγήματα ή μικτά είδη, όπως του τα υπέβαλλε η αθηναϊκή πραγματικότητα, στην οποία επέλεξε να ζήσει, ανοίκεια και απορριπτέα από τους τελευταίους σημαντικούς εκπρόσωπους της Κέρκυρας. Το ίδιο, παρά την ποιότητα των βιβλίων της, θα ισχυριστούμε και για την Κατίνα Παπά, με τη διαφορά ότι λόγω της παιδείας της έχει κατανοήσει σε βάθος τις νέες συνθήκες, το δε έργο της είναι ενταγμένο ομαλά σ’ αυτές, θυμίζοντας πολύ αχνά τις κερκυραϊκές καταβολές της.27

Γεγονός, πάντως, είναι ότι ο κερκυραϊσμός με τη λογοτεχνική έκφανσή του απέδωσε τα μέγιστα στους χώρους εκφόρτωσης του πνευματικού και ιδεολογικού υλικού του, πράγμα που έθεσε σε κίνδυνο και σε εύλογο αντιπερισπασμό τις αλλότριες ταυτότητες, με τις οποίες ήλθε σε αντπαράθεση, κατεξοχήν δε συγκρούστηκε με τη διαμορφούμενη νέα εθνική λογοτεχνία –η κορφίτις νόσος, ασθένεια μολυσματική και βλαπτική του νέου, το οποίο συνοστεώνεται, από εκεί έλκει την καταγωγή της.

Η άμυνα, ο φθόνος, οι αντιθέσεις, κατά κύριο λόγο, είναι αυτές που δημιούργησαν τους τρόπους αντίδρασης. Η νόσος κορφίτις, την οποία απέδωσε στον Κ. Ελευθερουδάκη,  γνωστό επιτυχημένο εκδότη της τρίτης δεκαετίας του 20ού αιώνα, ο Δημ. Καμπούρογλου δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητη. Μπορεί να ορμάται από το πεδίο της μικροϊστορίας, μικρογεγονότα όμως του είδους αυτού αποτελούν σπέρματα, τα οποία κυοφορούνται και εξελίσσονται συνήθως σε μείζονα ή και μέγιστα φαινόμενα.

Ο Κ. Ελευθερουδάκης εξέδιδε την εποχή εκείνη κατά σύστημα έργα Επτανησίων, ορθότερα έργα των Κερκυραίων λογοτεχνών. Φυσικά, ήταν η ποιότητα και η αναγνωσιμότητά τους που τα έκανε προσφιλή και συμφέροντα από εμπορικής πλευράς. Ο μέτριος ως λογοτέχνης Δημ. Καμπούρογλου, κράμα λογίου, ιστορικού και ολίγον λογοτέχνη, ταλανιζόμενος γλωσσικά, έβλεπε ζηλότυπα, φιλύποπτα ή και καχύποπτα την κυκλοφορία

και τη ζήτηση των έργων του Κωνστ. Θεοτόκη ή του Γ. Καλοσγούρου ή και της Ειρ. Δε-

ντρινού, βιβλία των οποίων εξέδωσε όντως ο Κ. Ελευθερουδάκης. Οι αντίθετες, συντηρητικές συγκριτικά, θέσεις του για τη γλώσσα αλλά και τη μορφή του λογοτεχνήματος τον έκαναν να μέμφεται τον εκδότη, αδυνατώντας να καταφερθεί κατά των έργων και των δημιουργών τους, τα οποία, αντιθέτως, ψυχρά ή με δόση υποκρισίας, εγκωμίαζε. Και για την ιστορία, αυτά σε επιστολή του προς την Κατίνα Παπά, η οποία, καίτοι γραμματέ- ας της Κερκυραϊκής Ανθολογίας στην δεύτερη  περίοδο της κυκλοφορίας της, αποτέλεσε φορέα του εκπνέοντος κερκυραϊσμού και οπαδό της νέας λογοτεχνικής πραγματικότητας, μακριά από την Κέρκυρα, παρά τα έντονα βιώματα του κερκυραϊσμού που την διέκριναν.

 

 

 

 ---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

 

 27 Η πολυσέλιδη αλληλογραφία της και η φιλία της με τους Γρηγόριο Ξενόπουλο και Δημήτριο Καμπού- ρογλου είναι αποκαλυπτική των αλλαγών στον τρόπο σκέψης και λογοτεχνικής παραγωγής της. Βλ. Γράμματα Δημ. Καμπούρογλου και Γρηγ. Ξενόπουλου στην Κατίνα Γ. Παπά 1920-1937. Προλεγόμενα – επιμέλεια Κώστα Δαφνή, Κέρκυρα 1972 (=Κερκυραϊκά Χρονικά, τ. XVIII, Κέρκυρα 1972. Μέρος του τόμου αυτού είχε δημοσιευτεί αρχικά στη Νέα Εστία, τ. 51ος  [1952], Κατίνας Παπά, «Η αλληλογραφία μου με τον Γρηγόριο Ξενόπουλο». Επίσης, βλ. Θεοδόσης Πυλαρινός, «Μεταξύ Κερκύρας και Αθηνών: Η Κατίνα Παπά ως σύνδεσμος δύο λογοτεχνικών σχολών», Δελτίο Αναγνωστικής Εταιρίας Κερκύρας, αρ.

25 (2003), σ. 121-165, και ανάτυπο με δική του σελιδαρίθμηση.

 

 

Το έγγραφο αυτό του καθηγητή Θεοδόση Πυλαρινού αποδεικνύει ότι δεν όταν μόνο η μουσική των Κερκυραίων που καταπολεμήθηκε από το Αθηνοκεντρικό Κράτος (βλέπε:http://www.corfu-museum.gr/index.php/2013-07-09-16-28-35/18-music/162-2012-05-10-07-31-37 ) αλλά και η Κερκυραϊκή λογοτεχνία πήρε χαρακτηρισμούς ανεπίτρεπτους προερχομένους υποτίθεται από πνευματικούς ανθρώπους της υπόλοιπης Ελλάδας.

 

 

 

H "Τιμή της Αγάπης" ταινία από το μυθιστόρημα "Τιμή και το χρήμα" του Ντίνου Θεοτόκη

 

Κωνσταντίνου Θεοτόκη:Η τιμή και το χρήμα.

Η ταινία αφηγείται μια ιστορία αγάπης που προδόθηκε για το χρήμα. Η υπόθεση της εξελίσσεται στηνΚέρκυρα, στις αρχές του αιώνα. Στο ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο του τόπου και της εποχής, μια ιστορία αγάπης που προδόθηκε για το χρήμα. Μια γυναίκα ταπεινής καταγωγής εγκαταλείπεται από τον αγαπημένο της που ανήκει στην μπουρζουαζία και που δεν τολμάει να αντισταθεί στην τάξη του και να παντρευτεί μια κοπέλα χωρίς προίκα. Η κοινωνία την περιθωριοποιεί, όπως θα συνέβαινε σε κάθε ανύπαντρη μητέρα εκείνη την εποχή. Όμως η βιομηχανιή επανάσταση έχει ήδη αρχίσει και η νεαρή γυναίκα, μέσα από την καινούργια της θέση ως εργάτρια σε εργοστάσιο, θα βρει τον τρόπο να επιζήσει και να διατηρήσει την αξιοπρέπεια της και τα πιστεύω της. Πως η αγάπη δεν θα `πρεπε να έχει τιμή.

Πρωταγωνιστούσαν οι: Τούλα Σταθοπούλου, Στρατής Τσοπανέλλης, Σπύρος Παντέλιος, Σπύρος, Μανώλης Λογιάδης, Λάκης Κωνσταντής, Γιώργης Αγιοβλασσίτης, Αντίοχος, Άννυ Λούλου, Αλίκη Νικηφόρου. Η σκηνοθεσία και το σενάριο ήταν της Τώνιας Μαρκετάκης και η μουσική της Ελένης Καραϊνδρου

Ιάκωβος Τριβώλης Κερκυραίος στιχουργός του 16ου αιώνα.

Τριβώλης, Ιάκωβος (Κέρκυρα 1490; – 1547).

Καταγόταν από αρχοντική οικογένεια της Σπάρτης, της οποίας πολλά μέλη κατέφυγαν στην Κέρκυρα και την Ιταλία, μετά την άλωση της Πελοποννήσου το 1461.Πατέρας του ήταν ο Βενέδικτος Τριβώλης και μητέρα του η Μαριέτα Αυλωνίτη. Απέκτησε επτά παιδιά. Τον Μπένο, τον Καντίνο,  τον Δήμο ,την Νίκη, την Θοδούλα, την Κερκύρα και τον Νικόλαο. Οι δραστηριότητές του στην Κέρκυρα από το 1512 που πρωτοεμφανίζεται σε αρχειακές μαρτυρίες ,ως το 1540 επικεντρώνονταν στις αρμοδιότητες που είχε ως ενοικιαστής του φόρου επί της λιανικής πωλήσεως του κρασιού και ως μέλος του Συμβουλίου των 150.

(Κατερίνα Ζαρίδη:Ο Κερκυραίος στιχουργός Ιάκωβος Τριβώλης.Περιοδικό «Εώα και Εσπερία».Τόμος 1. 1993 σελ.148).

.Ήταν πλοιοκτήτης, καπετάνιος και μεγαλέμπορος. Είναι εμφανές ότι σαν καπετάνιος και διακινητής εμπορευμάτων είχε αντιμετωπίσει πολλές φορές τους πειρατές και φαίνεται ξεκάθαρα στο ποίημά του «Η ιστορία του Ταγιαπιέρα» 

Το 1520 εξελέγη μέλος του Συμβουλίου των Ευγενών  της Κέρκυρας. Το 1541 εξελέγη σύνδικος και το 1545 για ένα έτος δικαστής. Έπαθε μεγάλη οικονομική καταστροφή με την πολιορκία του 1537 αλλά στην συνέχεια κατάφερε να σταθεί και πάλι οικονομικά. Ταξίδεψε για λίγο διάστημα το 1540 στη Βενετία και για μεγαλύτερο το 1543-1544.Είχε οριστεί στη Βενετία (23 Φεβρουαρίου 1543) μαζί με το Νικολό Βάρβαρο κομισάριος του συμπατριώτη τους Ιακώβου Καλοθέτου. Αντικαταστάθηκε το 1544 από τον Αλέξιο Κουρκουμέλη λόγω της επιστροφής του στην Κέρκυρα. Παράλληλα δρούσε με την ιδιότητα του συνδίκου της Ελληνικής Αδελφότητας και αναμειγνυόταν στα «πνευματικά» πράγματα του καιρού του, γεγονός που φαίνεται από τις διασυνδέσεις του με διακεκριμένες προσωπικότητες της εποχής του.

(Κατερίνα Ζαρίδη:Ο Κερκυραίος στιχουργός Ιάκωβος Τριβώλης.Περιοδικό «Εώα και Εσπερία».Τόμος 1. 1993 σελ.150).

Κυριότερα από τα έργα του είναι: Η Ιστορία του Ταγιαπέρα (1523) και Η ιστορία του Ρε της Σκοτίας και της ρήγισσας της Εγγλητέρας (1540). Το πρώτο του έργο αποτελείται από 313 οκτασύλλαβους τροχαϊκούς ομοιοκατάληκτους στίχους και αναφέρεται στα κατορθώματα του Βενετού πλοιάρχου Giovanni Antonio Tagliapietra.ο οποίος έσωσε την Κέρκυρα από τους πειρατές. Στο δεύτερο έργο του, μετέφερε στα ελληνικά σχεδόν πανομοιότυπα, την έβδομη ημέρα από το Δεκαήμερο του Βοκάκιου.* a)

Τα έργα του είναι γραμμένα στη δημοτική, με πολλές ιταλικές λέξεις, και αποτελούν τα πρώτα ομοιοκατάληκτα έργα της νεοελληνικής φιλολογίας.*a)

a)*ΔΟΜΗ

«Η ιστορία του Ταγιαπιέρα»

Τις 25/26 Ιανουαρίου 1520 ένα πειρατικό πλοίο με καπετάνιο τον φοβερό κουρσάρο Giorgio Moro*1) συναντιέται  στην περιοχή του Δυρραχίου με μια Βενετσιάνικη γαλέρα με  ναύαρχο τον Giovanni Antonio Tagliapietra. Η ναυμαχία περιγράφεται στο βιβλίο (Author:Pesenti G,Biography Μάξιμος ο Γραικός*2) Τίτλος: Breve nota sull'  episodio di Tagliapietra narrato da G. Trivolis.Πανεπιστήμιο των Ιωαννίνων)

Η περίληψη των όσον περιγράφονται  δίνει την εξής εικόνα:

Ο Ταγιαπιέρα, επιστρέφοντας από τις χώρες της ανατολής,  συνάντησε στα παράλια της Αλβανίας  ένα κατεστραμμένο πλοίο. Εξαιτίας αυτού έμαθε ότι ο φοβερός Μόρο, βρίσκονταν στο Δυρράχιο. Οδήγησε λοιπόν την γαλέρα του προς το Δυρράχιο προκειμένου  να συναντηθεί μαζί  του. Η ναυμαχία που έλαβε χώρα εκεί, ήταν σκληρή. Αποκεφαλίστηκε ο Boutala-Rais  από εύστοχο χτύπημα και ο Ταγιαπιέρα διέταξε τους  στρατιώτες του, να χτυπούν στα κεφάλια, τα πόδια και τα χέρια. Οι Οθωμανοί για να σωθούν, ανέβηκαν επάνω στα πανιά και οι Βενετσιάνοι σημάδευαν τα σχοινιά και τα κατάρτια. Ο Ταγιαπιέρα πλησίασε την Φούστα *3) από πίσω. Οι Οθωμανοί μαζεύτηκαν στην πλώρη όπου οι Βενετσιάνοι έπεσαν επάνω τους σαν λιοντάρια. Έτσι με την νίκη αυτή οι Βενετοί απένειμαν τιμές και πλούτο στον Ταγιαπιέρα.

Όμως στο ίδιο βιβλίο δίνεται και η πληροφορία ότι στα ημερολόγια του Marino Sanudo, στην σελίδα 282 και 283 υπάρχει το ακόλουθο γράμμα του Giovanni Antonio Tagliapietra,απευθυνόμενο στον αδελφό του, καθώς και ιστορικές πληροφορίες για τον Tagliapietra.

_____600_x_245

(Σημείωση: Πρέπει να σημειώσουμε ότι η ημερομηνία που αναγράφεται στο δημοσιευμένο κείμενο, είναι Φεβρουάριος 1519. Εικάζω, ότι πρόκειται για τυπογραφικό λάθος).

1)*« Δράση του Giorgio Moro  

1517  Από τις μέχρι τότε δράσεις του το 1517 κρίνεται εχθρός του κράτους της Βενετίας.

Νοέμβριος 1518.

Δρα  για λογαριασμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οδηγεί  στην Άνδρο ένα πλοίο με εμπορεύματα, τα οποία  ο ίδιος έκλεψε από Οθωμανούς εμπόρους, αναγκάζοντας κάποιους κατοίκους του νησιού να τα αγοράσουν. Τότε ο Γενικός επιθεωρητής του ενετικού στόλου, προκειμένου να καλύψει την ζημία των κατοίκων, εξασφάλισε   αποζημίωση σε όσους  υποχρεώθηκαν  να αγοράσουν από τα εμπορεύματα αυτά.

1519  . Στα νερά της Βενετίας

Έξοδος από την Αυλώνα (Vlona). Κλέβει έξι πλοία από την Zara (Ζαντάρ). Βρίσκεται στο San Felice με 7 φούστες και ένα μπρίκι.  Τον Απρίλιο εισέρχεται στα νερά  της Βενετίας με 2 φούστες κοντά στα παράλια του Peschici. Τον Μάιο  επιστρέφει στην Αυλώνα,  μετά από  λεηλασίες που έκανε  στις ακτές της Απουλίας. Οι ενέργειές του αυτές του απέφεραν πολλά λάφυρα. Τον Ιούνιο φεύγει και πάλι από την Αυλώνα με 4 φούστες και ένα μπρίκι, για τα παράλια της Πούλιας.

Τον Ιούλιο,  εξαιτίας βλάβης, βρίσκεται στις ακτές του Dubrovnik και του Gargano.  Με τις 3 φούστες του, έχοντας στην πρώτη  22 κωπηλάτες, στη δεύτερη  20  και στην Τρίτη 16,  προχώρησε σε  σφαγή στο λιμάνι Recanati, όπου μεταξύ των θυμάτων ήταν και 6 δομινικανοί μοναχοί. Στην συνέχεια συνεχίζει τις επιδρομές και τις σφαγές στα λιμάνια Chioggia, Sebenico, Cattaro, Budua,  και στην Barletta όπου βρέθηκαν στην ακτή πτώματα εμπόρων.»

2)Ἅγιος Μάξιμος ὁ Γραικὸς. Τὸ κατὰ κόσμο ὄνομά του ἦταν Μιχαὴλ Τριβώλης

3)

fusta_558_x_443

Η Φούστα (fusta ή fuste) ήταν ένα στενό, ελαφρύ, επίπεδο και ευκίνητο πλοίο κινούμενο τόσο με κουπιά όσο και με πανί (λατίνι). Οι ερέτες που το κινούσαν ήσαν 12 μέχρι 18 σε κάθε της πλευρά. Τον οπλισμό της αποτελούσαν δύο ή και τρία κανόνια.

Το γεγονός αυτό περιγράφεται από τον Ιάκωβο Τριβώλη με το πρώτο Ελληνικό ομοιοκατάληκτο ποίημα. Είναι γραμμένο σε οκτασύλλαβους στίχους και σε πλήρη δημοτική γλώσσα.

Την εποχή που εκδόθηκαν τα ποιήματά του, υπήρχαν τα συγγράμματα των Ελλήνων λογίων που γράφονταν στην αρχαΐζουσα. Για τον λόγο αυτό ο Νικόλαος Σοφιανός τον χαρακτηρίζει «ιλαρότερο και χαριέστατον ποιητή».  Είναι η εποχή που στην ιστορία της φιλολογίας τα ποιήματα του Τριβώλη οριοθετούν δύο πράγματα: α) Την στιγμή που η τότε αυστηρή Ελληνική γλώσσα χρησιμοποιείται πλέον σαν γλώσσα εντυπωσιασμού καθότι απευθύνεται στους λόγιους της εποχής και β) ότι γράφοντας στην καθομιλουμένη γλώσσα του Ελληνικού  λαού, πλησιάζεις περισσότερο τα συναισθήματά του, άρα και την Ελληνική του συνείδηση.

Με αυτή τη διάσταση εξετάζει τα δύο ποιήματα ο J.Irmcher στο βιβλίο του: Ιάκωβος Τριβώλης, Ποιήματα, Βερολίνο 1956 και όπως ισχυρίζεται πρόκειται για έναν ειδικό στην νεοελληνική συζήτηση.

 

1_362_x_600

7_362_x_6008_360_x_600

9_362_x_60010_360_x_600

11_362_x_60012_360_x_600

13_362_x_60014_360_x_600

15_362_x_60016_360_x_600

17_362_x_60018_360_x_600

19_362_x_600

Πρωτοτυπώθηκε τὸ 1523 στὴ Βενετία ἀπὸ τοὺς ἀδελφοὺς Σάβιους. 8ο (14,5 ἑκ.), σ. [16] ♦ ὁ τίτλος ξυλογραφημένος, μὲ μικρὴ χαρακτικὴ παράσταση.

_

Οι σημειώσεις μας για το ποίημα αυτό εστιάζονται στο ότι ενώ βρισκόμαστε στο 1523, η γλώσσα που είναι γραμμένο το ποίημα  γίνεται και σήμερα αντιληπτή, εκτός από κάποιες λέξεις που έχουν επηρεαστεί από την Βενετσιάνικη παρουσία αλλά πολλοί από εμάς τους Επτανήσιους τις καταλαβαίνουμε.

Ένα άλλο στοιχείο είναι η φράση του «Από μένα τον Τριβώλη,εγεννήθη η ρήμα όλη, Κ’ ει τινός ουδέν αρέσει, άλλη ας κάμη κι’ ας παινέση». Με τη φράση του αυτή δείχνει την αποφασιστικότητά του να γράψει στην ομιλούμενη δημοτική «και ποιανού αρέσει!!!».Δείχνει δε ότι περιμένει και επίθεση από τους λόγιους της εποχής.

Η εικονογραφία του ποιήματος και ας είναι ιστορικού περιεχομένου, είναι πολύ ζωντανή και παραστατική, με ευχές προς τους Αγίους για την σωτηρία της Κέρκυρας, αλλά και προς τους αντρειωμένους για να παρομοιάσουν στον Ταγιαπιέρα.

Άνθρωπος σπουδαγμένος «Κάλλιος εν’παρ’ Αχιλλέας,και ο ανδρειωμένος Αίας,τι ο ‘Εκτωρ της Τρωάδος,ή εκείνος ο Ρενάλδος, τι Ορλάνδος ακουσμένος»

Δίνει δε με την ζωντάνια της γλώσσας του την ζοφερή εικόνα που περνούσε ο λαός της Κέρκυρας από τους πειρατές «Ν’ αφανίσει τους κουρσάρους, Τούρκους και Καταλανούς, όπου μέσα στο Κασσώπη  χμαλωτίζονται οι  ανθρώποι,θέλεις από  Μεσσηνέζους και γαϊδάρους Καλαβρέζους, ως και από την Χιμάρα,  πάσα μέρα την αντάρα, Ας αφήσωμεν Αρτινιώταις, στην στεριά τους Αρβανίταις, έως το Κοντυλονήσι…….Ω θεόργιστοι Καλαβρέζοι, κι’αντάμα σας οι Πουλιέζοι, Αμπρουτσάνοι και Ασκουλάνοι, και γαϊδάροι Μαρκεζάνοι»

Τέλος  εμφανής είναι η φανατική Ελληνικότητά του και το μίσος προς τους κατακτητές της πατρίδος του Οθωμανούς.

Το ποίημα αυτό είχε 9 εκδόσεις στα χρόνια που πέρασαν.

"Ιστορία του Ρε της Σκοτσιάς με τη ρήγισσα της Εγγλιτέρας"

To δεύτερο γνωστό ποίημα του Τριβώλη. Αυτό είναι επηρεασμένο από τον έβδομο  μύθο του Δεκαήμερου του Βοκκάκιου, σύμφωνα με τον οποίο ο Λουδοβίκος αποκαλύπτει στην Βεατρίκη τον έρωτα του.  Η γλώσσα που χρησιμοποιεί είναι η ίδια με την «Ιστορία του Ταγιαπιέρα». Επιμένει στην δημοτική που φτάνει την λαϊκίζουσα.  Γράφει ένα ποίημα-μύθο μόνο για Έλληνες καθότι την γλώσσα του μόνο Έλληνες μπορούν να τη διαβάσουν.

Είναι γραμμένο σε  δεκαπεντασύλλαβους ομοιοκατάληκτους στίχους και όπως θα δούμε είναι ρεαλιστής και συμβατικός στην καθημερινή πραγματικότητα δίνοντας μάλιστα και συμβουλές.

20_387_x_600

22_387_x_60023_387_x_600

32_387_x_60033_387_x_600

Ο άνθρωπος σύμφωνα με τους πρώτους αυτούς στίχους, γίνεται ταύρος για να πετύχει τον έρωτά του και οι γυναίκες ως πανούργες, σκαρφίζονται, μηχανεύονται τέχνες για τα καμώματά τους και έτσι συνεργούν στου έρωτα την τάξη και γνωρίζουν πώς να κρύβουν επιτήδεια την κρυφή τους πράξη.

Και στη συνέχεια γράφει: ο άνθρωπος όποια και να είναι αυτή που του αρέσει, είτε είναι μεγάλη ή μικρή να μην  αμελήσει να την κυνηγήσει άφοβα και χωρίς αμφιβολία, ότι ορέγεται και επιθυμεί να βρει μια ευκαιρία, μόνο να μη την ντραπεί και να της το φανερώσει, θα βρεθεί ο τρόπος και ο καιρός με εκείνη να ζυγώσει

 

34_387_x_60035_387_x_600

Ο γονιός σε όλες της εποχές παιδεύεται με τα παιδιά του. Στη περίπτωσή μας ο πατέρας έκαμε το πάν για να τον βοηθήσει να ξεπεράσει το πρόβλημα ο γιος του με τις γυναίκες. Το αποτέλεσμα ήταν να του ζητά πολλά λεφτά για να φύγει στην Αγγλία γιατί από μια φωτογραφία ερωτεύτηκε την παντρεμένη Βασίλισσα της Αγγλίας. Τα παρακάλια του πατέρα να μην φύγει από κοντά του δεν πιάνουν με τίποτε.

 

36_387_x_60037_387_x_600

38_387_x_60039_387_x_600

Η εξομολόγηση του έρωτα όπως στην αρχή μας προϊδεάζει ο ποιητής, πρέπει να γίνεται όσο και υψηλά να βρίσκεται το πρόσωπο που απευθύνεται. Στη περίπτωσή μας παντρεμένη Βασίλισσα.

 

40_387_x_60041_387_x_600

42_387_x_60043_387_x_600

Η Βασίλισσα είτε από λύπη(;),είτε από ναρκισσισμό, είτε από  σεξουαλική ανάγκη δεν αντέδρασε καθόλου.

Η γυναίκα σχεδίασε, με το διαβολικό της πνεύμα, την όλη περιπέτεια και οδήγησε τον νεαρό πως θα καταφέρει να μπει στο δωμάτιο της.

 

44_387_x_60045_387_x_600

Ο ανδρειωμένος βασιλιάς εύκολα παρασύρεται στην ψεύτικη ιστορία.

Ένας  στίχος μέσα στην ερωτική ζάλη του ζευγαριού λέει: Και σεις οπού τ’ ακούγετε, λογιάζετε τι εκάμναν, δίχως άρμενα και κουπιά τα πόσα μίλια λάμναν

 

46_387_x_60047_387_x_600

Αυτό είναι που λέμε σήμερα «και κερατάς και δαρμένος»

 

48_387_x_60049_387_x_600

50_387_x_60051_387_x_600

Γιατί γυναίκα σαν το νερό γρήγορα συμπέσει, σαν παντρεμένη και ανύπαντρη όπου την ρίξεις πέφτει !!!!!

Ποίημα 376 δεκαπεντασύλλαβων ομοιοκατάληκτων στίχων, γραμμένο το 1540.Είχε εκδοθεί 17 φορές από το 1540 έως το 1875, λόγω και του κωμικού στοιχείου του περιεχομένου. Και το ποίημα αυτό έχει την γλώσσα την αντιληπτή μέχρι και σήμερα.

Κατά τον Μ.Ι. Μανούσακα (ΑΘΗΝΑ Σύγγραμα περιοδικόν της εν Αθήναις επιστημονικής εταρείας. Τόμος 6ος ,1956 σελ.383) και τα δύο ποιήματα του Τριβώλη είναι άτεχνα με λιγότερο αδέξιο το δεύτερο. Το αυτό υποστηρίζει κα ο Emile Legrand όταν είχε εκδόσει το μεν πρώτο το 1869 και το δεύτερο το 1871. Ο Johan Irmscher αναφέρει τις δυσκολίες που αντιμετώπισε ο Τριβώλης την εποχή εκείνη για την έκδοση των ποιημάτων του, διότι τα τυπογραφεία είχαν γράμματα για τα έγγραφα των διπλωματικών αρχείων και όχι στοιχεία για τα απλά σφάλματα και την στίξη των δημοτικών λέξεων, αλλά όπως υποστηρίζει ο Γεώργιος Χατζηδάκης «Αθηνά»,τομ.16 (1904)» εκείνο που διαφορετικά εκφωνείται και ακούγεται, πρέπει να τύχει της προσοχής μας και όχι αυτό που βλέπουμε γραμμένο. Τα κρινόμενα ποιήματα καταλήγει ο Μανούσακας, παρά τις ατέλειές των, που αυτό οφείλεται στη μη τέλεια γνώση της δημοτικής ελληνικής γλώσσας τον 16ο αιώνα και την όχι πλήρη πάντοτε βιβλιογραφική ενημέρωση, είναι χρησιμότατα γιατί γραφτήκανε με μέθοδο και ζήλο.

Ο Legrand στο πρόλογο της έκδοσής του, γράφει ότι εξέδωσε τα βιβλία αυτά για δύο κυρίως λόγους. α) Είναι περίεργο μνημείο της καθομιλουμένης ελληνικής γλώσσας τον 16ον αιώνα και θα πρέπει να το λάβουν υπόψη τους οι ασχολούμενοι με τη εξέλιξη της  ελληνικής γλώσσας και  β) είναι τα πρώτα ποιήματα στην ελληνική γλώσσα με μέτρο και ομοιοκαταληξία την οποία κανείς έλληνας πριν από αυτόν είχε χρησιμοποιήσει.

Τα δύο ποιήματα αυτά είναι τα μόνα που έγραψε ο Τριβώλης;  Εάν δεν υπήρχε ο Emile Legrand να τα εκδόσει (1869-1871), ο Τριβώλης ήταν παγκόσμια άγνωστος και μάλιστα σημειώνει ότι για να εκφέρει την γνώμη, που προαναφέραμε ο Νικ.Σοφιανός, ίσως θα έπρεπε να είχε διαβάσει και άλλα ποιήματά του. Μήπως λοιπόν θα πρέπει να επεκταθεί η έρευνα σε αναζήτηση και άλλων θαμμένων έργων του;

Search

Corfu Museum

Corfu Museum….τι μπορεί να είναι αυτό;

Θα το έλεγα με μια λέξη…. Αγάπη! Για ένα νησί που το γνωρίζουμε ελάχιστα. Η αλήθεια είναι ότι δεν μπορούμε ν’ αγαπήσουμε ότι δεν το γνωρίζουμε. Στόχος λοιπόν είναι να το γνωρίσουμε όσο πιο βαθιά μπορούμε, μέσα από το χθες και το σήμερα, γιατί αλλιώς πως θα το αγαπήσουμε; Αγαπάω ατομικά και ομαδικά έχει επακόλουθο…. φροντίζω….. μάχομαι… και σέβομαι. Αγάπη προς την Κέρκυρα είναι το Corfu Museum και τίποτε άλλο.

OFFER TO THE MUSEUM

We warmly thank Mr Angelo Lavrano, grandson of the Chief of scouting in Corfou, for his offer of many historical books conserning our island.