Corfu Museum

Petsalis: Collection Of Corfu Island,Greece documents

Γιώργος Βαρότσης και οι Κερκυραίοι εντιμότατοι φίλοι του(Μέρος 1ο)

Ο Σ.Ρ. και ο Γιώργος Βαρότσης ήταν δύο αδελφικοί φίλοι.Μετά τον θάνατο του Γιώργου,ο Σ.Ρ. αποφάσισε να γράψει τα επεισόδια της παράλληλης τους ζωής.Είχε την καλοσύνη να δώσει στο CORFU MUSEUM τα γραπτά του για να μείνουν στην Κέρκυρα,να δούμε τη σπιρτάδα του πνεύματος του Γιώργου,το χιουμοριστικό δαιμόνιο των Κερκυραίων και στοιχεία της ζωής  την εποχή που αναφέρεται.

Ας γελάσουμε λοιπόν!!!!

Να η αφιέρωση του Σ.Ρ.στόν νεκρό πλέον φίλο του.

0_386_x_600a

Τα φωτογραφικά μοντάζ επιχειρήθηκαν να φθάσουν το πνέυμα των επεισοδίων απο εμάς.Το άν το πετύχαμε θα μας κρίνουν οι αναγνώστες, δικαιολογόντας μας αν δεν καταφέραμε να πλησιάσουμε το πνεύμα και σπιρτάδα του Γιώργου.

Προχωράμε σήμερα στο 1ο μέρος του συνόλου των επεισοδίων κρατώντας την αρίθμηση του ο Σ.Ρ.Θα ακολουθήσει και η έκδοση περισσοτέρων μερών γιατί η ζωή του Γιώργου Βαρότση ήταν ολόκληρη μια πλάκα.!!!

3)

Ο Σ.Ρ. κατοικούσε στο ισόγειο ενός σπιτιού στην οδό Αλκινόου.Το σπίτι είχε δύο εισόδους και μια από τον κήπο και η οποία έμενε πάντοτε ανοιχτή.1964 βλέπεις τι να φοβηθείς στην Κέρκυρα.Ένα βράδυ,γύρω στις 12  αφου χώρισε με τον φίλο του τον Γιώργο πήγε σπίτι του έφαγε,κάπνισε 2-3 τσιγάρα,άκουσε λίγη μουσική στο ραδιόφωνο και ξάπλωσε στο κρεβάτι για να κοιμηθεί.Το κρεβάτι ήταν ψηλό και με ξύλινες τάβλες.Αφού πέρασαν 15-20 λεπτά, στο πρώτο ύπνο που λέμε.ξύπνησε ταραγμένος από αστάθεια στο κρεβάτι και βλέποντας το νταβάνι να έρχεται προς τα πάνω του.Πήγε να κατέβει αλλά το κρεβάτι ήταν πιο ψηλό και έπεσε στο πάτωμα.Και τι να δεί!! Ο Γιώργος είχε χωθεί κατω από το κρεβάτι και με την πλάτη του είχε καταφέρει να το σηκώσει.Μπορεί να σας φανεί υπερβολικό, γράφει ο ίδιος,αλλά το σοκ που έπαθα δεν περιγράφεται.

4)1968 .Η θεία Σ.Β.(μητέρα του Θ.Β.)κατοικούσε μαζί με τη γριά μητέρα της.Στη μοναξιά της μαζεύνταν, να της κάνουν συντροφιά, καθημερινά στο σπίτι 4-5 συγγενείς και για να τους περνάει η ώρα έπαιζαν και κανένα χαρτάκι.Ένα απογευματάκι την ώρα που το χαρτί είχε ανάψει για τα καλά,κτυπάει το τηλέφωνο.Το σηκώνει η θεία και ακούει μια αυστηρή φωνή.

-Η κυρία Β.?

-Μάλιστα τι θέλετε?

-Ακούστε κυρία μου είμαι ο υπαστυνόμος Α.Έχουμε πληροφορίες ότι το σπίτι σας έχει γίνει χαρτοπαικτική λέσχη και είμαι αναγκασμένος εκ του νόμου να παρέμβω.

Η καημένη η Σ.τα έχασε.Απαντά σχεδόν ψελίζοντας.

-Κύριε Α. φροντίζω την γριά μητέρα μου.

-Σας επαναλαμβάνω κυρία μου είστε παράνομη και είμαι αναγκασμένος να παρέμβω.

Το τηλέφωνο κλείνει απότομα.

Στη πραγματικότητα χεστήκανε,διακόψαν το παιχνίδι και προσπάθησαν να εξαφανίσουν ότι ίχνος μπορούσε να τους προδώσει.Ο πατέρας μου που ήταν ένας από αυτούς,πήρε άμεσα τον δικηγόρο Λυκούρη για να ζητήσει βοήθεια και συμβουλές.

Εγώ ήξερα την πλάκα που είχε κάνει ο Γιώργος,πήγα σπίτι μου το είπα στη μάνα μου και γελόντας περιμέναμε να γυρίσει ο πατέρας.Δεν πέρασε πολύ ώρα και ήλθε κατακόκκινος.Ήταν φωτισμένα και τα τρία δωμάτια που είχαμε.Αγριεμένος και ακόμα πιο κόκκινος από όταν μπήκε μου λέει:

-Δεν μου λες σε υπερωκεάνιο βρισκόσαστε΄?Δίκιο έχεις γιατί εγώ πληρώνω!

-Πολύ ενωρίς δεν ήρθες μπαμπά.Πώς έτσι?Μήπως σας χάλασε το παιγνίδι ο υπαστυνόμος Α.

Τότε κατάλαβε που ήταν δουλειά του Γιώργου και γινόμενος θηρίο μου ορμάει και ένας θεός με γλύτωσε από τα χέρια του.

2_498_x_310

5) 1962.Η νόνα μου,από τη μεριά του πατέρα μου, είχε την τύχη που έχουν όλοι οι άνθρωποι όταν περνούν τα 90.Έπασχε από ανία και έλεγε όλα τα ίδια.Μιά μέρα της μπήκε στο μυαλό να δεί την κυρία Νίτσα.Ζ.(μητέρα του φίλου μου Βασίλη) που ήταν φίλη της μάνας μου.Όμως η κυρία Νίτσα δεν βρισκόνταν στην Κέρκυρα και άντε να το πούμε στη νόνα και αν θα το καταλάβαινε.Μια μέρα κτυπάει το κουδούνι της πόρτας και ανοίγοντας εγώ μένω με τα μάτια ανοιχτά!Ο Γιώργος με μαύρο φόρεμα και μαύρο μαντήλι στο κεφάλι μου λέει με γυναικεία φωνή.

-Καλησπέρα σας,τι κάνετε είμαι η κυρία Νίτσα Ζ. και ήρθα να δώ τη νόνα.

-Τι έπαθες ρε μαλάκα του λέω?

-Σκάσε ήρθα να σε σώσω.

Μόλις είπε στη νόνα μου που είναι η κυρία Νίτσα Ζ. η νόνα χάρηκε αφάνταστα.Η συνομιλία κράτησε 15 περίπου λεπτά.Έτσι γλυτώσαμε οικογενειακώς.

3_375_x_433a

6) 1981.

Υπήρχε ένας καλός άνθρωπος,υπάλληλος στον Δήμο Κερκυραίων.Ήταν ευθυνόφοβος και όχι ο πιο έξυπνος άνθρωπος της Κέρκυρας.¨Ηταν υπεύθυνος για τις επιδοτήσεις των προβάτων.Ο Γιώργος το παίρνει στο τηλέφωνο.

-Ο Κύριος Κ.?

-Μάλιστα κύριε.

-Με λένε Ραψομανίκη και είμαι από τον Ποταμό.Θέλω να μου ετοιμάσεις τις πιστοποιήσεις για 100 πρόβατα.

-Κύριε Ραψομανίκη πέρσι,όπως βλέπω στα χαρτιά μου,δεν είχατε κανένα.Πρέπει λοιπόν να σας γράψω σαν καινούργιο κτηνοτρόφο.Είναι πολύ δουλειά και θα σας παρακαλέσω να περάσετε αύριο να πάρετε τα χρήματά σας.

-Αν κύριε Κ. δεν τα ετοιμάσετε μέχρι το μεσημέρι στη μία θα έρθω με το κοπάδι στο Δημαρχείο!!

Το τηλέφωνο κλείνει απότομα.Ο υπάλληλος πελαγομένος και τρομαγμένος τρέχει στο Δήμαρχο.

-Κε Δήμαρχε με πήρε κάποιος Ραψομανίκης από τον Πόταμο.

-Όλοι στο ποταμό λέγονται Ραψομανίκηδες τι ήθελε?

-Θέλει να φέρει το κοπάδι του από 100 αρνιά στο Δημαρχείο αν δε του ετοιμάσω τα χαρτιά επιδότησης μέχρι το μεσημέρι.

-Παρακολούθα από το παράθυρο και αν το δείς να έρχεται να κλήσεις τις πόρτες του Δημαρχείου.

Ευχαριστώ Κε Δήμαρχε απάντησε και πήγε για παρακολούθηση.

4_600_x_406a

7)1976-1977

Ο Νάσος Αθανασίου (τηλεπαρουσιαστής) είχε μια εκπομπή στην Ε.Ρ.Τ. με τίτλο «κάθε μεσημέρι».Στήν εκπομπή αυτή έκανε κάτι εύκολες ερωτήσεις και έδινε και κάποια αστεία δώρα.Κάποιο μεσημέρι ο Γιώργος,τυχαία άκουσε τη συμμετοχή στο παιγνίδι της Κας Σωφ.Ο Αθανασίου την ρωτούσε τις γνωστές κουταμάρες.αυτή απαντούσε και αυτός τις έλεγε μπράβο Κα Σωφ.Αυτή τότε άρχιζε «Ο Άγιος Σπυρίδωνας να σ’έχει καλά,η Παναγιά μαζί σου και το καλοκαίρι σε περιμένουμε στη Κέρκυρα να σε φιλοξενήσουμε κ.λ.π.

Επειδή ο Γιώργος θεώρησε ότι η Σωφ. μας έκανε ρεντίκολο νευρίασε και την παίρνει τηλέφωνο.Το σηκώνει η ανηψιά της.

-Αθανασίου στο τηλέφωνο θα ήθελα την Κα Σωφ.

-Θεία ο Κος Αθανασίου  στο τηλέφωνο

-Κα Σωφ.επειδή τα είπατε όλα τόσο ωραία θα σας στείλουμε ένα μικρό αλλα έξτρα δώρο

-Κύριε Αθανασίου μου ο Άγιος να σ’έχει καλά κ.λ.π αλλά μια και με τρώει η περιέργεια η Παναγιά κοντά σου,τι δώρο είναι?

-Τ’ αρχίδια μου

Αμέσως το σκηνικό αλλάζει.

-Να τα δώσεις στην αδελφή σου και στην μάνα σου!!!!

Από την ώρα εκείνη και για 3-4 ημέρες συνεχώς παίρναμε τηλέφωνο και λέγαμε ότι την ζητάει ο Κος Αθανασίου.Όμως το σήκωνε ο άντρας της και με χριστοπαναγίες το έκλεινε.

Μετά από λίγες μέρες ο τηλεφωνητής απαντούσε «Ο αριθμός που καλείτε δεν υπάρχει».

5_600_x_191a

8

Ο Γιώργος στην Αθήνα το 1972.Εκεί τον φιλοξενούσε ο εξαδελφός του και πηγαίνανε κάθε μέρα στη ταβέρνα του Σταμάτη,κοντά στη πλατεία Κάνιγγος, όπου μαζευόνταν όλοι οι Κερκύραίοι.

Στη γειτονιά έπιασε φιλία μα τον περιπτερά της περιοχής. Ο περιπτεράς μια μέρα τον ρώτησε

-Είσαι ευχαριστημένος από την γειτονιά μας?Πως σου φαίνεται?

-Όλα καλά είναι μόνο που κάποιος μας κτυπάει το κουδούνι στο θυροτηλέφωνο,τον βλέπουμε στην οθόνη,πετάει πέτρες στη πόρτα και μετά μας κλείνει το μάτι.

-Ντροπή για τη γειτονιά μας.Παράξενο μου φαίνεται θα είναι από άλλη περιοχή!!Πρώτη φορά το ακούω!

Ένα απόγευμα που είχε μαζευτεί μια μεγάλη παρέα,ψυθιρίζει ο Γιώργος στ’αυτί του Σ.Λ.Έχω βρεί κάτι κορίτσια να πάμε βόλτα πήγαινε στο περίπτερο να πάρεις προφυλακτικά.Μην του πεις τίποτα μόνο κλείστου το μάτι και θα καταλάβει αυτός.

Ανυποψίαστος ο Σ.Λ.πηγαίνει στο περίπτερο και αντί να μιλήσει στο περιπτερά του κλείνει το μάτι.Ο περιπτεράς χωρίς δεύτερο λόγο βγαίνει εξω από το περίπτερο λέγοντας

-Α,εσύ είσαι που ενοχλείς την γειτονιά.

Και τον αρπάζει στο άγριο ξύλο.Βλέποντας η παρέα το επεισόδιο έτρεξαν να γλυτώσουν τον Σ.Λ. όταν έφθασαν και τον άρπαξαν από τα χέρια του περιπτερά.Αυτός ματωμένος απευθύνεται προς τον Γιώργο.

-Έτσι δεν μούπες

-Α ορέ Σπύρο είσουν άτυχος. Άλλαξαν βάρδια στο περίπτερο!!!

6_371_x_512a

9)1948-1956

H οικογένεια του Γιώργου κατοικούσε στην οδό Γεννατά,  κάθετη της Οδού Καποδιστρίου.  Στην οδό Γκίλφορδ υπήρχε ένα παντοπωλείο με λαμαρίνα αντί για κεραμίδια στη σκεπή.

Ο Γιώργος, θεωρούσε καλό να ανεβαίνει κατά καιρούς  σε κάποιες στέγες, μπαλκόνια, αλλά και μακριά από το δρόμο και να ρίχνει πέτρες στις λαμαρίνες, βομβαρδίζοντας κυριολεκτικά το παντοπωλείο. Αυτό κράτησε περίπου 6 χρόνια.

Μια μέρα πήγαμε με τον φίλο τον Νιόνιο Δαγκλή να αγοράσουμε πατάτες!!Περιμέναμε γιατί ήταν και μια γνωστή κυρία μπροστά από εμάς. Ξαφνικά ένας δυνατός κρότος, σαν να ήταν βόμβα τάραξε όλο το μαγαζί. Η κυρία κρατούσε στα χέρια της μια τσάντα με ντομάτες. Την ρίχνει κάτω και τρέχει προς την πόρτα για να  γλυτώσει. Εμείς κρατώντας την ψυχραιμία μας ρωτάμε τον παντοπώλη. Τι έγινε εδώ;

Αυτός με ένα ύφος απόγνωσης και αφού μάζεψε τα ζουμιά από τις ντομάτες, απολογείται: Τι να σας πω παιδιά μου, κάποιος πούστης  βαράει με πέτρες χρόνια τώρα, αλλά δεν μπορώ να καταλάβω από πού έρχεται ο βομβαρδισμός. Σε δύο μήνες η στέγη φτιάχτηκε από μπετόν.

7_562_x_386a

10)

Στο στενό απέναντι από την είσοδο του σημερινού ξενοδοχείου Αρκάδιο υπήρξε ο Καπελάντες, ένας ανθρωπάκος που έφτιαχνε καπέλα. Το επώνυμό του ήταν Ναν….

Εκεί δούλευε, έτρωγε εκεί κοιμόντανε κ.λ.π. Μια φορά ο Γιώργος με κάτι κωλόπαιδα  τον πείραξε. Αυτός βγήκε έξω και τα κυνήγησε. Έπιασε τον Ανδρέα Μαλτέζο, ο οποίος κάρφωσε τον Γιώργο. Το άλλο απόγευμα χτυπάει η πόρτα στο σπίτι του Γιώργου και παρουσιάζεται ο Καπελάντες. Στο σπίτι βρίσκονταν ο Γιώργος και  η βαρήκοη  μάνα του.

Ο Καπελάντες άρχισε να βρίζει άγρια τον Γιώργο. Ετοιμόλογος ο Γιώργος γυρίζει προς την μάνα του και με όχι ιδιαίτερα δυνατή φωνή της λέει:

-Άκουσες μαμά τι έκαμε στον κύριο, αυτό το παλιόπαιδο ο δίδυμος αδελφός μου;

Η μάνα του μη ακούγοντας τίποτε κουνούσε το κεφάλι της. Ο Καπελάντες που δεν γνώριζε την κουφαμάρα της μάνας του Γιώργου φαίνεται να επικροτεί τα λόγια του  και στρεφόμενος προς την μάνα του Γιώργου της λέει:

-Να μαζέψεις το γιο σου γιατί θα τον σκοτώσω.

Και φεύγοντας ο Κος Ναν… ακουμπά τον Γιώργο στη πλάτη. Εσύ είσαι καλό παιδί!!!

8_600_x_377a

11)

O Γιώργος είχε ένα μαγαζί στη Καποδιστρίου απέναντι από την πάνω πλατεία.Απέναντι από το μαγαζί του ήταν σταθμός ταξί και τηλεφωνικός θάλαμος.

Ένας από τους ταξιτζίδες ο Καφ…. είχε τις διασυνδέσεις του και πελάτες του ήταν ο Στρατιωτικός Διοικητής,ο Λιμενάρχης,ο Αστυνομικός Διευθυντής,κοντολογής όλες τις αρχές της πόλης.Όταν τον έπαιρνε τηλέφωνο κάποιος από τους παραπάνω η δυνατή προσφώνησή του ακουόνταν μακρυά.

-Τα σέβη μου Κε ……….!!!Παράλληλα καθόνταν προσοχή  και  κτυπούσε τις φτέρνες από τα παπούτσια του σαν  Πρώσος στρατοκράτης,

Δεν ήταν δυνατόν να μη σκανδαλίσει τον Γιώργο όλη αυτή η σκηνή.Όταν τον έβλεπε πρώτο στην  σειρά των ταξί (γιατί ο πρώτος σήκωνε το τηλέφωνο) αρχίνησε να παίρνει τηλέφωνο πότε σαν Λιμενάρχης,πότε Αστυνομικός Διυθυντής,πότε Νομάρχης κ.λ.π.

-Τα σέβη μου ακουόνταν δυνατά και το ταξί έφευγε βολίδα.Σε λίγο γύριζε τελευταίος στη σειρά.Ώσπου να έρθει η ώρα του να γίνει πάλι πρώτος πήγαινε και καθόνταν στο μαγαζί του Γιώργου.

=Τι κακό παιδί πρέπει να είναι Γιώργο μου,πάλι με πείραξε και γαμώτο χάνω κάθε φορά τη θέση μου.

-Υπομονή τι να σου πω κι’εγώ

9_600_x_475a

12)

Έμενα στην οδό Αλκινόου απέναντι από το αλσύλλιο που ήταν γεμάτο δένδρα και την άνοιξη έκαναν την εμφάνισή τους τα πουλιά κούκοι, τα οποία όλο το βράδυ έκραζαν. Εγώ σαν αφελής το συζήτησα στην παρέα που βρισκόνταν και ο Γιώργος, Αυτός κάθε βράδυ ανέβαινε σε ένα πυκνό δένδρο που ήταν μπροστά από το παράθυρο μου και μιμούντανε τη φωνή του κούκου.

-Κου-κου,κου-κου……..κου-κου,

Αδύνατον να κοιμηθώ.Καλοκαίρι βλέπεις,τα παράθυρα ανοιχτά,απελπισμένα έβγαινα στο παράθυρο.

-Ξου-ξου,ξου-ξου…..φώναζα

Για λίγο σιωπή και όταν ξαναξάπλωνα πάλι τα ίδια κου-κου,κου-κου…..

Αδύνατον να μπορέσω να κοιμηθώ.

Την άλλη μέρα στην παρέα ρωτούσαν οι φίλοι μου

-Τι έγινε με το κούκο Σ.? Αφήστε με ήσυχο πάω να τρελαθώ!

Αυτό κράτησε για αρκετές μέρες.Μια μέρα που το συζητούσα με την αδελφή μου με συμβουλεύει:Δεν παίρνεις ρε Σ.μερικές πέτρες και μόλις αρχίσει να κράζει να του ρίξεις κάνα δύο πετριές μπας και φύγει.

Όπως μου είπε έτσι και έκανα.Με τη δεύτερη πετριά ακούω μια κραυγή,φασαρία και ένα άνδρα να πέφτει από το δένδρο φωνάζοντας «Γαμώ τη Παναγιά μου»

10_564_x_423a

13)

O Ραψομανίκης το 1949 ήταν καθηγητής ωδικής.Το τι τραβούσε από τα παιδιά ένας θεός το ήξερε.Μιά φορά του ζήτησε ο Γιώργος να πάει στη χορωδία στους μπάσους.

Η επιθυμία του έγινε δεκτή.Στη πρόβα, ενώ ο Ραψομανίκης διεύθυνε άκουγε από την μεριά των μπάσων μια λεπτή φωνή φάλτσα.Συνέχεια σταματούσε την πρόβα και προσπαθούσε να καταλάβει ποιος ήταν ο φάλτσος.Τελικά μετά από λίγες μέρες κατάλαβε ότι ήταν ο Γιώργος.

Τον μεταφέρει στις ψηλές φωνές.Αρχίσανε και πάλι οι πρόβες.Από τις ψηλές φωνές όμως άκουγε μια φωνή φάλτσου μπάσου.

Τελικά ο Γιώργος έφυγε από την χορωδία με τις κλωτσιές.

11_600_x_246a

14)

Ο Γιώργος στρατιώτης 1957.Κουβαλούσε πάντα ένα βιβλίο, μια τεράστια χημεία 500 περίπου σελίδων στην Ιταλική γλώσσα.Σημειώνω ότι ο Γιώργος δεν γνώριζε ούτε μια λέξη Ιταλικά.Υπηρετούσε στην Κοζάνη και στη συνέχεια μετατέθηκε στη Θεσσαλονίκη.

Στα διαλείμματα των ασκήσεων,ο Γιώργος καθόνταν μόνος σε μια γωνιά και αντί να  να μιλάει με τους άλλους στρατιώτες,έκανε πως διάβαζε την χημεία.Στην Θεσσαλονίκη τον παρατήρησαν οι αξιωματικοί και το ανέφεραν στον Διοικητή .Μια μέρα τον καλεί ο Διοικητής και τον ρώτησε γιατί απομονώνεται κάθε μέρα και διαβάζει αυτό το  βιβλίο.

-Κε Διοικητά σπουδάζω στο Πανεπιστήμιο της Βερόνα χημικός και δεν θέλω ν’αποκοπώ από την μελέτη μου.

-Δεν μου το έλεγες βρε παιδί μου από όταν ήλθες. Λοιπόν από εδώ και πέρα θα δώσω διαταγή να σου δίνουν άδεια κάθε απόγευμα να πηγαίνεις να διαβάζεις εκτός στρατοπέδου με την ησυχία σου.

Όταν ο κοινός μας φίλος Γ Σ συνάντησε ένα  απόγευμα το Γιώργο,στο δρόμο στη Θεσσαλονίκη,με κάτω από τον ώμο τον τόμο της χημείας,τον ρώτησε τι είναι αυτό.Ο Γιώργος απήντησε :Το φύλλο αδείας μου

12_416_x_600a

15)

Ο αδελφικός φίλος του Γιώργου Π.Ι.(Μπακαπέπες) ήταν ο σκύλος με το γάτο με τον γείτονα,απέναντι από το δικό του διαμέρισμα, στο καντούνι που έμενε στη πόρτα ρεμούντα .Ιδιαίτερα τον ενοχλούσε ο θόρυβος με τα κουζινικά που έκανε στη κουζίνα..

-Ρε,Γιώργο του λέει  δεν τον αντέχω άλλο!!!

-Μορέ Μπακαπέπε μου, αφήνεις να σου λύσω εγώ το πρόβλημα.Θα πάρω τη σφεντόνα μου και ένα βράδυ θα του σπάσω με μια πέτρα το τζάμι της κουζίνας.

-Του αξίζει ρε Γιώργο μου,μα τη Παναγία του αξίζει.Κάμετο ρε,κάμετο.

-Θα το κάνω εγώ απόψε αργά το βράδυ ,όμως εσύ να μην είσαι σπίτι μια και είσαστε απέναντι και υποψιαστεί τίποτε. Γύρνα όσο αργά μπορείς.

Η επιχείρηση έγινε όπως δείχνει η πιο κάτω εικόνα:

13_600_x_224a

Ο Μπακαπέπες όλη την άλλη μέρα κυνηγούσε να βρει το Γιώργο βλαστημόντας και  βρίζοντας θεούς και δαίμονες. Όμως άκαρπες οι ενέργειες του.Ο Γιώργος ήταν άφαντος

16)

Στον Άγιο Αντώνιο υπήρχε το υαλοπωλείο του Γούστη.Δεν ήταν ψηλοντάβανο και η ταμπέλα στο δρόμο ήταν χαμηλά.Κάθε βράδυ ο Γιώργος το Γ το έκανε Π.Κάθε πρωί ο καταστηματάρχης το έβαφε και το ξανάκανε Γ.Είδε και απηύδησε ο άνθρωπος,έχασε το κουράγιο του,ανέβασε τη ταμπέλα κυριολεκτικά στο νταβάνι και το Γ έβαλε ένα ζωγράφο και το γέμισε περικοκλάδες.

14_600_x_231a

18)

Μια βροχερή ημέρα του Φλεβάρη που η παρέα μας δεν είχε τι να κάνει αποφασίσαμε να περάσουμε από το βιβλιοπωλείο του φίλου μας  Λ.Λοϊ.…..Εκεί περνούσαμε αρκετές ώρες κουβεντιάζοντας και φιλοσοφόντας.Το βιβλιοπωλείο ήταν απέναντι από το φαρμακείο του Σπ.Καλαντζή στην  πίνια.Στον πρώτο όροφο ήταν ο «ιερός» τόπος συνάθροισης .

Σε μια στιγμή λέει ο Λοϊ….. στον Ακρ.Φούλη,μέλος της παρέας,δεν φωνάζεις εκείνον τον μαλάκα τον θρησκόληπτο τον Νουσι…. να μιλήσουμε περί θεού και να περάσει λίγο η ώρα μας ;Η ώρα ήταν 5 το απόγευμα.Σε λίγη ώρα νάσου και ο Νους…..Η συζήτηση άρχισε έντονη και ο Νους…. κάθε φορά που άκουγε κάτι κακό έκανε το σταυρό του και φτιούσε κάτω λέγοντας «΄Εξω απόδω!!!» Περνόντας η ώρα ο Νους….,ζήτησε να του δώσουμε και ένα κερί ν’ανάψει .Η ώρα είχε φθάσει 9 και ουσιαστικά  δεν είχαν ακόμη τεθεί οι βάσεις της συζήτησης.Το περίεργο ήταν που ο Γιώργος δεν είχε μιλήσει καθόλου αλλά καθόνταν συνέχεια έγραφε κάτι και με ένα ψαλίδι κάτι έκοβε .Περασμένη η ώρα δεν άντεχα άλλο και λέω παιδιά να το διαλύσουμε.Εκείνη την ώρα κάνοντας πως αγριεύει ο Λ.και απευθυνόμενος στον Νουσι…..,λέει με άγρια φωνή:

-Μεταξύ των πολλών κακών που έχεις,έχεις και το διάολο μέσα σου.Ψάξου να τον βρείς!!!

Σηκώνεται ο Νους….,και βάζει τα χέρια του στις  τσέπες από το σακάκι του και βγάζει ένα σορό από χάρτινα διαβολάκια. Σταυροκοπιέται και φεύγει αμέσως να ξυπνήσει τον δεσπότη,όπως μάθαμε την άλλη μέρα,για να πει το πάθημα του και να πάρει την ευχή του.

16_600_x_279a

19) 1954

Πήγαμε στην Αθήνα τον Οκτώβρη του 54 να δώσουμε υποτίθεται εξετάσεις για την εισαγωγή στο Πανεπιστήμιο (ποτέ δεν δώσαμε).Μαζί μας ταξίδευε και ο φίλος μας Βασίλης Ζαφ……,που πήγαινε κι’αυτός στην Αθήνα για δουλειά.

Φτάνοντας στην πρωτεύουσα πήγαμε στο ξενοδοχείο «Ολύμπια» του Παξινού Μάστορα όπου σύχναζαν όλοι οι Κερκυραίοι.Όμως δεν είχε δωμάτια κενά και τραβήξαμε προς το Μοναστηράκι,όπου βρήκαμε ένα ξενοδοχείο της  κακιάς ώρας με τρία κρεβάτια.Στό χωλ (για να πληρώσουν λιγότερα χρήματα) ήταν ξαπλωμένοι στο πάτωμα κάμποσοι Λευκαδίτες και Λευκαδίτισσες με τις παραδοσιακές τους στολές γιατί είχαν δώσει κάποια παράσταση.Μπήκαμε στο δωμάτιο και τακτοποίθήκαμε. Σημειώνω ότι πριν φύγουμε  από την Κέρκυρα είχαμε δει στον κινηματογράφο «Όαση» το φιλμ Ο Υπνοβάτης με τον Γάλλο κωμικό Φερναντέλ.

Σε μια στιγμή ο Γιώργος μας ανακοινώνει ότι θα κάμει τον υπνοβάτη.Εγώ  συμφώνησα,ο Βασίλης είπε «μη μ’ανακατεύετε με τέτοια πράγματα». Ξεκινάμε.Μπροστά  ο  Γιώργος με τα χέρια από το  στήθος τεντωμένα και παράλληλα προς το πάτωμα,τα μάτια κλειστά και  εγώ από πίσω του να του λέω σιγά :Αύριο θα σε πάρω στο γιατρό που θα σε κάμει καλά!!!

Ο Γιώργος πραγματικά σαν υπνωτισμένος  περπατούσε σιγά-σιγά στο  χωλ όπου κοιμόντουσαν αμέριμνα  οι Λευκαδίτες και τους πατούσε όπου εύρισκε,με αποτέλεσμα να πετάγονται σαν  ελατήρια κι  εγώ από  πίσω «σοουτ αύριο θα πάμε στο γιατρό ……..»Με τη φασαρία μπαίνει ο ξενοδόχος ένας σαν παλαιστής,καμιά 30αριά χρονών και με ρώτησε τι συμβαίνει.Του λέω, μη φωνάξεις θα πάθει συγκοπή. Είναι επικίνδυνος,μας το είπε ο γιατρός,αυτός είναι ο λόγος που τον φέραμε στην Αθήνα.Ο ξενοδόχος το πίστεψε και ο Γιώργος βασάνισε ,με την ησυχία του, περίπου μισή ώρα τους δυστυχισμένους  Λευκαδίτες.

17_600_x_349a

20)1960

Στην παρέα μας ήταν και ο Χαράς (Νικοσι….ήταν το όνομά του) αλλά είχε μια αδελφή κούκλα που όλοι την ήθελαν και την έλεγαν Χαρά.Ο Χαράς λοιπόν (λίγο κουτούλης) πίστευε στο Δράκουλα.

Ο Γιώργος τον είχε πείσει ότι στην ιεραρχία του Κόμη Δράκουλα ο Κόμης τον είχε κατατάξει στους εκπαιδευμένους και θα περνούσε καιρός ώστε  να ανακηρυχτεί και επίσημα ο ίδιος Δράκουλας. Ξεκινάμε λοιπόν για Γαστούρι μια σκοτεινή και βροχερή μέρα του χειμώνα και φτάνουμε για να φάμε στη Μπέλα  Βίστα μια ταβέρνα που ήταν ανοιχτή χειμώνα-καλοκαίρι.Ο Γιώργος εμφανίστηκε με μια μαύρη ενδυμασία περίεργη ,κολλημένο το μαλί με μπριγιόλ και χωρίστρα στη μέση.Κάθησε στη μέση της παρέας,με βλέμμα απλανές και δεν μιλούσε καθόλου. Όλοι καταλάβαμε περί τίνος πρόκειται. Εγώ  πήρα την απόφαση να πάρω την παραγγελία από τον καθένα.Όταν έφθασα στον Γιώργο ψέλισε κάτι.Όταν πήγα στον Χαρά,ο οποίος είχε ήδη κιτρινίσει,με ρώτησε τι παρήγγειλε αυτός;Ωμό κρέας του απήντησα.Έβγαλε ένα σταυρό που είχε στο πέτο του και τον φίλησε.

Η βροχή έξω έπεφτε ραγδαία και οι αστραπές διαδέχονταν η μία την άλλη.Όταν ήλθαν τα φαγητά ο Χαράς με γουρλωμένα μάτια κοιτάει προς το μέρος του Γιώργου και όταν βλέπει με το μαχαιροπίρουνο να κόβει το γεμάτο αίμα κρέας και να πλησιάζει το κομμάτι στο στόμα του πετιέται από την καρέκλα και σαν σίφουνας έφυγε,βγήκε στη βροχή και εξαφανίστηκε. Μάθαμε ότι έφθασε μέχρι την πόλη.

18_450_x_349a

22)

To 1963 η γυναίκα του Βαρότση, φορώντας το κόκκινο της πανωφόρι, φιλώντας  τον άνδρα της ,μπήκε μέσα στο λεωφορείο για να πάει στην Αθήνα για κάποιες δουλειές.Δίπλα της κάθονταν μια κυρία με μπλε πανωφόρι.Το αυτοκίνητο ξεκίνησε.

Ένας συνεργάτης και φίλος του Γιώργου,ο Π.Τ. προθυμοποιήθηκε να βοηθήσει την γυναίκα του στην Αθήνα για τις δουλειές της.Πήρε λοιπόν τηλέφωνο από την Αθήνα ρωτώντας τον Γιώργο,  πως θα αναγνωρίσει τη γυναίκα του που δεν την ήξερε;

Ο Γιώργος απαντά:Είναι μια κυρία που φοράει ένα μπλε πανωφόρι. Έχω πει στην γυναίκα μου , όταν σε πλησιάσει ένας κύριος, θα σου πει την λέξη «Ποκοπίκο» ,αυτό σημαίνει ότι είναι ο άνθρωπος που σε περιμένει.

Όταν έφθασε το πούλμαν στην Αθήνα κατεβαίνει μια κυρία με μπλε πανωφόρι, πάει κοντά ο Π.Τ.και της λέει «Ποκοπίκο» Αυτή τον κοιτάζει παράξενα. Το επαναλαμβάνει ο Π.Τ. και τότε η κυρία του λέει «πάψε μωρέ μαλάκα».

19_451_x_349a

23)

Ήταν η εποχή που κυκλοφορούσαν τα πρώτα πεντοχίλιαρα.Μετά από λίγο καιρό κάποια επιχείρηση κυκλοφορούσε διαφημιστικά πεντοχίλιαρα,από την μία μεριά ήταν σχεδόν σαν τα πραγματικά και από την άλλη μεριά είχαν τη διαφήμιση. Πήγαμε σε μια κηδεία ενός συναδέλφου μου από την Τράπεζα, του Ι.Γ.Μετά  την ταφή, πηγαίνοντας προς την έξοδο που ήταν οι συγγενείς του νεκρού για να τους συλλυπηθούμε, στην αναμονή βλέπω τον Γιώργο με μια κίνηση φυσιολογική να σκύβει να ξύνει τον αστράγαλο του και να αφήνει στο έδαφος ένα πεντοχίλιαρο διπλωμένο  από την καλή του την μεριά.

Η ουρά προχωρά σιγά-σιγά και σε κάποια στιγμή  κάποιου  του πέφτει ένα μαντήλι,που σκούπιζε τα δάκρυα του και σκύβει και με αστραπιαίο τρόπο αρπάζει το πεντοχίλιαρο χαμογελώντας, το βάζει  στη τσέπη του και στην συνέχεια να παίρνει ξανά το λυπημένο ύφος του τεθλιμμένου  φίλου και να προχωρά για να συλλυπηθεί  τους συγγενείς. Βγαίνοντας από το νεκροταφείο. εμείς σε απόσταση ασφαλείας, τον παρακολουθούμε με γρηγοράδα να ξεδιπλώνει το πεντοχίλιαρο και όταν διαπίστωσε ότι ήταν ψεύτικο τον ακούσαμε να λέει, αλλά πάντα με σκυφτό το κεφάλι.Γαμώ τη Παναγία μου!!!

20_600_x_387a

24)

Στο ανθοπωλείο του Γιώργου υπήρχε ένας υπάλληλος. Η μάνα του η Τασία ήταν βλάκας με περικεφαλαία.Μια μέρα ο Γιώργος την στόλισε με λουλούδια,της έδωσε να κρατά και ένα μπουκέτο με γαρύφαλλα ,φώναξε έναν αμαξά και την έβαλε να κάθεται στην άμαξα γιατί όπως της είπε, έπρεπε να φωτογραφηθεί καθότι θα έρχονταν  ένα μεγάλο Αμερικάνικο περιοδικό και θα διαφήμιζε την Κέρκυρα.

Φώναξε τον Γεράσιμο, ο οποίος ήταν(υποτίθεται) υπάλληλος «φωτογράφος» στο φωτογραφικό κατάστημα των Αφών Κο…..,και φωτογραφίζει την ρομαντική σκηνή.

Μετά από λίγο καιρό ο Γιώργος λέει στην Τασία ότι οι Αφοι Κο……,πούλησαν την φωτογραφία στο Αμερικάνικο περιοδικό έναντι χιλιάδων δολαρίων και ότι αυτά  τα λεφτά της ανήκουν. Η Τασία φεύγει φουριόζα και μπαίνει στο φωτογραφείο Κο…..,και τα κάνει άνω κάτω φωνάζοντας «Θέλω τα λεφτά μου».Σημειώνω οι Αφοι Κο….,δεν είχαν ιδέα για ότι είχε προηγηθεί.

21_454_x_270a

25)

O Τομάζος ήταν ένας ψηλός νεαρός Ηπειρώτης,καλό παιδί αλλά λίγο αφελής.Μια μέρα ο Γιώργος,ο Τομάζος,εγώ και  2-3 φίλοι ξεκινήσαμε για βόλτα στη Γαρίτσα.Ο Γιώργος στα πρώτα 100-200 μέτρα άρχιζε να μουγκρίζει.Με ρωτάει ο Τομάζος τι του συμβαίνει; Εγώ του απαντώ ότι έχει επιληψία ο κακομοίρης και ότι ετοιμάζεται να φύγει με τον πατέρα του για θεραπεία στην Αθήνα.

Όσο κατεβαίναμε στην Γαρίτσα τόσο το μούγκρισμα του Γιώργου μεγάλωνε.Τελικά απέναντι από το εργοστάσιο Δεσύλλα στην άκρη προς τη θάλασσα υπήρχε ένας σορός από φύκια.Εκαί ο Γιώργος βγάζει ένα δυνατό μουγκρητό και σωριάζεται στα φύκια.Κοιτάξαμε μήπως άνοιξε το κεφάλι του,αλλά όχι.

Ο Τομάζος μας λέει ότι πρέπει να δούμε το σφυγμό του και σιγά σιγά τον σηκώνει και τον ξαπλώνει στα κουρτελάτσα. Να φωνάξουμε ένα ταξί να τον πάρει σπίτι του λέει ο Τομάζος.Αν μπεί σε αυτοκίνητο θα έχουμε πάλι τα ίδια,θα τον ξαναπιάσει η κρίση,του απαντάμε.

Τον βάζει ο καημένος ο Τομάζος στην πλάτη και κάθε 50 μέτρα τον ξάπλωνε στο κουρτελάτσο και έπιανε τη μέση του.Μετά από 2 ώρες είχαμε φτάσει στη κολώνα του Ντούγκλα.Εγώ μια και ήμουνα κοντά σπίτι μου τους  χαιρέτησα και έφυγα.Την επομένη μέρα έμαθα ότι φτάσανε στο σπίτι του Γιώργου, σε κάνα δίωρο αργότερα με τον Γιώργο φορτωμένο στη πλάτη του  Τομάζο .

22_600_x_274a

26)

!955-56-57-58

Ήταν η εποχή του βαδίσματος και όχι του αυτοκινήτου.Την εποχή αυτή μεγάλες γυναίκες,οικογένειες ηλικιωμένων έκαναν 2-3 φορές την εβδομάδα τον περίπατό τους στην Γαρίτσα.

Ο Γιώργος έβαζε σε ένα σακουλάκι χώμα και λίγα φύκια για να μοιάζει με σακουλάκι με δόλωμα,το έβαζε στα κουρτελάτσα και μόλις έβλεπε κόσμο έκανε την κίνηση πως ρίχνει τη πετονιά. Άνοιγε τα πόδια, έπιανε τη πετονιά. σε μεγάλη απόσταση από το βαρίδιο και γύριζε το αρμίδι για να το ρίξει.Ο κύκλος ήταν τεράστιος.Οι περιπατητές σταματούσαν για να μη φάνε καμιά με το βαρίδι και τα αγκίστρια  στο κεφάλι.

Χαρά του ήταν να γυρίζει το χέρι του πολύ ώρα και να βλέπει τον κόσμο να συγκεντρώνεται και να περιμένει.Αυτό κράτησε 4 χρόνια.

23_523_x_351a

27) 1978

Στη πιάτσα υπήρχε ένας καλός φίλος ο  Δημήτρης Ρομ….., πού είχε ένα μαγαζί με είδη ψαρικής (αγκίστρια κ.λ.π). Πελάτες είχε ξενοδοχεία,επαγγελματίες ψαράδες,ερασιτέχνες και άλλους. Ένα ξενοδοχείο στη Παλαιοκαστρίτσα σε συχνά διαστήματα παράγγελνε 100-200 αρμίδια με αγκίστρια πολύ μικρά.Μετά από  κάνα δύο μέρες πήγαινε και τα έπαιρνε.

Μια μέρα λοιπόν ο Γιώργος βρίσκει ένα γνωστό του και του λέει,θα πάρω ένα τηλέφωνο και όταν αρχίσω να μιλάω σε παρακαλώ να πεις εσύ « για σου Κοσμά»,τίποτε άλλο.

Ο Γιώργος παίρνει τηλέφωνο τον Ρομ…., και του λέει:

Εδώ ξενοδοχείο ……….(το γνωστό στη Παλαιοκαστρίτσα) θέλω 200 αρμίδια με αγκίστρια,από τα πιο μικρά που έχεις,αλλά αυτή τη φορά τα επείγομαι και σε παρακαλώ να είναι έτοιμα τις 2 το μεσημέρι.

Ρομ:…..,Μα….

Δεν έχει μα… αυτή τη φορά πρέπει να μας εξυπηρετήσεις  οπωσδήποτε.

Όσο κράτησε το τηλεφώνημα και ενώ συνομιλούσαν ,ο Ρομ….,άκουσε από το ακουστικό μια φωνή να λέει «Για σου Κοσμά»

Κάθισε ο φουκαράς  ο Μήτσος(είχε και μυωπία),έδιωξε κάθε πελάτη , φουσκώνοντας και ξεφουσκώνοντας ,του βγήκαν στην κυριολεξία τα μάτια για να  τα ετοιμάσει. Δύο παρά πέντε έδεσε και το τελευταίο και περίμενε να εμφανιστεί κάποιος από το ξενοδοχείο να τα πάρει.

Πέρασαν 2-3 ώρες.Είδε και απόειδε  και παίρνει τηλέφωνο το Ξενοδοχείο.Ο  υπεύθυνος του απάντησε: εμείς κυρ Μήτσο μου δεν θέλαμε  αγκίστρια και φυσικά δεν σας πήραμε και κανένα τηλέφωνο.

Αφού έμεινε για λίγο αμίλητος,έκλεισε το τηλέφωνο και σαν φλας του ήλθε στο μυαλό αυτό που άκουσε στο πρώτο τηλεφώνημα «για σου Κοσμά».Έγινε έξαλλος ο κυρ Μήτσος και δεν μπορούσε να το καταπιεί  πως ο καλλίτερος του φίλος ο Κοσμάς ο Μπαμ…..,(φαρμακοποιός)του έκαμε τέτοια πλάκα.Πήγε στο φαρμακείο και έγινε  το σώσε.Όσο και ο Κοσμάς ορκιζόντανε στα παιδιά του ότι δεν είχε ιδέα τόσο βρισιές και βλαστήμιες βγαίνανε από το στόμα του κυρ Μήτσου.

Μέχρι που πέθανε πίστευε πως την πλάκα την έκαμε ο αδελφικός του φίλος ο Κοσμάς.

24_600_x_272a

29)

Αρκετά ευκατάστατος,ο Νόμπιλε,άρρωστος όμως με τους Κόντηδες και τα κοντηλίκια.Ήλθε στην Κέρκυρα το 1954 φοιτητής,από την Αθήνα,γνωριστήκαμε και αμέσως μας ρώτησε που διασκεδάζουμε ,σε ποια κλαμπ χορεύουμε (Τι κλαμπ στην Κέρκυρα του 54;)κ.λ.π.

Μια μέρα μας λέει,που πάτε για μπάνιο;Στο Μον Ρεπό του λέμε.Βασιλική πλάζ απαντά!!Πολύ ωραία και με τι πάτε;Με κούρσα φυσικά λέει ο Γιώργος.Θα με φιλοξενήσετε και μένα αύριο;Ρωτάει ο Νόμπιλε.

Λοιπόν στη πλατεία του Σαρόκου, υπάρχει ένα μέρος που λέγεται Μπόμπα.Θα είμαστε εκεί τις 10 το πρωί,να  είσαι και συ εκεί, θα έλθει η κούρσα να μας πάρει. Έτσι κλείνει το ραντεβού ο Γιώργος.

Πράγματι την άλλη μέρα παρουσιάζεται  στο Σαρόκο κατάλληλα ντυμένος.Έριξε μια περίεργη ματιά στο δικό μας ντύσιμο,αλλά όλοι μαζί περιμέναμε την κούρσα.

Κοντά στο Μον Ρεπό ήταν το εργοστάσιο μακαρονοποιείας  του Δαλιέτου. Κάθε μέρα μια λύσα φόρτωνε από το λιμάνι σακιά στάρι και τα έπαιρνε στο εργοστάσιο.

Έτσι και την ημέρα του μπάνιου εμφανίστηκε η λύσα και έρχεται προς το μέρος μας.Εγώ και ο Γιώργος ετοιμαζόμαστε και όταν περνά σιγά-σιγά μπροστά μας πηδάμε στο πίσω μέρος,όπως κάναμε πάντα όταν πηγαίναμε στο Μον Ρεπό.

Έλα πήδα γρήγορα Θάνο φωνάζει ο Γιώργος στον Νόμπιλε.Αυτός με ορθάνοικτα τα μάτια κοιτάζει την όλη σκηνή, συνειδητοποιεί την κατάσταση και σαν Νόμπιλε, σκύβει το κεφάλι και σηκώνει το δεξί χέρι σαν να έλεγε:Να μου λείπει ποπολάροι.

Για πολλές μέρες το έλεγε σε γνωστούς και φίλους.Μας κατηγορούσε λέγοντας σαν δεν ντρέπονται.

25_470_x_288a

30)

Δεκέμβρης 1955

Ο φίλος μας ο Κάου(Χονδρός σαν Αγελάδα) είχε κάποιο γνωστό στην Μητρόπολη και του έδωσε άδεια 2-3 ημέρες να πάμε να φιλοξενηθούμε στο μοναστήρι της Παλαιοκαστρίτσας.Πήγαν ο Κάου,ο Κρα και ο Γιώργος.Εγώ δεν πήγα επειδή κατάλαβα  τι μπορούσε να γίνει.Ο πετροπόλεμος και η φασαρία πήγε σύννεφο.Τσακιστήκανε κάνα δύο τζάμια.Οι καλόγεροι αγρίεψαν και βάλθηκαν στο κυνήγι με ξύλα εναντίον των «ευσεβών» φίλων μου.Μάλιστα έστειλαν και ένα μοναχό στη πόλη να ειδοποιήσει τον Δεσπότη.

Αφού είδαν τα σκούρα, απεφάσισαν να κρυφτούν μέσα στη ελιές και το βράδυ να φύγουν ,σαν τα φαντάσματα και να γυρίσουν στη πόλη με τα πόδια γιατί εάν είχε ειδοποιηθεί το λεωφορείο μπορεί να τους πιάνανε.Έτσι λοιπόν στο σκοτάδι με κάλυψη και με κρύο άρχισαν την επιστροφή προς την πόλη. Φτάσανε το  άλλο βράδυ τσακισμένοι από την κούραση,αφού στην διαδρομή μπαίνανε στα διάφορα κτήματα και από την πείνα αφανίζανε μανταρινιές,πορτοκαλιές και ότι άλλο βρίσκανε.

26_600_x_339a

31)

Εκλογές 1986.Στις εκλογές αυτές ήταν υποψήφιος με την ακροδεξιά γνωστός γιατρός.Τον  παίρνει τηλέφωνο ο Γιώργος και του λέει: Ραψομανίκης από τον Ποταμό. Συγχαρητήρια για την υποψηφιότητά σας και άρχισε να βλαστημάει γιατί ο Χότζας,πρόεδρος της Κουμουνιστικής Αλβανίας δηλώνει συνέχεια κατά της Ελλάδος.Αφού βλαστημούσε συνέχεια και αγριεμένα ο γιατρός προσπάθησε να τον παρηγορήσει,αλλά μάταια ο Γιώργος μισοκλέγοντας  βλαστημούσε το Χότζα με Παναγίες,Χριστούς,Αϊ Σπυριδώνους κ.λ.π

Μετά από αυτό το παραλήρημα του λέει ο γιατρος.

-Άκουσε κύριε Ραψομανίκη εθνικόφρονες-εθνικόφρονες αλλά όχι και να πεθάνουμε για το Χότζα.

-Άκου γιατρέ μου,του λέει ο υποτιθέμενος Ραψομανίκης,έχω 10 ψήφους πότε θα κάνεις προεκλογική συγκέντρωση;Του είπε κάποια μέρα,τον ευχαρίστησε και έκλεισε το τηλέφωνο.

Από αυτή την ημέρα μέχρι και τη παραμονή της συγκέντρωσης είχαν συνεχή τηλεφωνική επικοινωνία και κάθε μέρα του αύξανε τους ψηφοφόρους.Την ημέρα της συγκέντρωσης το πρωί  ξαναπαίρνει τηλέφωνο τον γιατρό και εκείνος έντρομος του λέει:Μη ξαναρχίσεις για το Χότζα,πες μου σύντομα γιατί προετοιμάζομαι για τη συγκέντρωση.Δυστυχώς ,του απαντά δεν θα έλθουμε γιατρέ μου σήμερα στην συγκέντρωση.Ανησύχησε  ο γιατρός και τον ρωτάει το γιατί;

Επειδή μας έπιασε επιδημία όλους.Δηλαδή βγάλαμε ο  καθένας από ένα σπυρί στο κώλο.

28_600_x_182a

32) 1950

Κοντά στο πρώτο Γυμνάσιο,πίσω από την αυλή του, υπήρχε μια μεγάλη συστάδα από ψηλούς θάμνους.Ο δρόμος δίπλα από τους θάμνους ήταν χάλια και οι πεζοί περπατούσαν κοντά στους θάμνους για να αποφύγουν τους λάκκους και τις λάσπες.

Εκεί ο Γιώργος εύρισκε κρυψώνα,κρατούσε μια βίτσα και όποιος περνούσε και καταλάβαινε ,λόγω μεγάλης ηλικίας ή κάποιο άλλο λόγο ότι δεν θα ήταν δυνατόν να μπει στους θάμνους, του έδινε μια βιτσιά στο κώλο.Ο άλλος προσπαθούσε να καταλάβει από πού του ήρθε κοιτώντας προς τους θάμνους,όμως ο Γιώργος και η βίτσα ήταν τόσο καλά καλυμμένοι και ο άλλος έφευγε με μεγάλη απορία.

Μια μέρα βλέπει να πλησιάζει μια ηλικιωμένη χωριάτισσα και ετοιμάζεται .Μόλις προσπερνά βγάνει τη βίτσα και της δίνει μια στο κώλο.Όμως η χωριάτισσα μαθημένη από λόγγους,γυρίζει προς το μέρος που κατάλαβε ότι κάποιος ήταν κρυμμένος δίνει ένα φάσκελο Ιταλικής προέλευσης και φεύγει.Αυτό το φάσκελο ο Γιώργος το θυμόνταν σ’όλη του τη ζωή.

29_502_x_464a

33) 1956

Υπήρχε και υπάρχει ένας ωραίος τύπος,ο Αιμίλιος  Χατ….. Δύο ήταν τα ελαττώματα του.Η βαθειά του μυωπία και ότι ερωτεύονταν πολύ εύκολα. Είχα έλθει από την πρώτη μου άδεια από το λιμενικό, που υπηρετούσα τη θητεία μου και ο Γιώργος για να με ευχαριστήσει μου λέει.Θα ντυθώ γυναίκα για να γελάσουμε με τον Αιμίλιο που ερωτεύτηκε σφοδρά την Μαν……Το βραδάκι έξω από το πρώτο γυμνάσιο καμιά δεκαριά φίλοι κρυμμένοι πίσω από τα δέντρα περιμέναμε να δούμε τον Αιμίλιο,ενώ ο Γιώργος με γυναικείο καπελάκι και μια γυναικεία καμπαρντίνα, είχε σηκώσει τα πανταλόνια του μέσα από την καμπαρντίνα και έκοβε βόλτες.

Την προκαθορισμένη ώρα βλέπουμε να έρχεται ο Αιμίλιος συνοδευόμενος από τους μυημένους από εμάς,Κ Σ και Σ .Β.

Όταν φτάνανε κοντά του λένε,βγάλε τα γυαλιά σου για να φαίνεσαι  ωραίος.Πράγματι έβγαλε τα γυαλιά και κάτι η μεγάλη μυωπία του ,κάτι ο κακός φωτισμός έβλεπε ελάχιστα.Τότε ο Γιώργος πλησιάζει κοντά του προσποιούμενος στις κινήσεις γυναίκα,πάει να τον φιλήσει και του δίνει μια ηδονική όσο και δυνατή δαγκωνιά στ’αυτί και εξαφανίζεται.Αυτός βγάζει μια φωνή. Γυρνάει να την βρει ροτόντας   παράλληλα τους άλλους.Αυτή ήταν ορέ; Ναι βρε μαλάκα η Μαν…. ,ήταν.

Η ευτυχία του ήταν μεγάλη αλλά και ο πόνος δυνατός.

Πολύ θερμή γυναίκα παιδιά,πήγε να μου φάει το αυτί!!

Πέρασαν τα χρόνια και συναντάω τον Αιμίλιο,μετά από 44 χρόνια το 2001 στου Ζήσιμου και τον ρωτάω.Έχεις ακούσει τίποτα για την  Μαν….Πολύ θερμή μου λέει!!!Μου έμεινε αξέχαστη.

30_600_x_198a

35) 1954

Υπήρχε και υπάρχει ακόμα ένας πολύ καλός φίλος και τιμιότατος  συμπολίτης ο Α.Κ.Τελειώνοντας τις σπουδές του πήγε δάσκαλος σε χωριό της Νότιας Κέρκυρας.Σε άσχημη οικονομική κατάσταση προσπαθούσε να συντηρήσει την μητέρα του και τις αδελφές του.Πήγαινε στο σπίτι του Α.Κ.ο Γιώργος και άκουγε συχνά τη μάνα του να λέει:

-Να μην φέρνουν ποτέ στο δάσκαλό τους οι μαθητές λίγο λάδι.Τι την κάνουν τόση σοδιά, οι τσιγκούνηδες χωριάτες ;

Αυτό επαναλήφθηκε κάμποσες φορές.Παίρνει λοιπόν ο Γιώργος μια πήλινη νταμιτζάνα και λέει στους φίλους του,αφού πρώτα έβαλε δύο μπουκάλια λάδι μέσα.Παιδιά κατουράμε μέσα μέχρι να γεμίσει και λόγω του ότι το λάδι είναι πιο ελαφρύ από το κάτουρο θα κάτσει και θα φαίνεται σαν μια νταμιτζάνα με λάδι.

Αφού γέμισε το δοχείο,πηγαίνει και βρίσκει τον Κόκκινο ή Ρανταμές. Κόκκινος για το κρασί που έπινε και Ρανταμές,έτσι τον λέγαμε,  γιατί ζούσε σ’ένα σκοτεινό δωμάτιο και ήταν θαμμένος -ζωντανός σαν τον Ρανταμές από την όπερα του Βέρντι,Άϊντα. Έκανε και κανένα θέλημα,για να βγάνει κάνα φράγκο. Του δίνει ο Γιώργος κάποια χρήματα,του δείχνει το σπίτι του Α.Κ. και του λέει το απόγευμα να πάρει την νταμιτζάνα σ’αυτό το σπίτι μαζί με ένα σημείωμα.

Το απόγευμα όλοι οι φίλοι στο σπίτι του Α.Κ. Χτυπάει η πόρτα και παρουσιάζεται ο Ρανταμές με την νταμιτζάνα και παραδίδει και το σημείωμα που έγραφε: Στον αγαπητό μας δάσκαλο με εκτίμηση.

Είδες τα καημένα τα παιδιά,είπε η μάνα του, άδικα τα κατηγορούσα τόσο καιρό.Μπράβο τους.

Όταν αργότερα πήγε να βάλει λίγο λάδι σε κάποιες φέτες ψωμί για να μας  τις προσφέρει καταλαβαίνετε  τι μυρωδιά  γέμισε το σπίτι.Ο κακομοίρης ο Α.Κ. έκανε εμετό.

31_600_x_228a

37) 1954

Ο φίλος μας ο Ιβάν έκανε πάρτι σπίτι του.Μεταξύ των προσκεκλημένων και ο Νόμπιλε (Θάνος.Βλέπε επεισόδιο Νο 29) Χάρηκε  πολύ και άρχισε να ρωτάει ποιοι και ποιες θα ήταν καλεσμένοι.Του ανέφεραν διάφορα ονόματα όπως: η κόμισσα Α.Φ.,η κόρη του δικηγόρου Λ.Γ.,η κόρη του στρατιωτικού διοικητή Ι.Μ. και άλλες.Μου δίνετε μεγάλη χαρά μας λέει: θα ντυθώ με τα αρζαντέ μου ρούχα. Θα με βλέπουνε όλες και θα χέζονται. Εμείς του λέμε,επειδή τις ξέρουμε,πραγματικά θα χεστούνε.Έχετε δίκιο,απαντούσε.

Πλησίασε η μέρα του πάρτι, πάμε και βρίσκουμε τον Κόκκινο ή Ρανταμές στο Σαρόκο.(γνωστός από το προηγούμενο επεισόδιο), του δίνουμε κάποια χρήματα,τον παίρνουμε κάτω από το σπίτι του Ιβάν που ήταν στην πλατεία, κοντά στο πλατύ καντούνι  και του λέμε:Θα έρθεις στις 9 στο δεύτερο πάτωμα θα χτυπήσεις το κουδούνι και όταν θα σου ανοίξουμε θα ζητήσεις φωνάζοντας τον φίλο σου τον Θάνο.Εκεί θα πάρεις και τα υπόλοιπα χρήματα που συμφωνήσαμε.

Ρολόι ο Κόκκινος,στις 9 χτυπάει τη πόρτα. Τάβλα στο μεθύσι (είχε πιεί όλη τη προκαταβολή που του είχαμε δώσει) μπαίνει μέσα και φωνάζει: Θέλω το φίλο μου τον Θάνο.

Το τι έγινε δεν περιγράφεται.Φωνές. Θάνο ο φίλος σου ο ένας,Θάνο ωραίους φίλους έχεις κ.λ.π

Μα σας ορκίζομαι στην ζωή μου δεν τον γνωρίζω.Σας ορκίζομαι σας λέω.

Άσε μας ρε πως ήλθε και ζητούσε εσένα. Ντροπή ρε !!

32_600_x_306a

38) Ο Κάου γιατρός

Σύχναζε η παρέα στου Πέρδικα στο Ακταίον.Ο ιδιόρρυθμος Πέρδικας άριστος μάγειρας αλλά μισότρελος, συγγενής του Μπάκα-πέπε(Παναγιώτη Ιωαννίδη)

Ένα πρωί βλέπουμε ένα χωρικό καλοντυμένο με ένα παιδί δίπλα του που περπατούσε και κοίταζε δεξιά και αριστερά σαν κάτι να ζητούσε.Το παιδάκι φαινόνταν να πονάει.Πλησιάζει την παρέα και ευγενικά ρωτάει αν ξέρουμε κανένα γιατρό.

Επεμβαίνει ο Γιώργος.Τυχερός είσε άνθρωπέ μου, ο κύριος είναι γιατρός ,δείχνοντας τον Ακ.Καλ…..,ή Κάου(γνωστός από προηγούμενα επισόδεια). Τι να κάμει ο Ακ..του λέει θα εξετάσω το παιδί.Το ξαπλώνουν σε δύο καρέκλες που τις ένωσαν και άρχισε η……..εξέταση.Βάζει το χέρι του ο Κάου στο κούφιο δίπλα από το νεφρό και το παιδάκι φώναζε.

Τι είναι γιατρέ ρωτάει με αγωνία ο πατέρας.

Σκωληκοειδίτιδα έχει,αλλά μην ανησυχείς.Γιατρέ του λέει ο Γιώργος, να φέρω μια συνταγή από το γραφείο σας ώστε το παιδί να πάει στον ειδικό γιατρό; Πήγαινε αλλά μην αργήσεις γιατί έχω πολλές επισκέψεις που με περιμένουν.

Δεν περνάνε 5-10 λεπτά και φέρνει ο Γιώργος μια άγραφτη  συνταγή,(που την είχε βρει δεν μπόρεσα να καταλάβω) του ψυχίατρου Αντρέα Γκούση.Τη γράφει ο Κάου και του λέει πάρτηνε και αύριο το πρωί κατά  τις 10 να πας στο γραφείο του Κου Γκούση που είναι στο Σαρόκο.Εννοώντας το ψυχιατρείο.

Το άλλο πρωί τις 10 όλοι παραμονεύαμε και πράγματι βλέπουμε τον καημένο πατέρα μαζί με το παιδί να μπαίνουν στο Ψυχιατρείο.

Μετά από λίγο βγαίνουν σαν αστραπή από το ίδρυμα.Έπρεπε να βλάπατε έναν πατέρα έξαλο και κατακόκκινο  να ορίεται.

33_600_x_239a

41) 1960

Η Χ.Ε.Ν έκαμε κάποιο χορό τα καρναβάλια του 1960

Στην αίθουσα του χορού, πλάτη με την παρέα του Γιώργου καθόνταν η παρέα του Λάκη (εμείς τον φωνάζαμε Λαλάκη), ενός καλοστεκούμενου 45άρι,τότε, που όμως σε μυαλό είχε λίγο περισσότερο από γλάρο.Δίπλα από το τραπέζι του Γιώργου υπήρχε ένα μακρί τραπέζι γεμάτο τούρτες.Όποια παρέα ήθελε να πάρει να φάει μια τούρτα,πήγαινε πλήρωνε και την έπαιρνε.

Η Σοφούλα Δαγ…..,μισότρελη Κερκυραία,ήταν υπεύθυνη της όλης οργάνωσης.Ο Γιώργος πολύ φίλος με την Σοφούλα.  Της λέει ο Γιώργος,αγοράζω μια τούρτα,αλλά άφηκε την δίπλα μου στο μακρί τραπέζι και θέλω να μου κάνεις και μια χάρη, σε μισή ώρα σβήσε τα φώτα για 20-30 δευτερόλεπτα.

Καρναβάλια έχουμε,απάντησε η Σοφούλα,να δώ τι σκαρφίζεσαι να κάνεις;

Την καθορισμένη ώρα σβήνουν τα φώτα και ο Γιώργος,αλλάζοντας θέση αστραπιαία, πετά τη τούρτα στα μούτρα του Λαλάκη και  ξανακάθεται στη θέση του.  Όταν ανοίγουν τα φώτα το κεφάλι του Λαλάκη ήταν πολύχρομο.Όλοι οι γνωστοί ακούσανε τις βρισιές και τις βλαστήμιες και σκάσανε στα γέλια.Ο Γιώργος,σαν καλός Σαμαρείτης,άρχισε πρώτος με μια χαρτοπετσέτα να τον καθαρίζει.Εννοείται ότι ο Λαλάκης έφυγε από τον χορό.

34_450_x_461a

Αναζήτηση

Corfu Museum

Corfu Museum….τι μπορεί να είναι αυτό;

Θα το έλεγα με μια λέξη…. Αγάπη! Για ένα νησί που το γνωρίζουμε ελάχιστα. Η αλήθεια είναι ότι δεν μπορούμε ν’ αγαπήσουμε ότι δεν το γνωρίζουμε. Στόχος λοιπόν είναι να το γνωρίσουμε όσο πιο βαθιά μπορούμε, μέσα από το χθες και το σήμερα, γιατί αλλιώς πως θα το αγαπήσουμε; Αγαπάω ατομικά και ομαδικά έχει επακόλουθο…. φροντίζω….. μάχομαι… και σέβομαι. Αγάπη προς την Κέρκυρα είναι το Corfu Museum και τίποτε άλλο.

Μετρητής

Εμφανίσεις Άρθρων
1680854