Corfu Museum

Petsalis: Collection Of Corfu Island,Greece documents

Ιστορικα Σημειώματα

Νίκος Καραπιδάκης: ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΥΛΑΒΕΙΑ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΝΑΟΙ, ΜΟΝΕΣ ΚΑΙ ΕΥΑΓΗ ΙΔΡΥΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΚΕΡΚΥΡΑ (16ος-18ος ΑΙΩΝΑΣ)

 

Νίκος Καραπιδάκης

 Ιόνιο Πανεπιστήμιο – Τμήμα Ιστορίας

 

 

 

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΥΛΑΒΕΙΑ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ

ΝΑΟΙ, ΜΟΝΕΣ ΚΑΙ ΕΥΑΓΗ ΙΔΡΥΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΚΕΡΚΥΡΑ (16ος-18ος ΑΙΩΝΑΣ)

 

 

 Αν, όπως δέχονται συχνά οι ιστορικοί, η οικοδόμηση ναών και μοναστηριών αποτελεί και έκφραση της θρησκευτικότητας1 αξίζει να δώσουμε

 -----------------------------------------------------------------------

1     Η θρησκευτικότητα είναι μια έννοια που οι ιστορικοί συχνά την θεωρούν ως αυτονόητη (δηλαδή ως να δικαιολογεί από μόνη της την ύπαρξή της), τη δε λατρευτική δραστηριότητα την θεωρούν μαρτυρία και αποτέλεσμα της θρησκευτικότητας. Δεν διερωτώνται πάντα κατά πόσον η λατρευτική δραστηριότητα και η θρησκευτικότητα ενός χωρικού π.χ., είναι η ίδια με αυτήν ενός άρχοντα· ενός αρχόμενου με ενός αρχομένου· ενός υποδηματοποιού με ενός φεουδάρχη, βλ. Σπ. Χρ. Καρύδης, Ορθόδοξες αδελφότητες και συναδελφικοί ναοί στην Κέρκυρα (15ος-19ος αι.), Αθήνα 2004, σ.61-73, όπου, ωστόσο, καταγράφει, χωρίς να αναλύει, τους εξής λόγους ανέγερσης ναών 1. λατρεία του θεού. 2. Φήμη  των κρατούντων. 3 αιώνιο μνημόνιο των κτητόρων. 4. [αιώνιο μνημόνιο] όλων των πιστών. 5. ύψιστη χριστιανική αρετή. 6. εξι-λαστήριο αμαρτημάτων. 7. ανάγκη κάλυψης λατρευτικών αναγκών. 8. τάση (sic) κοινωνικής προβολής που πιθανόν (sic) υποκινούσε τις ευπορότερες τάξεις για την ανάληψη τέτοιου έργου. 8 αποκλειστικά θεολογικά θεμέλια. Κοντολογίς οι λόγοι 1 έως 7 συνιστούν μια κοινωνική διαχείριση του συμβολικού κεφαλαίου (και άρα και του θρησκευτικού) εκ μέρους των κοινωνικών τάξεων με σκοπό την ηγεμονία τους ή την εγγραφή τους και σε αυτόν τον χώρο. Ο λόγος 8, τα «καθαρά θεολογικά θεμέλια», που θα μπορούσε να συνοψίσει και τους άλλους 7 λόγους, είναι και η επιτομή όλης της ιδεολογίας της εποχής, αφού τι άλλο είναι τα «θεολογικά θεμέλια» από τη μετάφραση του κόσμου και της ιστορίας του, σε όρους χριστιανικής θρησκείας. Για τη θρησκευτικότητα βλ. Ν. Ε. Καραπιδάκης, «Ιστορία της θρησκευτικότητας», Νέα Εστία 155, τχ. 1766, (Απρίλιος 2004), σ. 639-664. Για  τους κοινωνικούς καιαριστοκρατικούς συμβολισμούς του μοναχισμού βλ. Ν. Karapidakis, «The Monk, the Technician of Power, and the Ideologue», The Greek World under Ottoman and Western Domination: 15th-19th Centuries: Proceedings of the International Conference “From Byzantium to Modern Greece”, επιμ. P. Kitromilides, D. Arvanitakis, Αθήνα και Νέα Υόρκη 2008, σ. 13-14

εξαρχής ορισμένους αριθμούς. Πριν όμως τους δώσουμε, ας υπενθυμίσουμε ότι στο λεξιλόγιο της ελληνικής γλώσσας στην Κέρκυρα από τον 16ο αιώνα, τουλάχιστον, έως και τον 18ο αιώνα οι λέξεις μονή και ναός, εκκλησία, μοναστήρι είναι ουσιαστικά συνώνυμες.Σημασιολογική ταύτιση που συναντάμε, συχνά, λιγότερο ίσως στα ιταλικά κείμενα που αφο-ρούν την Κέρκυρα και η οποία μεταφράζει μια σύνθετη πραγματικότητα που βρίσκεται μακριά τόσο από τη θεολογική καθαρότητα όσο και από τις μετέπειτα (του 19ου αιώνα κυρίως) ερμηνείες του εκκλησιαστικού δικαίου. Την πραγματικότητα αυτήν πρέπει να συνδέσουμε με την απουσία της έννοιας του ενοριακού ναού, η οποία θα αργήσει να εμφανιστεί και θα είναι πάντα κάπως ασαφής αλλά και με την ταύτιση της έννοιας του ναού με αυτήν του μοναστηριού αφού και η πιο μικρή εκκλησία μπορούσε να χρησιμοποιείται ως ένα, μικρό έστω, μοναστήρι.3 Η αφιέρωση, η ίδρυση και η κληροδότηση των ναών είναι κυρίως ιδιωτική υπόθεση των κτητόρων ή εταιρειών κτητόρων, γνωστών ως αδελφάτων, οι οποίες και

 ---------------------------------------------------------------------

 2     Βλ. Ε. Κριαρά, Λεξικό της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας, στα λήμματα «Μοναστήριον», «Μονή». Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε τις σημασίες τους, Μοναστήριον: Τόπος όπου μονάζουν οι μοναχοί […], μέρος χωρίς επαρκή οχύρωση […], (μεταφορικά και ειρωνικά) ηγάπουν το μαυλισταρειόν, το μέγα μοναστήριν, […] τόπος διαμονής, (συνεκδοχικά) ναός […], (συνεκδοχικά) μοναχοί, καλόγεροι· Μονή: Διαμονή, τόπος διαμονής· κατοικία. […] Λημέρι […], Τάφος […], Ναός […], Στάβλος […], Κατάλυμα· τόπος προσωρινής διαμονής ή διανυκτέρευσης· παν-δοχείο […] Σταθμός […] Μοναστήρι […] Παράδεισος.

 3     Η ενορία είναι ουσιαστικά από την άποψη της εκκλησιαστικής διοίκησης μια έννοια του 19ου αιώνα, βλ. Σπ. Χρ. Καρύδης, Ορθόδοξες αδελφότητες..., ό.π., σ. 37-55 και επισκόπηση της βιβλιογραφίας. Η βιβλιογραφία που διαθέτουμε για την ιστορία των ενοριών και των ναών, είναι συνήθως έργο νομικών, ιστοριοδιφών ή θεολόγων, από τους οποίους απουσιάζει, συχνά, η ιστορική διάσταση. Η οργάνωση λοιπόν των ενοριών και της «εκκλησιαστικοποίησης» των ιδιωτικών ναών, δεν αντιμετωπίζεται ποτέ υπό το πραγματικό της, κατά τη γνώμη μας, πρίσμα, που ήταν η ανάκτηση της εξουσίας της ορδόδοξης εκκλησίας επί των ναών της και εις βάρος των κτητόρων τους, μετά το τέλος της Βενετοκρατίας. Όπως δεν αντιμετωπίζεται υπό το πρίσμα του ανελέητου αγώνα κράτους/εκκλησίας, που παίρνει δυναμικές διαστάσεις τον 19ο αιώνα, με το Ιόνιο Κράτος και «ομαλοποιείται» με την επικράτηση της ελλαδικής εκκλησίας μετά την Ένωση. Τελευταίο θύμα αυτής της σύγκρουσης ο Ιερός Ναός του Αγίου Σπυρίδωνα της Κέρκυρας και το λείψανο του αγίου Σπυρίδωνα, που αποσπάται οριστικά τη δεκαετία του 1920 από την οικογένεια Βούλγαρι και περιέρχεται στην Μητρόπολη Κερκύρας (η Εκκλησία δεν χρειαζόταν άλλο την ορθόδοξη αριστοκρατία).

 

 αντλούν από τους ιδρυμένους ναούς τη συμβολική ή την πρακτική χρήση που επιθυμούν: χώρος απόσυρσης για ορισμένα μέλη της κτητορικής οικογένειας (και από αυτήν την άποψη συνιστούν μοναστήρια), χώρος συγ­κέντρωσης ομοίων, χώρος ταφής των μελών της ομάδας των κτητόρων, είτε αυτή ανήκε στην τάξη των αρχόντων είτε σε άλλες κοινωνικές τάξεις, όπως ήταν οι χωρικοί καλλιεργητές ή οι τεχνίτες της πόλης. Οι λόγοι αυτοί που οδηγούν στην ανέγερση μονών και ναών συμπαρασύρουν και την οικονομική διαχείριση αυτών των ιδρυμάτων, τον προσπορισμό δηλαδή προσόδων και την οικονομία τους. Αν δεν συνέβαινε το αντίστροφο. Για λόγους ευκολίας στην ανάπτυξή μας θα κρατήσουμε μόνο τη λέξη ναός.

 Ερχόμενοι τώρα στους αριθμούς και καθόσον αφορά το κάστρο, την πόλη και τα νέα προάστια της Κέρκυρας, όπως αυτά διαμορφώνονται με τα έργα του τειχισμού, στα τέλη του 16ου αιώνα, το 1583, υπάρχουν 122 ναοί. Από αυτούς οι 113 είναι ορθόδοξοι και οι εννέα λατινικοί.4

 Αναλύοντας αυτόν τον θρησκευτικό δυναμισμό όπως αποτυπώνεται χάρις στην ίδρυση των ναών και αρχίζοντας από τους λατινικούς, θα δια­πιστώσουμε ότι εκφράζουν αφενός το γόητρο ορισμένων βαρονικών οικογενειών, όπως του Πέτρου Καπέτσε και της οικογένειας Αλταβίλλα,5 και αφετέρου μεταφράζουν την εμπλοκή ορισμένων βενετικών οικογενειών στα θρησκευτικά πράγματα της Κέρκυρας. Ένα άλλο σύνολο επίσης καθολικών ναών εκφράζει την εξυπηρέτηση της εγκατάστασης των δυτικών μοναστικών ταγμάτων στην Κέρκυρα, όπως των Φραγκισκανών και των Αυγουστίνων,6 αλλά και τη συμβολική κυριαρχία των λατίνων επί της Κέρκυρας, μέσω της ιδιοποίησης του ναού των Αγίων Πέτρου και Παύλου, που μαρτυρείται και ως ο παλαιότερος ορθόδοξος μητροπολιτι-

----------------------------------------------------------------------------------------------

 4    Σπ. Χρ. Καρύδης, Ο αστικός χώρος και τα ιερά: Η περίπτωση της Κέρκυρας τον 16ο αιώνα, Αθήνα 2007, σ. 107-243. Πλούσια αρχειακά στοιχεία χωρίς όμως να αν­τλούνταιιδιαίτερα συμπεράσματα από τα στοιχεία που παρατίθενται.

 5    Σπ. Χρ. Καρύδης, Ο αστικός χώρος..., ό.π., σ. 241-242· Σπ. Ν. Ασωνίτης, «Petrus Capece, capitaneus Corphiensis (1367), castellanus Pargae (1411)», Πρακτικά Θ΄ Πανελληνίου Ιστορικού Συνεδρίου (Μάιος 1988), Θεσσαλονίκη 1988, σ. 61-81· Ν. Ε.Καραπιδάκης, «Η Κέρκυρα και οι Βενετοί: ανάγνωση και δυναμική του αστικού χώρου», Κέρκυρα: Ιστορία και Αρχιτεκτονική, 14ος-19ος αι., επιμ. E. Concina, Α. Νικη-φόρου-Testone, Κέρκυρα 1994, σ. 41-48.

 6    Σπ. Χρ. Καρύδης, Ο αστικός χώρος..., ό.π., σ. 121· Γερ. Παγκράτης, «Οι μονές των Φραγκισκανών Κοινοβιακών στα Βενετοκρατούμενα Επτάνησα», Κεφαλληνιακά Χρονικά 8 (1999), σ. 11-130.

κός ναός.7 Αν λάβουμε, ωστόσο, υπόψη ότι τουλάχιστον δύο από τους παραπάνω λατινικούς ναούς φαίνονται εγκαταλελειμμένοι προς τα τέλη του 16ου αιώνα, η λατινική διείσδυση είναι μάλλον περιορισμένη, αριθμητικά τουλάχιστον, και παρά το γεγονός ότι δίδεται κάποια έμφαση στην παρουσία της μετά την ναυμαχία της Ναυπάκτου με την αφιέρωση του ναού της Αγίας Ιουστίνης και την ανάληψη της διαχείρισης του νοσοκομείου της από τους Φραγκισκανούς.8

 Οι ορθόδοξοι ναοί του 16ου αιώνα φαίνονται να ανήκουν στην πλειονότητά τους, καθόσον αφορά την ανέγερσή τους, στην πρωτοβουλία των αρχόντων της Κέρκυρας και η ίδρυσή τους είναι, άρα, το αποτέλεσμά της. Με άλλα λόγια έχουμε μια εγγραφή του αρχοντικού δυναμισμού τόσο στο χώρο όσο και στη συμβολική της θρησκευτικότητας. Και, κατ’ επέκταση, στα οικονομικά της θρησκευτικότητας, όπως θα δούμε και παρακάτω: Οικογένεια Επάρχου· Αρκούδη και Πιτζάκη· Πολυλά· Αυλωνίτη και Βρανιανίτη· Χαμάλη· Κάφιρη· Μπερμπελίτζα· Σαντ’ Ιππόλυτο· Απαλαμάρη· Καρτάνου· Πρέντζα· Μουρέλλο· Μιδέη· Κοντόκαλη· Τζενεμπίση· Σπυρή· Πόθο· Σουβλάκη· Λεπενιώτη· Γκαλιπολίν· Αγαπητού9 κ.ά. Χωρίς να πολλαπλασιάσουμε τα παραδείγματα, διαπιστώνουμε ότι τα μέλη των οικογενειών του Μεγάλου Συμβουλίου της πόλης, οι πολίτες άρχοντες, συμμετέχουν στη θρησκευτική ευλάβεια ως κτήτορες των περισσοτέρων ναών, ως συνάδελφοί τους, ως εφημέριοί τους. Δίπλα στους αρχοντικούς ναούς υπάρχουν ναοί που ανήκουν σε συντεχνίες, όπως σε αυτήν των τζαγκαράδων, αλλά είναι πολλοί λίγοι, αλλά και ναοί που ανήκουν στην κοινότητα της Κέρκυρας, δηλαδή στο Συμβούλιό της. Αυτή η τελευταία κατηγορία μειώνει ακόμα περισσότερο τον αριθμό των ναών στους οποίους οι άρχοντες δεν έχουν καμία εμπλοκή. Μπορούμε, άρα, να διαπιστώσουμε μια κυριαρχία των αρχόντων στην έκφραση της ευλάβειας με όλες τις κοινωνικές της παραμέτρους, όπως ήταν η τοποθέτηση των εφημερίων, η διαχείριση των αφιερωμένων στους ναούς εισοδημάτων αλλά και η διαχείριση του κοινωνικού κύρους που απέρρεε από την ίδρυση και την ιδιοκτησία ενός ναού. Παράλληλα —και αυτό είναι ένα γεγονός

------------------------------------------------------------------------------

 7 Ό.π., σ. 235-236.

 8 Ό.π., σ. 234.

 9     Γ.Α.Κ. – Αρχεία Ν. Κερκύρας, Ενετοκρατία, φάκ. 5, υποφ. 15-18· N. Karapidakis, «Les livres du conseil des citoyens de Corfou 1432-1490: prosopographie et groupes familiaux», Stratégies familiales dans le monde gréco-latin 13e-16e s., επιμ. G. Grivaud, υπό έκδοση από το Πανεπιστήμιο της Ρουέν, στις εκδόσεις Brepols.

που έχει άμεση σχέση με την ιστορία της διαχείρισης του θρησκευτικού βιώματος— γίνονται πολλές συμφωνίες συνένωσης ναών, παραχωρήσεων καθώς και συμφωνίες μεταφοράς ιερών λειψάνων. Με άλλα λόγια οι ναοί είναι μέρος των περιουσιακών στοιχείων των ιδρυτών και των κληρονόμων τους και μαρτυρούν την εγγραφή στο θρησκευτικό, και άρα στο συμβολικό χώρο, των πιο ισχυρών κοινωνικών ομάδων.

 Στο τέλος του 16ου αιώνα διαπιστώνεται μια μείωση στην τάση ίδρυσης νέων ναών, μείωση που συνεχίζεται μέχρι τα μισά του 17ου αιώνα. Η δυναμική ίδρυσης νέων ναών θα επανέλθει μετά από αυτήν την περίοδο και θα χτιστούν άλλοι 17 ορθόδοξοι ναοί μέχρι το τέλος του 18ου αιώνα, μέσα στην πόλη. Σε αυτήν την τάση πρέπει να υπολογιστεί και η ναοδομι-κή δραστηριότητα στην ύπαιθρο και στα προάστια, αλλά και η τάση για ανακαίνιση και επισκευή παλαιών ναών. Συγκεκριμένα από την περίοδο 1660 μέχρι και 1755, στο σύνολο του νησιού, έχει υπολογιστεί10 ότι ιδρύονται συνολικά 108 νέοι ναοί, ανοικοδομούνται 37 και ανακαινίζονται 96. Αλλά στην πραγματικότητα ο συνολικός αριθμός των ορθόδοξων ναών είναι πολύ μεγαλύτερος αφού στις ποιμαντικές επισκέψεις11 που διενεργούνται12 από το 1753 ως το 1759 —μια περίοδο κατά την οποία σταθεροποιείται η τάση ίδρυσης νέων ναών— και οι οποίες περιλαμβάνουν τους Παξούς και τους Οθωνούς, το σύνολο ανέρχεται στους 863. Δεν είμαστε σε θέση να προσδιορίσουμε πότε ακριβώς ανεγέρθηκε κάθε ένας από αυτούς. Αλλά η μεγάλη πυκνότητά τους στον χώρο μαρτυρεί μια δημογραφική σταθεροποίηση του πληθυσμού στην ύπαιθρο αφενός, και αφετέρου μια επιβεβαίωση των κοινωνικών συμπεριφορών που διαφαίνονται ήδη από τον 16ο αιώνα. Από τα στοιχεία που διαθέτουμε μέχρι σήμερα, βάσει αυτών των επισκέψεων, είναι δυνατόν να αποκαταστήσουμε σε ένα βαθμό από ποια κοινωνική τάξη προερχόταν η πρωτοβουλία ίδρυσης ή ανακαίνισης των παραπάνω ναών. Θα αναλύσουμε, σύντομα, το φαινόμενο για το νότιο τμήμα της Κέρκυρας, την επαρχία Λευκίμμης, όπου διενεργείται μια επίσκεψη του Μεγάλου Πρωτοπαπά Κέρκυρας

--

--------------------------------------------------------------------

 10  Σπ. Χρ. Καρύδης, «Πληροφορίες για την ίδρυση ή την ανακαίνιση ναών στην Κέρκυρα τον 17ο και 18ο αιώνα», Κερκυραϊκά Χρονικά, περ. Β΄, 4 (2007), σ. 73.

 11   Για τον θεσμό των ποιμαντικών επισκέψεων στα συμφραζόμενα της Κέρκυρας, βλ. Ε. Αγγελομάτη-Τσουγκαράκη, «Οι ποιμαντικές επισκέψεις των πρωτοπαπάδων της Κέρκυρας», Κερκυραϊκά Χρονικά, περ. Β΄, 4 (2007), σ. 299-308, κυρίως στη σ.307.

 12 . Καπάδοχος, Ναοί και μοναστήρια Κερκύρας, Παξών και Οθωνών στα μέσα του ΙΗ΄ αιώνα (σύμφωνα με ανέκδοτα έγγραφα του Ιστορικού Αρχείου Κέρκυρας), Αθήνα 1994.

από την 27η Απριλίου έως και την 12η Μαΐου, με σκοπό την επιθεώρηση των ναών.13 Καταγράφονται συνολικά 133 ναοί. Από αυτούς οι 74 είναι ιδιωτικοί, ανήκουν δηλαδή σε μεμονωμένα άτομα ή μεμονωμένες οικογένειες, ενώ 31 ναοί είναι συναδελφικοί και ανήκουν άρα σε «εταιρείες» οικογενειών. Από τους 74 ιδιωτικούς ναούς, οι 42 ανήκουν σε άρχοντες ενώ το υπόλοιπο σε οικογένειες χωρικών ή σε μεμονωμένα άτομα. Το αρχοντικό στοιχείο υπερέχει επομένως στο σύνολο των ιδιωτικών ναών, αλλά αν συνυπολογίσουμε­ στους ναούς των χωρικών και εκείνους που προέρχονται από αδελφάτα, διαπιστώνουμε ότι η τάση των χωρικών (των πλέον ισχυρών;) είναι να αποκτούν τους δικούς τους ναούς και να συγκεντρώνονται γύρω από αυτούς: 63 ναοί χωρικών απέναντι σε 42 που ανήκουν στους άρχοντες. Μια ανάληψη, δηλαδή, της ευλάβειας εκ μέρους των κατωτέρων κοινωνικών τάξεων, που μαρτυρεί την εξάπλωσή της αλλά και τη βούληση των άλλων τάξεων να αφήσουν αυτό το προνόμιο στους ισχυρότερους γαιοκτήμονες.14

 Οι αριθμοί αυτοί αφορούν τους ορθόδοξους ναούς αφού προέρχονται από την πρωτοπαπαδική επίσκεψη. Αν και δεν έχει υπολογιστεί σε αριθμούς μια ανάλογη ρωμαιοκαθολική δραστηριότητα, η οποία είδαμε ότι παρουσίαζε κάποια ύφεση ήδη από τον 16ο αιώνα, πρέπει να αναφέρουμε την παρουσία της τόσο μέσω των ευλαβών κληροδοτημάτων της βενετικής ή της τοπικής λατινικής αριστοκρατίας όσο και μέσω της ίδρυσης ή της αξιοποίησης ορισμένων μοναστικών και εκκλησιαστικών ιδρυμάτων.15 Ας αναφέρουμε χαρακτηριστικά το κληροδότημα Μοτσενίγου16 από το 1652, ενώ στην επιστροφή της ρωμαιοκαθολικής παρουσίας πρέπει να εντάξουμε και την επαναδραστηριοποίηση τον 17ο αιώνα των Φραγκισκανών μοναχών και του κερκυραϊκού κοινοβίου τους καθώς και τη δραστηριοποίησή τους στο κήρυγμα και τη διδασκαλία και άλλα έργα

---------------------------------------------------

 13  Ό.π., σ. 99-146.

 14  Η τάση αυτή παρατηρείται από πολύ νωρίτερα, βλ. Ν. Ε. Καραπιδάκης, «Από τις αδελφότητες καλλιεργητών στο χωρίον», Ζ΄ Πανιόνιο Συνέδριο, Λευκάδα, 26-30 Μαΐου 2002.Πρακτικά, τ. Β, Αθήνα 2004, σ. 428 κ. εξής.

 15  Β. Διαγωμά – Ν. Καραπιδάκης, «Ευεργέτες και ευεργετούμενοι, ένας κόσμος μετάνοιας, φιλανθρωπίας και δωρεάς. Μια χαρτογράφηση των κληροδοτημάτων της Κέρκυρας του 1800», Επτανησιακά ιδρύματα (19ος-1953): Η πνευματική-πολιτιστική και κοινωνική συμβολή τους. Πρακτικά συνεδρίου (Κεφαλονιά 7-9 Μαΐου 2004), επιμ. Γ.Ν. Μοσχόπουλος, Αργοστόλι 2007, σ. 116-117.

 16  Ό.π., σ. 114. Τα αρχειακά κατάλοιπα αυτού του κληροδοτήματος στα Γ.Α.Κ. – Αρχεία Ν. Κερκύρας, Αρχείο Εγχωρίου Διαχειρίσεως, φ. 119.

ευλάβειας.17 Ας σημειωθεί ότι τα λατινικά μοναστικά τάγματα που δραστηριοποιούνται στην Κέρκυρα ενδιαφέρονται κυρίως για τους αστικούς πληθυσμούς και, άρα, τις πόλεις, γεγονός που μας επιτρέπει να πούμε ότι η λατινική  παρουσία και περιορισμένη αριθμητικά, ή ίσως εξαιτίας αυτού του περιορισμού, έχει μια διαφορετική στρατηγική παρουσία.

 Τα κληροδοτήματα, εν γένει, ως αριστοκρατική έκφραση της ευλάβειας θα εμφανιστούν από τα τέλη του 17ου αιώνα, αν σταθούμε στο κληροδότημα του Νικολάου Πολίτη για την προικοδότηση απόρων νεανίδων,18 στο κληροδότημα με εκπαιδευτικό χαρακτήρα του ιππότη Πρόσπερου Μαρίνη,19 το 1694· του Ιάκωβου Κανάλ για την ίδρυση του Πτωχοκο-μείου·20 το κληροδότημα Στάμου Καρυόφυλλου για τη διαπαιδαγώγηση νεαρών απόρων μαθητών.

 Στην έξαρση αυτής της έκφρασης της θρησκευτικότητας πρέπει να προσθέσουμε και την παρέμβαση του ίδιου του κράτους, που εμφανίζεται με τη σύσταση του Ενεχυροδανειστηρίου, μιας τράπεζας των φτωχών, εισάγοντας ακόμα έναν παράγοντα, αυτόν της διαχείρισης των δανείων ή, όπως έχει ονομαστεί, του «ευγενούς δανεισμού» και, άρα, του χρήματος.21 Πρέπει επίσης να προσθέσουμε την ίδρυση ορισμένων άλλων ευαγών ιδρυμάτων, που πάλι προέρχονται από την αριστοκρατία. Το 1666 αναλαμβάνεται από το Συμβούλιο της πόλης η πρωτοβουλία ίδρυσης ενός βρεφοκομείου εκθέτων βρεφών,22 ενώ υπήρχε από πριν ένας οίκος περίθαλψης απόρων. Φυσικά η διοίκησή του ανατίθεται σε επιφανή μέλη του Συμβουλίου της πόλης. Ο συμβολισμός είναι εύγλωττος, η θρησκευτικότητα δεν αποτυπώνεται μόνο με την ίδρυση ναών εκ μέρους των αρχόντων αλλά και με την ανάληψη της διαχείρισης της ευεργεσίας από

-----------------------------------------------------------------------------------------------

 

17  Γερ. Παγκράτης, «Ιταλοί μισσιονάριοι στην Κέρκυρα στα μέσα του 17ου αιώνα», Κερκυραϊκά Χρονικά, περ. Β΄, 4 (2007), σ. 275-288.

 18  N. Karapidakis, “Civis fidelis”: l’avènement et l’affirmation de la citoyenneté corfiote (XVIe-XVIIe s.), Φραγκφούρτη 1992, σ. 150.

 19  Π. Τζιβάρα, «Ο “ηγούμενος Προσφόρου”: Απόπειρα για το σχεδίασμα βιογραφίας μιας πολυπράγμονης εκκλησιαστικής προσωπικότητας της Κέρκυρας του 18ου αιώνα», Κερκυραϊκά Χρονικά, Περ. Β΄, 4 (2007), σ. 289-298.

 20  Β. Διαγωμά – Ν. Καραπιδάκης, «Ευργέτες και ευεργετούμενοι...», ό.π., σ. 117· Γ.Α.Κ. – Αρχεία Ν. Κερκύρας, Εγχώριος Διαχείριση, φ. 1648· Αθηνά Νάνου, Το καπιτολάριο της λατινικής αδελφότητας του Santissimo Rosario στην Κέρκυρα, ακαδημ.πτυχιακή εργασία, Ιόνιο Πανεπιστήμιο, Κέρκυρα 2009.

21  Χρ. Θ. Δεσύλλας, Η Τράπεζα των φτωχών: Το MontedePietà της Κέρκυρας (1630-1864), Αθήνα 2006.

22  N. Karapidakis, “Civis fidelis”…, ό.π., σ. 147, 195-196.

τους άρχοντες. Πράγμα που θα συμβεί και με τη διοίκηση του Ενεχυροδανειστηρίου, του Νοσοκομείου της Αγίας Ιουστίνης,23 στο οποίο ωστόσο υπηρετούσαν και Φραγκισκανοί, καθώς και με την ίδια τη διαχείριση των μοναστηριών και των κληροδοτημάτων.

 Αριθμοί και φαινόμενα οπωσδήποτε εντυπωσιακά, αν κρίνουμε απ’ αυτά και μόνο την έκφραση ταυτότητας και θρησκευτικότητας αλλά τα οποία πρέπει να εντάξουμε στα πραγματικά τους συμφραζόμενα. Αφενός η ευλάβεια ανήκει κυρίως στην αρχοντική τάξη η οποία έχει την τάση να την αναλαμβάνει εξ ολοκλήρου και να εκφράζει μέσα απ’ αυτήν το κύρος της και την κυριαρχία της. Αφετέρου πρέπει να τονίσουμε ότι το γόητρο που αντλεί η αριστοκρατία παρεμβαίνοντας στη διαχείριση των συμβόλων δεν απαλύνει την αδυναμία της, παρά τις προθέσεις της, να τα διαχειρίζεται αποτελεσματικά. Σ’ αυτό το σημείο παρεμβαίνει το κράτος.

 Το κράτος είχε, ήδη, μια παράδοση παρέμβασης στα εκκλησιαστικά πράγματα αλλά και στις ιδιωτικές θρησκευτικές συμπεριφορές στις οποίες ανήκε και η ίδρυση των ναών ή ιδρυμάτων ευλάβειας.

 Η ναοδομική δραστηριότητα του 16ου αιώνα, την οποία προαναφέραμε, ήταν ήδη σε μεγάλο βαθμό το αποτέλεσμα της μετακίνησης ενός σημαντικού αριθμού ναών έξω από το κάστρο, εξαιτίας των νέων οχυρωματικών έργων και του τειχισμού της πόλεως. Επίσης πολλοί ναοί καταργήθηκαν ή συγχωνεύτηκαν με άλλους για τους ίδιους λόγους. Με τη λογική της πιθανής μετακίνησης για αμυντικούς λόγους, αντιμετωπίστηκε και αυτός ακόμα ο λατινικός καθεδρικός ναός της Κέρκυρας.24 Ένα πρώτο συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί, σχετικό με την προοπτική της ιστορίας της διαχείρισης των ναών, είναι ότι η ηγεμονική εξουσία είναι σε θέση —και παρά τις αντιδράσεις (γνωρίζουμε ότι υπήρχαν σοβαρές για τον λατινικό καθεδρικό ναό)— να διαχειριστεί, για λόγους ανωτέρας βίας, τους χώρους λατρείας, εγγράφοντας έτσι ένα δικαίωμα κυριαρχίας της επί των εκκλησιαστικών πραγμάτων αλλά και επί των ιδιωτικών συμπεριφορών σε θέματα λατρείας. Δικαίωμα που πρέπει να προσεγγίσουμε με εκείνο του ελέγχου της ίδρυσης νέων ναών, ήδη από το 1425 και το 1436, και της εισροής ορθοδόξων καλογέρων και πρεσβυτέρων στην Κέρκυρα για λόγους κρατικής και κοινωνικής ασφάλειας, το 1458 και το 1462.25 Η

--------------------------------------------------------------------------

 23  Ό.π., σ. 195.

 24  Σπ. Χρ. Καρύδης, Ο αστικός χώρος..., ό.π., σ. 28-29.

 25   Σοφία-Αικατερίνη Πανταζή, «Ορθόδοξος κλήρος και βενετική εξουσία: η ιστορία μιας αδιατάραχτης σχέσης;», Κερκυραϊκά Χρονικά, περ. Β΄, 4 (2007), σ. 111, 112 για  το κείμενο των διαταγμάτων του 1425 και του 1436. Για τα διατάγματα του 1458, 28 Αυγούστου, και 1462, 21 Ιουλίου, A. S. Venezia, ConsiglioX. Misti, reg. 16 (1460-1466). Μερική δημοσίευση από Μ. Ι. Μανούσακας, Η εν Κρήτη συνωμοσία του Σήφη Βλαστού (1453-1454) και η νέα συνωμοτική κίνησις του 1406-1462), Αθήνα 1960, σ.126. Περίληψη στο Vl. Lamansky, Secrets d’Etat de Venise: Documents, extraits, notices et études servant à éclairicir les rapports de la Seigneurie avec les Grecs, les Slaves et la Porte Ottomane à la fin du XVe et au XVIe siècle, Αγία Πετρούπολη 1884, σ. 049, (αριθ.9bis)· C. Kérofilas, Une famille patricienne crétoise: Les Vlasto, Νέα Υόρκη 1932, σ. 320 (αριθ. Α)· Ν. Iorga, Notes et extraits pour servir à l’histoire des Croisades, quatrième série, (1453-1476), Βουκουρέστι 1915, σ. 194 (αριθ. CXXXI).

 διαχείριση, λοιπόν, των εκκλησιαστικών πραγμάτων και της θρησκευτικότητας υπάγεται από πολύ νωρίς στην κρατική εξουσία και πολύ πριν γίνει η οικονομική της διαχείριση, υπήρξε η πολιτική της. Διαβάζοντας αντίστροφα την κρατική πολιτική, μπορούμε να αναγνωρίσουμε στη συμπεριφορά­ των κληρικών και στην ίδρυση ναών, και άρα στην έκφραση της θρησκευτικότητας και της ευλάβειας, χαρακτηριστικά πολιτικής και πολιτικής ταυτότητας, που φυσικά δεν μπορούσαν να μείνουν απαρατήρητα εκ μέρους του κράτους: είτε αυτά τα χαρακτηριστικά απειλούσαν τη συνοχή του, είτε απειλούσαν με εκτροπή τον ανταγωνισμό μεταξύ καθολικών και ορθοδόξων, και έθεταν άρα σε κίνδυνο, έμμεσα έστω, τη συνοχή του κράτους. Φυσικά ο έλεγχος εκ μέρους του για την αποτροπή θρησκευτικών εκτροπών δεν αφορούσε μόνο τους ορθόδοξους αλλά και τους καθολικούς εκκλησιαστικούς μηχανισμούς.

 Είδαμε ποιοι έκτιζαν αυτούς τους ναούς. Ποιοί άφηναν τα φιλανθρωπικά κληροδοτήματα ή εισηγούνταν την ίδρυση ευαγών ιδρυμάτων και σε έναν βαθμό ποιοί τα διαχειρίζονταν. Πώς τα διαχειρίζονταν όμως;

 Σ’ αυτό ακριβώς το ερώτημα θα συναντήσουμε και τη μεγαλύτερη αντίφαση μεταξύ της έκφρασης της θρησκευτικότητας και της διαχείρισής της. Παρακολουθώντας τον κρατικό λόγο περί ευλάβειας, διαπιστώνουμε ότι οι ιδιωτικές θρησκευτικές συμπεριφορές κατηγορούνται ότι έχουν εγκαταλείψει το ευλαβές πνεύμα των ιδρυτών των ναών, ότι αδιαφορούν και για τη στοιχειώδη λειτουργία τους —οι ιδιοκτήτες τους αρνούνται ακόμα και να συντηρούν τους ιερουργούς τους— ότι καταχρώνται τα οικονομικά τους· κατηγορούνται ακόμα και για δόλο. Τα φαινόμενα αυτά αναφέρονται το 1584, το 1615, το 1622.26 Η αδιαφορία, ας σημειωθεί,

------------------------------------------------------------------------------------------------------

26 G. Pojaco, Le Leggi municipali delle Isole Jonie, Κέρκυρα, 1846, τ. Ι, σ. 158-159: 1622, febbraro 8, s.n., Giust’Antonio Belegno, Prv gnl con auttorità di capitan generale. «Fù sempre mirato con gran sollecitudine dall pubblica carità con pio, e religioso animo alla conservatione e beneficio del Divin culto, e particolarmente in quest’isola di Corfù nella quall oltre antichi ordini per terminazione degl’Illi et eccmi sgri prov generali et Inquisi-tori di Levanti fù ottimamente provisto alle fraudi et abusi, s’eranno introdotti ... fraudi ed abusi del Ritto greco, regole e istituzioni non vengono osservate,

 -  tutti li jus-patronatarij delle chiese di questa città, et Isola, over commessi, et l’atri ch’avessero il governo di quelle, e non havessero officiatori siano obbligati di eleger sa-cerdote sacromonaco, e ver omaco, secondo la condizione della chiesa in terminatione di mesi uno, altrimenti dal reverendo Protopapà a cui incombe la causa delle cure eccle-siastiche del Rito Greco sia immediate esercitata l’esecuzione della terminazione sudet-ta degli Eccmi sigri Inquisitroi Generali sopra tal particolare, dovendo esse Protopapà eleger il sacerdote di quello secondo anco le precedenti Terminationi dell’Illmo reggi-mento di 9 maggio 1584; 6 maggio 1609; e 15 Aprile 1615. Dichiarando però che sia risservata sempre l’auttorità d’elegere al Monsignor Illustrissimo Arcivescovo di quelle chiese che sono da lui dipendenti con la sopranità in tutte le cose dipendenti ad esse.

 - sia prima fatto l’esame necessario et approbatione di quelli del reverendo Protopapà secondo la terminatione dell’Illmo reggimento di 29 marzo 1610.

 - le persone secolari non possino havere, nè tuor ad affitto le chiese, nè conseguir alcun utile, o partecpiatione dell’offerte, benefficij, emolumenti, e proventi di esse, ma quelle restino apllicate alli Sacerdoti e Ministri suoi, et a beneficio d’essi secondo i Sacri Cano-ni.

 -  Tutti quelli Secolari che ritrovano haver ad affitto chiese restino immediate tagliati detti affitti dovendo quelli haver li Sacerdoti.

 - E vedendosi che siano da molti ottenute due, tre, e più investiture di Monasteri, ogn’uno de’quali ricercarebbe propria assitenza, et è necessario però che la maggior parte dell’an-no restino inofficiati, e con diminutione del Culto Divino, e con grandissimo danno degl’altri Religiosi, che non tengono chiesa d’alcuna sorte e durano fatica a sostenersi. Dichiariamo, e terminiamo, che delle chiese cha caderanno nel Fisco, o ritorneranno in signoria non possa de caetero esser fatta concessione dall’Illustrissimo Reggimento cui spetta la dispensa delle chiese di simile natura, che d’una sola chiesa per ogni Sacerdote, Monaco, over Sacromanaco, e facendosi in contrario di quanto è predetto la conces-sione sia di niun valore, e la Chiesa resto concessa a colui che farà in conscienza com’è giusto, e conveniente, acciochè ogn’uno egualemente habbi a parteccipare della publica grazia; comettendo però che da questo Illustrissimo Reggimento, e da altri a chi spetta siano li presenti Nostri ordini osservati et eseguiti in tutte le sue parti...» 

μει, δεν χαρακτηρίζει μόνο τους ορθοδόξους. Οι ναοί, καταγγέλεται, συμβαίνει να είναι αντικείμενο ενοικίασης, και επένδυσης εκ μέρους των κοσμικών, γεγονός που αποβαίνει φυσικά εις βάρος των κληρικών. Μπορούμε να αναγνωρίσουμε πίσω από αυτήν την καταγγελία έναν ανταγωνισμό μεταξύ κληρικών και κοσμικών με επίκεντρο τα εισοδήματα των ναών και των αφιερωμάτων τους. Αλλά ο ανταγωνισμός δεν περιορίζεται μόνον μεταξύ των κοσμικών και των κληρικών. Πολλοί κληρικοί κατηγορούνται  ότι έχουν εξασφαλίσει το δικαίωμα ιερουργίας σε περισσότερους από έναν ναούς, έτσι ώστε να μην είναι σε θέση να εκπληρώνουν τα ιερατικά τους καθήκοντα σε όλους τους ναούς που έχουν αναλάβει, με αποτέλεσμα οι ναοί να μένουν ανενεργοί και να αφήνουν πολλούς άλλους κληρικούς χωρίς εισοδήματα. Ο ανταγωνισμός μεταξύ των κληρικών για την απόκτηση εκκλησιαστικών εισοδημάτων είναι ιδιαίτερα έντονος αφού από αυτά επωφελούνται, γενικότερα, και τα μέλη των οικογενειών τους. Στον ανταγωνισμό της διεκδίκησης των εκκλησιαστικών εισοδημάτων, επινοούνται διάφορα τεχνάσματα και ένα από αυτά ήταν ο χαρακτηρισμός ορισμένων ναών ως εγκαταλελειμμένων ώστε να αναληφθούν στη συνέχεια από τους διεκδικητές τους. Στη διοίκηση των ναών δεν εμπλέκονταν, ως γνωστόν, μόνον οι ιδιοκτήτες ή οι ιδρυτές τους αλλά και κοσμικοί επίτροποι ή κυβερνήτες που είχαν ως κύρια υποχρέωση την εξασφάλιση της ομαλής διαχείρισής τους. Είναι, ωστόσο, αυτοί οι δια-χειριστές που σύμφωνα με τον κρατικό λόγο περί εκκλησιών ευθύνονταν μαζί με τους ιδιοκτήτες για τον σφετερισμό των εκκλησιαστικών εισοδημάτων που προέρχονται από τα κτήματα αλλά και τα κινητά αφιερώματα των ναών. Η ευλάβεια είναι άκρως οικονομική και κεφαλαιοποιήσιμη σύμφωνα με αυτές τις κρατικές αναλύσεις, οι οποίες επειδή επανέρχονται με κάποια περιοδικότητα, αφήνουν να φανεί η έκταση του φαινομένου των καταχρήσεων. Το 164627 επανέρχονται οι διατάξεις του 1584, του 1610, του 1615, και του 1622.

------------------------------------------------------------------------------------

 27   Ό.π., σ. 245-246. 1646 ottobre 12 Corfù s.v., Terminazione sopra li Monasteri e chiese qui sotto delineate per ordine dell’illmo Reggimento Michel Malipiero Bailo, Lorenzo Vico consiglier, ed Antonio Lombardo Cons.r li 12 Ottobre 1646 s.v. è registrata li 16 detto. Avendo l’illmo Regg.to con displicenza dell’animo suo inteso, che attrovandosi in questa città, et Isola molti, e diversi Monasteri, e chiese possesse da’particolari sotto nome di Juspatronatarj, ovver Commissarj, e Governatori, quali Monasteri e chiese per la poca cura, e manco carità delli detti loro Governatori i quali attendono solamente di goder l’en-trate delli detti Monasteri e chiese si lasciano andar in rovina senza farli officiare a gloria del Sig. Iddio, e secondo l’intenzione delli efficiatori di esse, la qual cosa essendo contro la forma delli Sacri Canoni, e con poco onor della Religione Cristiana, però volendo Sue Signorie Illustrissime provedere all’estirpazione di simili incovenienti, ed acciochè per l’avvenire i predetti Monasteri e chiese siano officiate, e le entrade loro vadino in augu-mento di esse, e per mantenimento delli religiosi, secondo l’intenzion delle leggi canoniche aderendosi massime alla Terminazione fatta l’anno 1584 di 9 Maggio dall’tum Illustr. Regg ed altre posteriori confermate tutte dall’ eccmo sig. Giust’Antonio Belegno Provr gnl in Levante con autorità di capitan genl da mar, hanno terminato che il revr Protopapà sig, Teodoro Floro... di proveder anco circa detti monasteri...

Σχολιάζοντας τα παραπάνω, μπορούμε να κάνουμε μια σειρά από παρατηρήσεις: καταρχάς τα εισοδήματα τα ναών τούς καθιστούν οικονομικές επιχειρήσεις που αντιστοιχούν με τις αγροτικές εκμεταλλεύσεις, αφού προσπορίζουν αγροτικά εισοδήματα, αλλά και με εμπορικές επιχειρήσεις, αφού διακινούν νόμισμα και πωλούν μέταλλα χάρις στις ελεημοσύνες ή χάρις στα αντικείμενα των αφιερωμάτων τους. Από αυτήν την άποψη ήταν αναμενόμενο να εξομοιωθούν από το κράτος οι εγκαταλελειμμένοι ναοί με περιουσία του δημοσίου, fiscum, και να μπει το ίδιο στο μηχανισμό της διαχείρισής τους, αφού θεωρώντας τα εγκαταλελειμμένα κτήματα ως αντικείμενο της δημόσιας δικαιοδοσίας —στην τεχνική γλώσσα της εποχής jus patronatus publici— μπορούσε να χρησιμοποιήσει τα εισοδήματά τους για λογαριασμό του.

 Η κακή διαχείριση των εκκλησιαστικών εισοδημάτων, η οποία φθάνει στους κρατικούς λειτουργούς μέσω καταγγελιών των ομάδων που συγκρούονται γι’ αυτά, καθιστά τον ηγεμόνα διαιτητή των ιδιωτικών θρησκευτικών συμπεριφορών και του επιτρέπει να αναπτύξει αφενός ένα δικό του λόγο για τα εκκλησιαστικά πράγματα και αφετέρου μια δια­χειριστική μέθοδο αντιμετώπισής τους. Όσον αφορά τον κρατικό θρησκευτικό λόγο, αυτός συνίσταται σε έναν στοχασμό γύρω από τον ρόλο της λατρείας για το κράτος, για τον ρόλο του κράτους στην τήρηση των ιερών κανόνων, για τον δικό του φιλεύσπλαχνο χαρακτήρα και τον ρόλο του, τέλος, ως διορθωτή των ιδιωτικών παραβατικών συμπεριφορών απέναντι στην εκκλησία. Αν προσπεράσουμε το στερεότυπο αυτών των διατυπώσεων που επαναλαμβάνονται στα επίσημα κείμενα, θα διακρίνουμε τη σταθερή προσπάθεια εκ μέρους του κράτους και μέσω της διεύρυνσης της έννοιας του δημοσίου συμφέροντος και του δημοσίου ελέγχου να ελεγχθούν οι ιδιωτικές συμπεριφορές και ανάμεσά τους η κυριότερη, η άσκηση και η έκφραση της θρησκευτικότητας. Ο κρατικός αυτός έλεγχος πρέπει να διαβαστεί παράλληλα με διάφορα άλλα μέσα που θα επινοηθούν από το κράτος για τη συγκράτηση των πληθυσμών στα συγκεκριμένα κοινωνικά πλαίσια της εποχής αλλά και για τον έλεγχο των ιδιωτικών εξουσιών, ιδίως της εξουσίας των αρχόντων. Καθόσον αφορά τη μέθοδο της διαχείρισης των εκκλησιαστικών εισοδημάτων, αυτή συνίσταται στη σταδιακή διεύρυνση του αριθμού των ανθρώπων που εμπλέκονται στον έλεγχό τους και από τους οποίους ζητείται να ασκούν τον διαχειριστικό έλεγχο· να διενεργούν την απογραφή των εκκλησιαστικών περιουσιών αλλά και να μοιράζονται μεταξύ τους την ευθύνη για την εκτέλεση του έργου τους. Δηλαδή να μπορεί να καταδίδει ο ένας τον άλλο. Η καταγραφή των εκκλησιαστικών εισοδημάτων,και ο διαχειριστικός τους έλεγχος, επιτυγχάνονται, καθόσον επιτυγχάνονται, μέσω της εισαγωγής ενός αριθμού διαχειριστικών εργαλείων όπως οι αναγραφές των ακινήτων, οι απογραφές κινητής περιουσίας και τα βιβλία εσόδων και εξόδων. Φυσικά μνημεία αυτού του μοντερνισμού απόκεινται σήμερα τα αρχεία της διαχειρίσεως και των εγγράφων των εκκλησιών που φυλάσσονται στα Αρχεία Νομού Κερκύρας.28 Εργαλεία ενός διαχειριστικού εκμοντερνισμού της ευλάβειας που εξελίσσεται από τον 16ο αιώνα μέχρι και τα μέσα του 18ου αιώνα, αν κρίνουμε από τα διατάγματα που προαναφέραμε αλλά και από αυτά του 1721, του 1731, του 1746, του 1753, του 1754, του 1755, του 1758.29 Η επαναφορά προηγουμένων διατάξεων μαρτυρεί την εμμονή των αντιστάσεων σε αυτήν την προσπάθεια της δημόσιας εξουσίας να ελέγξει τις ιδιωτικές συμπεριφορές. Αλλά από την άλλη μεριά η επιμονή του δημοσίου σε αυτόν τον έλεγχο εγκαινιάζει τη νεωτερική συμπεριφορά απέναντι στην εκκλησιαστική περιουσία. Τα εκκλησιαστικά εισοδήματα που δεν εκπληρώνουν τον αρχικό τους σκοπό περιέρχονται στο κράτος. Ένας νεωτερισμός που θα εφαρμοστεί ιδιαίτερα και στα εισοδήματα της καθολικής εκκλησίας στην Κέρκυρα, παρά τις αντιδράσεις της.

 Όταν αργότερα, το 1797, θα καταργηθεί η Βενετική Πολιτεία από τη Γαλλική Πολιτεία, και η Προσωρινή Δημαρχία Κέρκυρας θα αντιμετωπίσει, τότε, τη χρησιμοποίηση των εκκλησιαστικών εισοδημάτων για τη δημόσια εκπαίδευση, δεν θα κάνει κάτι το πρωτότυπο. Τα εκκλησιαστικά εισοδήματα είχαν ουσιαστικά ήδη περιέλθει στο δημόσιο.

-------------------------------------------------------------------------------------------

 28  Μ. Καμονάχου – Ν. Καραπιδάκης, Αρχείο Εγχωρίου Διαχειρίσεως 1386-1926. Συνο­πτικό ευρετήριο. Δακτυλόγραφο, Κέρκυρα [1986].

29  G. Pojaco, Le Leggi municipali..., ό.π., τ. ΙΙ, σ. 3-5, 21, 97-100, 147, 154, 157-170, 175, 181, 184, 193.

 

 

 

Τα αντικείμενα της χριστιανικής πίστης είναι αναλώσιμα; (Του Αρχαιολόγου και Αρχιτέκτονα Ανδρέα Μαζαράκη.)


Δεν είναι λίγα τα νοταριακά έγγραφα που υπάρχουν στο Αρχείο της Κέρκυρας τα οποία αναφέρονται σε απογραφές κινητών αντικειμένων εκκλησιών. Στα πλαίσια αυτής της εργασίας θα παρουσιάσουμε μόνο τέσσερα τα οποία συντάχθηκαν μεταξύ 1682 και 1691.

Περισσότερα...

Η συμφωνία της Κέρκυρας (η μεγάλη προδοσία) και η διάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας

 -Απρίλιος-Μάιος 1203-

Πριν την συμφωνία,  θα πρέπει να αναφερθούμε,  εν συντομία, στην προϊστορία της δημιουργίας της . Το άρθρο αυτό επικεντρώνεται σε όσα έλαβαν χώρα στην Κέρκυρα, συγκεκριμένα στις αποφάσεις, οι οποίες συνετέλεσαν στις μετέπειτα εξελίξεις της Δ! Σταυροφορίας.

Ο Πάπας Ιννοκέντιος  Γ! είχε από καιρό βάλει στο μυαλό του την δημιουργία μιας νέας σταυροφορίας θέλοντας να υποτάξει  στον Καθολικισμό τις Μουσουλμανικές χώρες.

Περισσότερα...

Αναζήτηση

Corfu Museum

Corfu Museum….τι μπορεί να είναι αυτό;

Θα το έλεγα με μια λέξη…. Αγάπη! Για ένα νησί που το γνωρίζουμε ελάχιστα. Η αλήθεια είναι ότι δεν μπορούμε ν’ αγαπήσουμε ότι δεν το γνωρίζουμε. Στόχος λοιπόν είναι να το γνωρίσουμε όσο πιο βαθιά μπορούμε, μέσα από το χθες και το σήμερα, γιατί αλλιώς πως θα το αγαπήσουμε; Αγαπάω ατομικά και ομαδικά έχει επακόλουθο…. φροντίζω….. μάχομαι… και σέβομαι. Αγάπη προς την Κέρκυρα είναι το Corfu Museum και τίποτε άλλο.

Μετρητής

Εμφανίσεις Άρθρων
1425910